Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Προβλήματα σε αγγεία και καρδιά λόγω COVID-19 ακόμη και τέσσερις μήνες μετά την αποδρομή της νόσου

Access to the comments Σχόλια
Από euronews  with ΑΠΕ-ΜΠΕ
COVID-19
COVID-19   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Maya Alleruzzo/Copyright 2021 The Associated Press. All rights reserved

Η νόσηση με COVID-19 σχετίζεται με την παρουσία αγγειακής δυσλειτουργίας και μειωμένης καρδιακής απόδοσης τέσσερις μήνες μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Αυτό είναι το συμπέρασμα εργασίας που αφορά στις επιπτώσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα σε ασθενείς με λοίμωξη COVID-19, τέσσερις μήνες μετά την αποδρομή της νόσου. Τα αποτελέσματα τη μελέτης έχουν γίνει δεκτά για δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό European Journal of Heart Failure που αποτελεί το επίσημο περιοδικό της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιακής Ανεπάρκειας (HFA), μέλος της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC).

Η μελέτης ολοκληρώθηκε με τη συνεργασία της Β' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής κλινικής ΕΚΠΑ (καθηγητές Ιγνάτιος Οικονομίδης και Γεράσιμος Φιλιππάτος), της Β' Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ (αναπληρώτρια καθηγήτρια Βαΐα Λαμπαδιάρη και καθηγητής Αριστοτέλης Μπάμιας), Δ' Παθολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ (καθηγήτρια Αναστασία Αντωνιάδου) στο Νοσοκομείο Αττικόν, της Φαρμακευτικής ΕΚΠΑ (καθηγήτρια Ιωάννα Ανδρεάδου) και της Θεραπευτικής Κλινικής ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα (καθηγητές Ασημίνα Μητράκου και Θάνος Δημόπουλος, πρύτανης ΕΚΠΑ).

Εβδομήντα ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με νόσο COVID-19 και έλαβαν εξιτήριο εξετάστηκαν στα εξωτερικά ιατρεία τέσσερις μήνες μετά τη νοσηλεία τους και συγκρίθηκαν με 70 ασθενείς με γνωστή υπέρταση και 70 φυσιολογικά άτομα με παρόμοια ηλικία, φύλο και καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου. Μετρήθηκαν δείκτες αγγειακής λειτουργίας, όπως ο ενδοθηλιακός γλυκοκάλυκας που εξασφαλίζει την στεγανότητα των μικρών αγγείων σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, όπως η λοίμωξη με COVID-19, και παρεμποδίζει την εξίδρωση υγρών στους πνεύμονες και άλλα ζωτικά όργανα. Επιπλέον, μετρήθηκε η σκληρότητα της αορτής, η ροή στα στεφανιαία αγγεία και η ενδοθηλιακή λειτουργία σε ηρεμία και υπεραιμία, που επιβαρύνονται ιδιαίτερα σε υπερτασικούς ασθενείς, εκτιμήθηκαν ευαίσθητοι δείκτες καρδιακής δυσλειτουργίας όπως η επιμήκης μυοκαρδιακή παραμόρφωση με ειδικό ηχοκαρδιογράφημα όπως και επίσης και βιοχημικοί δείκτες του οξειδωτικού φορτίου (μαλονδιαλδευδη) και ενδοθηλιακής βλάβης (θρομβομοντουλινη, παράγοντας von Willenbrand).

Τέσσερεις μήνες μετά τη αποδρομή της νόσου COVID-19, οι ασθενείς πάρα την επιτυχή αποθεραπεία τους, είχαν 10πλάσιο οξειδωτικό φορτίο συγκριτικά με την ομάδα των υπερτασικών και των φυσιολογικών ατόμων, ενώ είχαν παρόμοια ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, βλάβη στον ενδοθηλιακό γλυκοκάλυκα, στη στεφανιαία ροή και στην καρδιακή λειτουργία με εκείνη που παρατηρείται σε υπερτασικούς ασθενείς. Τα υπολειπόμενα συμπτώματα των ασθενών COVID-19 στους τέσσερις μήνες μετά την αποδρομή της νόσου, όπως η κόπωση, δυσκολία στην αναπνοή, βήχας και θωρακικό άλγος, σχετίζονταν με επιβαρυμένους δείκτες καρδιακής λειτουργίας, υψηλό οξειδωτικό φορτίο και σημαντικό βαθμό ενδοθηλιακής αγγειακής βλάβης.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η νόσηση με COVID-19, παρά την επιτυχή αποδρομή της, σχετίζεται με τη παρουσία ιδιαίτερα αυξημένου οξειδωτικού φορτίου και ενδοθηλιακής αγγειακής βλάβης που οδηγεί σε μειωμένη καρδιακή απόδοση και την παραμονή καρδιαγγειακών συμπτωμάτων όπως η κόπωση και η δύσπνοια, τέσσερις μήνες μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Οι ασθενείς μετά την αποδρομή από λοίμωξη COVID-19 θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο για την ανάπτυξη καρδιαγγειακών συμβαμάτων, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια όσο και για την διάγνωση και έγκαιρη θεραπεία συνυπαρχόντων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου (διαβήτης, κάπνισμα, υπέρταση, υπερλιπιδαιμία) που συμβάλλουν σε ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά επεισόδια.

Η μελέτη συνεχίζεται για να διαπιστωθεί αν οι μεταβολές στους βιοχημικούς και καρδιαγγειακούς δείκτες είναι αναστρέψιμες ή όχι μετά την παρέλευση μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος από την αποδρομή της νόσου ή μετά από χορήγηση αγωγής που μειώνει το οξειδωτικό φορτίο και βελτιώνει την ακεραιότητα του ενδοθηλιακού γλυκοκάλυκα.