Ο Γκαουντί διαμορφώνει τα αρχιτεκτονικά στερεότυπα που φέρνουν σήμερα εκατομμύρια τουρίστες στη Βαρκελώνη: η Σαγράδα Φαμίλια δεν ολοκληρώνεται το 2026, όπως είχε προγραμματιστεί, και στην επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατό του ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ αναμένεται να παραστεί στη βασιλική.
Η επέτειος είναι γνωστή. Γύρω στις έξι το απόγευμα της 7ης Ιουνίου 1926, ο Αντόνι Γκαουντί ι Κορνέτ κατευθυνόταν στη καθημερινή του λειτουργία στην πλατεία Σαν Φελίπε Νέρι: μια κρυφή γωνιά στην καρδιά της Γοτθικής συνοικίας της Βαρκελώνης, όπου η ολοένα συρρικνούμενη τοπική κοινότητα –ενσαρκωμένη στα παιδιά ενός εκπαιδευτικού κέντρου που παίζουν σε αυτό το είδος αυλής– αντιστέκεται στους 26,1 εκατομμύρια τουρίστες που φτάνουν στην πόλη κάθε χρόνο, σε μεγάλο βαθμό για να απολαύσουν την κληρονομιά του κατεξοχήν Καταλανού αρχιτέκτονα.
Ακριβώς στο εκατονταετές μνημόσυνο του θανάτου του, ο πάπας Λέων ΙΔ΄ θα βρεθεί στη Βαρκελώνη για τα εγκαίνια του Πύργου του Ιησού στη Σαγράδα Φαμίλια, του σπουδαιότερου έργου του, που βρίσκεται υπό κατασκευή εδώ και πάνω από 140 χρόνια.
Οι χρονικογράφοι της εποχής περιγράφουν πώς, τη στιγμή που ο καταγόμενος από την Ταραγόνα διέσχιζε τη Γκραν Βία ανάμεσα στις γωνίες των οδών Μπαϊλέν και Χιρόνα, δύο τραμ της γραμμής που συνέδεε την πλατεία Τετουάν με τον περίπατο Γκράθια διασταυρώθηκαν. Ο Γκαουντί έκανε πίσω για να αποφύγει το ένα, αλλά παρασύρθηκε από το δεύτερο. Το σημείο του δυστυχήματος βρίσκεται σε ίση απόσταση, 20 λεπτά περπάτημα, από δύο από τα πιο εμβληματικά έργα του: την Κάσα Μιλά (γνωστή λαϊκά ως Πεδρέρα) και τη βασιλική της Σαγράδα Φαμίλια.
Το ατύχημα του προκάλεσε εγκεφαλική διάσειση, πολλαπλά σπασμένα πλευρά και τη μεταφορά του, αρχικά, σε ένα ιατρείο πρώτων βοηθειών στη Σαντ Περέ Μέζ Αλτ (καθώς δεν αναγνωρίστηκε από τους δύο περαστικούς που τον βοήθησαν) και στη συνέχεια στο παλιό νοσοκομείο της Σάντα Κρους, όπου πεθαίνει περίπου 48 ώρες αργότερα, σε ηλικία 74 ετών. Ετάφη στο παρεκκλήσι της Παναγίας του Καρμήλου, στη κρύπτη του πιο γνωστού και ανολοκλήρωτου έργου του.
Γνωστός για την καθολική ευσέβειά του και διεκδικούμενος ως σύμβολο από τη δεξιά ανεξαρτησιακή παράταξη, ο ίδιος ο Τζόρντι Πουζόλ (τον οποίο, όπως και τον Γκαουντί, είναι αδύνατο να αποσπάσει κανείς από την ταυτότητα της σύγχρονης Καταλονίας) είχε φτάσει να δηλώσει μπροστά στη βασίλισσα Σοφία, σε επετειακή εκδήλωση το 2002, ότι ο Γκαουντί δεν ήταν μόνο «ένας οικοδόμος κτιρίων», αλλά και «ένας διαμορφωτής της συλλογικής ψυχής της Καταλονίας», όπως κατέγραψε τότε η Καταλίνα Σέρρα στο ρεπορτάζ της για την «El País».
Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο παραγωγική περίοδος του Γκαουντί εξελίσσεται παράλληλα με τη Ρεναϊσένσα: το πολιτιστικό κίνημα που προκάλεσε άνθηση της καταλανικής λογοτεχνίας, μεταξύ άλλων τεχνών, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Ρεναϊσένσα εντάσσεται στο ρεύμα του ρομαντισμού που διαπέρασε ολόκληρη την Ευρώπη (όπως στην περίπτωση του γαλικιανού Ρεξουρδίμεντο) τον αιώνα αυτό, λειτουργώντας ως σπόρος για πολλά εθνικιστικά ρεύματα στον Παλιό Κόσμο.
Οι απαρχές του μύθου: από την Καλδερέρα έως τη Ματαρονένσε
Ο ιστορικός Τζουζέπ Μαρία Ταραγκόνα διηγείται πώς ο μικρός και ασθενικός Αντόνι, ο βενιαμίν μιας σεμνής οικογένειας χαλκουργών, που μεγάλωσε από το 1852 ανάμεσα στην πόλη Ρέους και το χωριό Ριουδόμς (Ταραγόνα), έμαθε το επάγγελμα του πατέρα του κατά τη διάρκεια των συχνών κρίσεων ρευματικού πυρετού που δεν του επέτρεπαν να πηγαίνει στο σχολείο.
Η Καταλονία, γενέτειρα της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Ισπανία, βρισκόταν σε πλήρη οικονομική και πολεοδομική μεταμόρφωση: δύο χρόνια μετά τη γέννηση του Γκαουντί γκρεμίζονταν τα μεσαιωνικά τείχη της Βαρκελώνης και εφαρμόζονταν το επαναστατικό σχέδιο επέκτασης του Ιλδεφόνς Σερδά, που βελτίωσε τη δημόσια υγιεινή και επανένωσε την εντός των τειχών πόλη με τους γειτονικούς δήμους της, όπως η Γκράθια. Μόλις τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 1848, το κράτος είχε εγκαινιάσει την πρώτη του σιδηροδρομική γραμμή, ανάμεσα στη Ματαρό και τη Βαρκελώνη.
Η οικογένεια των Γκαουντί ι Κορνέτ, όπως περιγράφει ο Τζουζέπ Μαρία Ταραγκόνα, δεν θέλει να χάσει αυτό το τρένο και μετακομίζει στη Βαρκελώνη το 1868 για να εξασφαλίσει πανεπιστημιακές σπουδές στους γιους της, για τις οποίες χρειάζεται να πουλήσει διάφορα κτήματα και να υποθηκεύσει το Μας ντε λα Καλδερέρα, τη φάρμα που αρκετοί γνωστοί του αρχιτέκτονα υποστηρίζουν ότι ήταν ο τόπος γέννησής του.
Ο Αντόνι, ωστόσο, δεν θα καταφέρει να εγγραφεί στη Σχολή Αρχιτεκτόνων πριν από το 1874, λόγω των απαιτούμενων προηγούμενων ακαδημαϊκών προσόντων και των οικονομικών του περιορισμών. Εκείνα τα χρόνια εργάζεται ως σχεδιαστής τεχνικών σχεδίων και λίγο αργότερα αρχίζει να υπογράφει τα πρώτα του έργα, όπως το υδραυλικό σύστημα για την μνημειακή κρήνη του Πάρκου της Σιουταδέλα (1875), υπό τις οδηγίες του Τζουζέπ Φοντσερέ.
Το έργο αυτό δημιουργείται για την Παγκόσμια Έκθεση της Βαρκελώνης του 1888 και αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα του καταλανικού μοντερνισμού, του αρχιτεκτονικού κλάδου της Ρεναϊσένσα, που χαρακτηρίζεται από πληθωρικό, καμπύλο ύφος, με μορφές εμπνευσμένες από τη φύση, όπως τα ανθικά μοτίβα. Ήδη από τα πρώτα του βήματα, λοιπόν, η σφραγίδα του θα συνδεθεί άρρηκτα με τη Βαρκελώνη μέχρι σήμερα.
Υποστηρικτής της Επανάστασης της «Ενδοξής», που οδήγησε στο Δημοκρατικό Εξαετές και στην κυβέρνηση του Χουάν Πριμ (επίσης από τη Ρέους), ο Γκαουντί εργάζεται μεταξύ 1878 και 1882 σε ένα ακόμη έργο με έντονη πολιτική χροιά: τη Συνεταιριστική Εργατική Ένωση της Ματαρό (Cooperativa Obrera Mataronense).
Η συνεταιριστική αυτή δομή σχεδιάστηκε ως κοινωνική έδρα, αποτελούμενη από το ίδιο το εργοστάσιο και τις εγκαταστάσεις που θα εξυπηρετούσαν τους εργάτες (προσιτές κατοικίες, κήποι και κτίριο υπηρεσιών), σε πλήρη άνθηση του ρεύματος του ουτοπικού σοσιαλισμού και των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Γκαουντί θα ερωτευθεί, μάλιστα, μία από τις δασκάλες του σχολείου, την Πεπέτα Μορέου, αν και εκείνη τον απέρριψε, εξηγώντας ότι ήταν ήδη αρραβωνιασμένη.
Με ένα αξιοσημείωτο βιογραφικό πίσω του και μια πρωτεύουσα που αρχίζει να τον αντιμετωπίζει ως δημόσιο πρόσωπο, ο αρχιτέκτονας και διευθυντής της Σχολής, Ελιές Ροχέντ, δηλώνει όταν του απονέμει το πτυχίο, το 1879: «Δεν ξέρω αν δίνουμε το πτυχίο σε έναν τρελό ή σε έναν ιδιοφυή: ο χρόνος θα το δείξει».
Ξεκινούν τα έργα της Σαγράδα Φαμίλια
Ο Γκαουντί είναι πλέον πλήρως ενταγμένος στην αστική κοινωνία της αναπτυσσόμενης μελλοντικής μητρόπολης: συμμετέχει σε συλλόγους της Ρεναϊσένσα, όπως η Καταλανική Εταιρεία Επιστημονικών Εκδρομών, και διατηρεί σχέσεις με σύγχρονούς του όπως ο ποιητής και ιερέας Ζασίντ Βερνταγκέρ ή ο βιομήχανος Εουσέμπι Γκουέλ, ο οποίος θα γίνει ένας από τους καλύτερους πελάτες και φίλους του.
Το 1883 λαμβάνει την εντολή να συνεχίσει τα έργα του έργου της ζωής του, της Σαγράδα Φαμίλια. Ο Γκαουντί επιλέγει να τροποποιήσει το αρχικό σχέδιο και να αναπτύξει ένα μνημειώδες έργο γύρω από την αφετηρία του, την κρύπτη του καθολικού ναού όπου θα κατέληγε να ταφεί, την οποία δεν θα έβλεπε ποτέ ολοκληρωμένη και στην οποία, παρά την πρόοδο των έργων του τρούλου, απομένει ακόμη μία δεκαετία για να ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις επιθυμίες του δημιουργού της.
Από εκείνη τη χρονιά και έως το 1887 επικεντρώνεται επίσης στην κατασκευή των περιπτέρων Γκουέλ, κατόπιν παραγγελίας του Εουσέμπι. Εκεί ο αρχιτέκτονας, που πειραματιζόταν με στοιχεία νεομουδέχαρ, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά την τεχνική του τρενκαντίς: μία από τις πιο αναγνωρίσιμες επινοήσεις του, βασισμένη σε επένδυση μωσαϊκού από κομμάτια κεραμικού, γυαλιού ή μαρμάρου, συνήθως σε έντονα χρώματα.
Ο σχεδιασμός αυτός κρύβει ακόμη μια χαρακτηριστική ιστορία, συνδεδεμένη με το εργαστήριο του κεραμοποιού Λιουΐς Μπρου. Σε μια έκρηξη ευερεθιστότητας ή Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), παρακολουθώντας πώς ο συνάδελφός του τοποθετούσε τα κομμάτια υπομονετικά, ένα προς ένα, ο Γκαουντί πήρε ένα πλακάκι και το πέταξε στο πάτωμα, αναφωνώντας –σύμφωνα με τις μαρτυρίες– «Πρέπει να μπαίνουν χούφτες-χούφτες, αλλιώς δεν θα τελειώσουμε ποτέ!».
Αυτή η στιγμή οργής αποτυπώνεται σήμερα σε πολλά από τα μνημεία που μαρτυρούν εκείνη την περίοδο και εξακολουθούν να δεσπόζουν στην πόλη του, αλλά και πέρα από τη Βαρκελώνη. Στην ίδια εποχή ανήκει, για παράδειγμα, η Βίλα Κιχάνο («El Capricho»), στην κωμόπολη Κομίγιας της Καντάβριας, που έχει χαρακτηριστεί Μνημείο Κοινού Ενδιαφέροντος.
Μαξιμαλισμός και απώλειες στην τρίτη δύναμη: η τελική περίοδος
Ο Γκαουντί θα ενισχύσει σημαντικά τις χρωματικές αντιθέσεις στις προσόψεις των δημιουργιών του, αφήνοντας ανεξίτηλη σφραγίδα σε ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του, όπως η Κάσα Καλβέτ, το Πάρκ Γκουέλ, η Κάσα Μπατλιό ή η Κάσα Μιλά. Η φύση επιβάλλει τις μορφές της μέσα από ελικοειδή σχήματα ή κεκλιμένες κολόνες και αυτή η εξέλιξη θα αποτυπωθεί τελικά στο έργο που θα τον στοιχειώσει και θα μονοπωλήσει σχεδόν αποκλειστικά την προσοχή του από το 1915: τη βασιλική που έμεινε ανολοκλήρωτη.
Ο δάσκαλος βιώνει πολλές απώλειες (την ανιψιά του Ρόσα, τον βασικό συνεργάτη του Φρανθίσκο Μπερενγκέρ, τους φίλους του Χοσέ Τόρας ι Μπάχες και τον ίδιο τον Εουσέμπι Γκουέλ), που εντείνουν τον θρησκευτικό του ζήλο και την απομόνωσή του, με μοναδικό στόχο να ολοκληρώσει το έργο της ζωής του. Από τη στιγμή που πεθαίνει και ένας ακόμη συνεργάτης του, ο γλύπτης και μακετίστας Γιορένς Ματαμάλα, το 1925, ο Γκαουντί μετακομίζει σε ένα μικρό δωμάτιο στο εργαστήριό του στη Σαγράδα Φαμίλια και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην εργασία.
Μάρτυρες αφηγούνται ότι, στις αρχές του δειλινού της 7ης Ιουνίου 1926, ο Γκαουντί δούλευε πάνω σε μερικές λάμπες για την κρύπτη και, μόλις τελείωσε τη μέρα του και πριν κατευθυνθεί, όπως κάθε μέρα, στην εκκλησία Σαν Φελίπε Νέρι, φώναξε έναν από τους εργάτες που τον βοηθούσαν: «Βιθέντε, αύριο ελάτε νωρίς, γιατί θα κάνουμε πολύ όμορφα πράγματα». Μια ομορφιά που έμεινε ανολοκλήρωτη και την οποία ο ίδιος ο Λέων ΙΔ΄ θα έχει την ευκαιρία να αντικρίσει αυτή την Τετάρτη, 10 Ιουνίου, όταν επισκεφθεί το έργο, το σπίτι και τον τάφο του Καταλανού δασκάλου.