Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Κύπρος: Πρόκληση για τον τουρισμό η απουσία των Ρώσων

Access to the comments Σχόλια
Από Πάνος Κιτσικόπουλος  with AFP
euronews_icons_loading
Κύπρος, τουρισμός
Κύπρος, τουρισμός   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Petros Karadjias/Copyright 2022 The Associated Press. All rights reserved

Δίπλα στα γαλανά νερά της Αγίας Νάπας, η μουσική από τα beach bar ακούγεται δυνατά. 

Έπειτα από δύο δύσκολα πανδημικά καλοκαίρια, η βαριά βιομηχανία της Κύπρου, ο τουρισμός, δείχνει να επανέρχεται στα προ-COVID επίπεδα. Όμως η έλλειψη μιας συγκεκριμένης κατηγορίας τουριστών είναι εμφανής. 

Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία έχουν κρατήσει τους Ρώσους τουρίστες μακριά από την Κύπρο, η οποία κάποτε αποτελούσε αγαπημένο τους προορισμό. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια 800.000 τουριστών. 

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Διευθυντών Ξενοδοχείων Χρήστος Αγγελίδης μιλά για μια εξέλιξη που ήρθε απότομα: «Το πρόβλημα που πηγάζει από αυτήν την αγορά είναι ότι χάθηκε τελείως ξαφνικά. Δηλαδή, κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτήν την τεράστια αλλαγή. Και κατ' επέκταση είναι πάρα πολύ δύσκολο να καλυφθεί. Σε κάποιο βαθμό προσπαθήσαμε πάρα πολύ, σε κάποιο βαθμό τα καταφέρνουμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι είναι αδύνατο να καλυφθεί ένα τόσο μεγάλο ποσοστό πελατών».

Προ πανδημίας, το 2019, ταξίδεψαν στην Κύπρο 3,9 εκατομμύρια τουρίστες, εκ των οποίων περισσότεροι από 780.000 ήταν Ρώσοι. Πέρυσι και παρά τους υγειονομικούς περιορισμούς, αν και οι αφίξεις ήταν λιγότερες, το μερίδιο των Ρώσων αυξήθηκε: Πάνω από ένας στους τέσσερις τουρίστες ήταν από τη Ρωσία. 

Φέτος, φυσικά οι αριθμοί είναι εντελώς διαφορετικοί. Η συμμετοχή της Κύπρου στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας συνεπάγεται απαγόρευση πτήσεων προς την Κυπριακή Δημοκρατία και αποκλεισμό των ρωσικών τραπεζών από το διεθνές σύστημα συναλλαγών. Αυτό σημαίνει λιγότεροι έως καθόλου Ρώσοι τουρίστες φέτος - και εννοείται και Ουκρανοί - με το υφυπουργείο Τουρισμού να υπολογίζει τις απώλειες κερδών περίπου στα 600 εκατομμύρια, τα οποία αναγκαστικά αναζητούνται σε άλλες αγορές.

«Είναι μεμονωμένοι πλέον οι τουρίστες που έρχονται από αυτές τις χώρες, για τους λόγους που όλοι ξέρουμε. Όμως το ξενοδοχείο πάντα είχε ένα καλό όνομα και αποτεινόταν πολύ στην κεντροευρωπαϊκή αγορά, οπως είναι η Ελβετία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Αγγλία», επισημαίνει ο Πανίκος Μιχαήλ, διευθυντής του πεντάστερου Alion Beach Hotel.

Για τον εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων της Κύπρου Χάρη Παπαχαραλάμπους, το κενό από τη ρωσική και την ουκρανική αγορά δεν μπορεί να καλυφθεί άμεσα, ωστόσο υπάρχει μια νότα αισιοδοξίας. Όπως λέει, «έχουν γίνει πάρα πολλές προσπάθειες από διάφορους φορείς και βλέπουμε αγορές, όπως είναι η γερμανική αγορά, η πολωνική αγορά, η ιταλική αγορά και βεβαίως και η γαλλική αγορά».

Δεν είναι όμως μόνο οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας που δυσχεραίνουν την κατάσταση. Το παζλ των δυσκολιών είναι περίπλοκο και αφορά, εκτός αυτού, το λειτουργικό κόστος που εν μέσω ενεργειακής κρίσης έχει εκτοξευθεί. Ενδεικτό παράδειγμα αποτελεί η μεγάλη χρήση κλιματιστικών από τους τουρίστες. Δεδομένων των υψηλών θερμοκρασιών του κυπριακού καλοκαιριού, για τους φιλοξενούμενους θεωρείται απαραίτητη. Παράλληλα, όμως, αποτελεί και παράγοντα που διογκώνει σε εξωπραγματικά επίπεδα τους λογαριασμούς ρεύματος για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Petros Karadjias/Copyright 2021 The Associated Press. All rights reserved
Κύπρος, τουρισμόςPetros Karadjias/Copyright 2021 The Associated Press. All rights reserved

Όπως εξηγεί ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων Χάρης Λοϊζίδης, «ο ηλεκτρισμός αυτή τη στιγμή εξελίσσεται στο νούμερο 2 έξοδο μετά από το εργατικό, το οποίο είναι πάρα πολύ υψηλό. Υπάρχουν ξενοδοχεία που μου έχουν στείλει λογαριασμούς που έχουν κληθεί να πληρώσουν για τον περασμένο μήνα και φθάνουν τις 100.000 και 150.000 ευρώ για ένα μήνα μόνο».

Το 2019, ο τουρισμός έβαλε πάνω από 2,5 δισ. ευρώ στα κυπριακά ταμεία, συμβάλοντας στο 15% του ΑΕΠ. Με όπλα τα φυσικά θέλγητρα της Κύπρου, τις υψηλού επιπέδου υπηρεσίες των θερέτρων και την τεχνογνωσία του προσωπικού, οι φετινές προσδοκίες είναι ανάλογες, παρά το γεγονός ότι οι προκλήσεις είναι μεγαλύτερες.