Διεθνής Τύπος: «Η Ευρώπη χρειάζεται νέα αμυντική στρατηγική απέναντι σε Κίνα, Ινδία και Τουρκία»

Ευρωπαϊκά στρατεύματα (φωτογραφία αρχείου)
Ευρωπαϊκά στρατεύματα (φωτογραφία αρχείου) Πνευματικά Δικαιώματα Armin Durgut/Copyright 2022 The AP. All rights reserved
Από George Dimitropouloseuronews with ΚΥΠΕ
Κοινοποιήστε το άρθροΣχόλια
Κοινοποιήστε το άρθροClose Button

Σε ανάλυση του Paul Gillespie στην εφημερίδα «Irish Times» αναφέρεται πως «η Ρωσία δεν είναι πια αρκετά σημαντική για να τη μισούμε»

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη επέτειο της έναρξης της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο διεθνής Τύπος φέρνει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα. Την προηγούμενη εβδομάδα, δυτικοί αναλυτές αναζήτησαν απάντηση στο ερώτημα «γιατί η Ευρώπη έχει ανάγκη για μια νέα αμυντική στρατηγική;» Οι αναλυτές ασχολήθηκαν επίσης με την διαφοροποίηση της στάσης μιας σειράς χωρών απέναντι στο συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.

Καθώς οι δυτικοί αναλυτές αναζητούν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν το μέλλον της δυτικής συμμαχίας, τα μέσα ενημέρωσης της Ινδίας, της Κίνας και της Ρωσίας εξακολουθούν να προσεγγίζουν τις νέες εξελίξεις στο παγκόσμιο σκηνικό από την οπτική γωνία των δικών τους χωρών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ινδικού Τύπου, ο οποίος εκπέμπει το μήνυμα ότι «η πολιτική ανάσχεσης της Κίνας πηγάζει από τις προκαταλήψεις για το χρώμα του δέρματος και την ιδέα περί υπεροχής των λευκών».

«Η Ευρώπη χρειάζεται νέο σχέδιο για την άμυνά της»

Σε ανάλυση με τίτλο «Μην πιστεύετε τη διαφημιστική εκστρατεία - ο πόλεμος στην Ουκρανία οδήγησε σε λίγες μόνο αλλαγές» που δημοσιεύτηκε στις 7 Μαρτίου στο αμερικανικό περιοδικό «Foreign Affairs», οι Max Bermann και Sophia Besch επεσήμαναν τα εξής: «Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, φάνηκε σαν μια μεταμορφωτική ευκαιρία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Θεωρούνταν δεδομένο ότι η Ευρώπη θα έπαιρνε επιτέλους τα πάνω της στην άμυνα. Αλλά καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στον δεύτερο χρόνο του, δεν έχει υλοποιηθεί ακόμη μια τέτοιου είδους μεταμόρφωση. Για τη συνεχιζόμενη στασιμότητα ευθύνονται πολλά μέρη - τα ευρωπαϊκά κράτη, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες - τα οποία έχουν επαναπαυθεί στις άνετες πρακτικές του παρελθόντος με την ελπίδα να διατηρήσουν ένα αβάσιμο status quo. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν έχει αλλάξει από τον πόλεμο. Αλλά αν κοιτάξετε πιο προσεκτικά, οι αλλαγές αυτές δεν φαίνονται και τόσο μετασχηματιστικές. Αντί να κινητοποιήσει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση των βαθιών διαρθρωτικών προβλημάτων της ευρωπαϊκής άμυνας, ο πόλεμος απλώς ενίσχυσε αυτά τα προβλήματα. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως, και τα αποθέματα όπλων έχουν αναγκαστικά διοχετευθεί για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Η παρούσα κατάσταση δεν είναι βιώσιμη. Ο Τζο Μπάιντεν μπορεί να είναι ο τελευταίος πραγματικά υπερατλαντικός πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο πόλεμος αποκάλυψε την τρομακτική κατάσταση της ευρωπαϊκής άμυνας. Η Ευρώπη δεν έχει επενδύσει επαρκώς στις ένοπλες δυνάμεις της τα τελευταία 20 χρόνια. Ο ρόλος που διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδεινώνει την κατάσταση. Οι προσπάθειες της Ευρώπης να συμμαζέψει τη βιομηχανική της δράση συναντούν σθεναρή αντίσταση από τις αμερικανικές διοικήσεις, οι οποίες διοχετεύουν τις ανησυχίες των αμερικανικών εταιρειών για τον αποκλεισμό τους από την ευρωπαϊκή αγορά». Στην ανάλυση ξεχωρίζουν και τα εξής: «Η θεμελιώδης δουλειά του ΝΑΤΟ είναι να οργανώσει τους διάφορους στρατούς της συμμαχίας ώστε να πολεμούν από κοινού. Το ΝΑΤΟ δεν προμηθεύεται όπλα, δεν καθορίζει τα επίπεδα των δαπανών ούτε κάνει τα υπουργεία Άμυνας να συνεργάζονται περισσότερο. Σε αυτό, όμως, μπορεί να βοηθήσει η ΕΕ. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, έχει αποτύχει να κάνει κάτι τέτοιο. Συνεπώς, η Ευρώπη χρειάζεται ένα σχέδιο για την αύξηση της αμυντικής ολοκλήρωσης και την επανεκκίνηση της δικής της αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Ένας τρόπος για να βγούμε από αυτό το τέλμα θα ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν την αντίθεσή τους στις πρωτοβουλίες αμυντικής ολοκλήρωσης της ΕΕ και να ενθαρρύνουν περισσότερη χρηματοδότηση για τέτοιες προσπάθειες».

Σε ανάλυση του Paul Gillespie που ήταν δημοσιευμένη στις 10 Μαρτίου στην ιρλανδέζικη εφημερίδα «Irish Times» με τον τίτλο «Η Ρωσία δεν είναι πια αρκετά σημαντική για να τη μισούμε», γράφτηκαν τα εξής: «Η Ρωσία θεωρείται αντίπαλος από το κοινό των ΗΠΑ, της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά σε συντριπτικό βαθμό σύμμαχος ή απαραίτητος εταίρος από το κοινό της Ινδίας, της Κίνας και της Τουρκίας. Υπάρχουν παρόμοιες αντιθέσεις στις στάσεις απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις προσδοκίες για διπολικότητα ή πολυπολικότητα ΗΠΑ-Κίνας στην παγκόσμια πολιτική. Ο Ivan Krastev, εξήγησε στους Financial Times ότι για να καταλάβουμε γιατί οι υπόλοιποι δεν μισούν τους Ρώσους για τον πόλεμο στη Ουκρανία θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ρωσία δεν θεωρείται πλέον μια παγκόσμια υπερδύναμη. "Για χώρες όπως η Ινδία και η Τουρκία, η Ρωσία έχει γίνει σαν κι αυτές, οπότε δεν χρειάζεται να τη φοβούνται". Καθώς οι περιφερειακές δυνάμεις συνήθως δεν μισούνται έξω από τις σφαίρες τους, "η Ρωσία δεν είναι πλέον αρκετά σημαντική για να τη μισούν". Αυτή είναι μια βαρύνουσα διαπίστωση. Η εν λόγω διαπίστωση, εξηγεί το γιατί η ρητορική της Ρωσίας σχετικά με τις δυτικές προσπάθειες διάσπασής της και την ανάγκη δημιουργίας πολυπολικών εναλλακτικών λύσεων στον ηγεμονισμό των ΗΠΑ έχει απήχηση στους υπόλοιπους - παρά την προφανώς αυτοκρατορική εισβολή της στην Ουκρανία». Στο άρθρο του ο κ. Gillespie προβάλλει επίσης την εξής άποψη ότι: «Ο φιλελευθερισμός, η δημοκρατία και ο καπιταλισμός είναι δύσκολοι σύντροφοι. Δεν ευθυγραμμίζονται παντού, όπως συνέβη στην πρόσφατη δυτική ιστορία, ούτε θα πρέπει αυτοί οι συγκεκριμένοι συνδυασμοί να διατυμπανίζονται ως καθολικοί κανόνες ή αξίες. Γενικότερα, αντί να πιέζουν απλώς τις ευρωπαϊκές χώρες να δαπανούν περισσότερα για την άμυνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να χρησιμοποιήσουν τους μοχλούς πίεσης που διαθέτουν για να ενθαρρύνουν την ευρωπαϊκή στρατιωτική συνεργασία».

Η γερμανική ενημερωτική ιστοσελίδα «RedaktionsNetzwerk Deutschland» στις 7 Μαρτίου φιλοξένησε το δημοσίευμα του Sven Christian Schulz με τίτλο «Επίθεση στον Nord Stream: Ουκρανική ομάδα πίσω από αυτήν, λέει η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών», στα πλαίσια του οποίου υπογραμμίστηκαν τα εξής: «Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες διαθέτουν στοιχεία που υποστηρίζουν ότι μια φιλοουκρανική ομάδα ευθύνεται για τις εκρήξεις στον αγωγό Nord Stream. Φημολογείται ότι υπάρχουν δεσμοί (ανάμεσα στην ομάδα και) τον Ουκρανό Πρόεδρο. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι οι δράστες ενήργησαν κατόπιν οδηγιών αξιωματούχου της ουκρανικής κυβέρνησης. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα η ομάδα να έχει διασυνδέσεις με την ουκρανική κυβέρνηση ή τις υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας. (Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης) δημοσίευσαν έρευνα σύμφωνα με την οποία μια ομάδα πέντε ανδρών και μιας γυναίκας νοίκιασε ένα γιοτ και πραγματοποίησε τις επιθέσεις. Σύμφωνα με την έρευνα, η ομάδα αποτελούνταν από έναν καπετάνιο, δύο δύτες, δύο βοηθούς καταδύσεων και μια γυναίκα γιατρό, οι οποίοι φέρονται να μετέφεραν και να τοποθέτησαν τα εκρηκτικά στους τόπους των εγκλημάτων. Τίποτα δεν είναι γνωστό για την εθνικότητα των δραστών. Φέρονται να χρησιμοποίησαν επαγγελματικά πλαστά διαβατήρια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, για να νοικιάσουν το σκάφος. Το σκάφος φέρεται να απέπλευσε από το Ροστόκ στις 6 Σεπτεμβρίου 2022. Τα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης αναφέρουν ότι οι ερευνητές εντόπισαν εκρηκτικά στο τραπέζι της καμπίνας του σκάφους. Από γερμανικής πλευράς, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ο αρμόδιος γενικός εισαγγελέας δεν σχολίασαν τα δημοσιεύματα. Ο σύμβουλος στο γραφείο του Ουκρανού προέδρου, Mychajlo Podoljak, αρνήθηκε κατηγορηματικά την εμπλοκή της Ουκρανίας».

Η αγγλόφωνη ουγγρική εφημερίδα «Daily News Hungary» στις 7 Μαρτίου δημοσίευσε το ρεπορτάζ του John Woods που έφερε τον τίτλο «Σλοβάκος υπουργός: Η Ουγγαρία εκπαιδεύει Ουκρανούς στρατιώτες». Στο δημοσίευμα ξεχώρισαν τα εξής: «Το υπουργικό συμβούλιο (της Ουγγαρίας) κατέστησε πολλές φορές σαφές ότι δεν θα παραδώσει όπλα στην Ουκρανία ούτε θα εκπαιδεύσει Ουκρανούς στρατιώτες. Η Ουγγαρία παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια για τους πρόσφυγες και ιατρική περίθαλψη σε τραυματισμένους Ουκρανούς στρατιώτες. Ωστόσο, ο Σλοβάκος υπουργός Άμυνας δήλωσε χθες ότι η Ουγγαρία έχει εκπαιδεύει Ουκρανούς στρατιώτες. Τεράστια στροφή στην πολιτική της κυβέρνησης για την Ουκρανία; Σύμφωνα με το Paraméter, ένα ουγγρικό πρακτορείο ειδήσεων στη Σλοβακία (όπου πάνω από το 10% του πληθυσμού είναι Ούγγροι), έχει έρθει στην επιφάνεια μια (νέα) δήλωση που έκανε ο Σλοβάκος υπουργός Άμυνας Jaroslav Naď. Ο ίδιος και ο υπουργός Εξωτερικών, Rastislav Káčer, συμμετείχαν σε συζήτηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία στο Nagymihály της Ανατολικής Σλοβακίας. Απαντώντας σε ερώτηση, ο Naď δήλωσε ότι η Τσεχία και η Πολωνία παρείχαν περισσότερη βοήθεια στην Ουκρανία από ό,τι η Σλοβακία. "Και ποιον άλλον θα έπρεπε να βοηθήσουμε, αν όχι τον γείτονά μας", πρόσθεσε. Ο Σλοβάκος υπουργός Άμυνας τόνισε ότι η Ουγγαρία εκπαιδεύει Ουκρανούς στρατιώτες σε ουγγρικό έδαφος. Η Ουγγαρία είναι η μόνη χώρα-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που δεν έστειλε όπλα στο Κίεβο. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ανατολική Ουκρανία (2014-2015), η Ουγγαρία έχει περιθάλψει Ουκρανούς στρατιώτες σε διάφορα νοσοκομεία. Επιπλέον, μετά τη ρωσική εισβολή, η Ουγγαρία καλωσόρισε τους πρόσφυγες, τους πρόσφερε βοήθεια και έστειλε φάρμακα και τρόφιμα στην Ουκρανία, κυρίως στην Υπερκαρπαθία, όπου πριν από τον πόλεμο ζούσαν περίπου 130 χιλιάδες Ούγγροι. Ωστόσο, κανείς δεν μίλησε ποτέ για εκπαίδευση Ουκρανών στρατιωτών στην Ουγγαρία».

Ο ασιατικός Τύπος

«Σταματήστε να προκαλείτε την Κίνα» είναι ο τίτλος του άρθρου του Sunil Sharan που δημοσιεύτηκε στις 7 Μαρτίου στην ινδική εφημερίδα «Times of India». Ο κ. Sharan στο άρθρο του αναφέρει τα εξής: «Οι πόλεμοι τείνουν να τονίζουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των εθνών. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένα γεγονός που κάνει ακριβώς αυτό. Αναμφίβολα, η Ουκρανία προκαλούσε άσκοπα τη Ρωσία πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο ΝΑΤΟ, αλλά η Ρωσία δεν έπρεπε να εισβάλει στην Ουκρανία. Η στάση της Ινδίας η οποία λέει ότι η κυριαρχία των εθνών πρέπει να γίνεται σεβαστή ήταν σαφής. Αλλά οι πράξεις της "λένε" άλλα. Εισάγοντας επιδοτούμενο πετρέλαιο από τη Ρωσία, αγοράζει καύσιμα ποτισμένα με ουκρανικό αίμα. Οι ΗΠΑ και η Ινδία λένε ότι είναι στρατηγικοί εταίροι. Η στρατηγική τους επεκτείνεται στο να είναι μέλη της τετράδας (του τετραμερούς διαλόγου για την ασφάλεια στον οποίο συμμετέχουν η Αυστραλία, η Ινδία, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ). Αλλά οι άσπονδοι εχθροί των ΗΠΑ είναι η Ρωσία και η Κίνα. Η Ινδία είναι φίλος της Ρωσίας, όπως έδειξε ο ουκρανικός πόλεμος. Έτσι η Τετράδα, που κάποτε θεωρούταν μια στρατιωτική συμμαχία για τον περιορισμό της Κίνας, αναφέρει τώρα ότι η αποστολή της είναι να διανέμει εμβόλια». Στο άρθρο αναφέρθηκαν και τα εξής: «Από την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο. Θα μπορούσε κανείς να καταλάβει το σκεπτικό αν κέρδιζαν κάτι, αλλά δεν κερδίζουν. Εν τω μεταξύ, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Κίνα απέφυγε κάθε πόλεμο και έτσι αναπτύχθηκε. Τώρα είναι απλώς μια άλλη υπερδύναμη. Η πολιτική ανάσχεσης της Κίνας πηγάζει από τις προκαταλήψεις για το χρώμα του δέρματος και την ιδέα περί υπεροχής των λευκών. Αν ένα Ηνωμένο Βασίλειο ή μια Γαλλία αναπτύσσονταν τόσο γρήγορα όσο η Κίνα, οι ΗΠΑ θα χειροκροτούσαν το γεγονός. Είναι περίεργο ότι μια χώρα όπως η Ινδία, της οποίας ο ιδρυτής, ο Μαχάτμα Γκάντι, πέρασε όλη του τη ζωή πολεμώντας τις προκαταλήψεις για το χρώμα του δέρματος, ευθυγραμμίζεται τώρα με τις λευκές δυνάμεις για να καταπολεμήσει ένα έγχρωμο έθνος. Υπάρχει μια γοητεία για το λευκό δέρμα στην Ινδία και επομένως για δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ. Δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα των ΗΠΑ. Πρέπει να σταματήσουμε να προκαλούμε την Κίνα».

Σε κύριο άρθρο που φιλοξένησε στις 8 Μαρτίου η αγγλόφωνη κινεζική εφημερίδα «People's Daily» με τίτλο «Η διπλωματία της Κίνας "αντιμετωπίζει τους λύκους κατά μέτωπο", κερδίζοντας ένδοξα επιτεύγματα εν μέσω δυσκολιών» αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην κινεζική διπλωματία, δεν υπάρχει έλλειψη καλής θέλησης, αλλά εφόσον αντιμετωπίζουν τσακάλια ή λύκους, οι Κινέζοι διπλωμάτες δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά το να τους αντιμετωπίσουν μετωπικά προστατεύοντας την πατρίδα. Είναι σαφές ότι η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Κίνας έχει παρεκκλίνει εντελώς από την ορθολογική πορεία. Οι ΗΠΑ δεν μπορεί να περιμένουν από την Κίνα να μην απαντήσει με λόγια ή πράξεις. Η Κίνα έχει όλο και περισσότερους νέους φίλους και όλο και πιο στενούς παλιούς φίλους. Στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των κανονικών χωρών της διεθνούς κοινότητας, η Κίνα είναι ένας φιλικός, ενθουσιώδης και καλός γείτονας και εταίρος ο οποίος είναι πρόθυμος να μοιραστεί πράγματα. Ορισμένα δυτικά μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη ισχυρίζονται ότι η διπλωματία της Κίνας γίνεται όλο και πιο "σκληρή". (Ωστόσο η Κίνα προχωρά) με μεγάλη βεβαιότητα και ισχυρό αίσθημα ευθύνης. Το νέο ταξίδι της κινεζικής διπλωματίας θα είναι μια αποστολή με δόξες και όνειρα. Θα είναι επίσης ένα μακρύ ταξίδι μέσα από φουρτουνιασμένες θάλασσες. Όσο πιο δύσκολη είναι η αποστολή τόσο πιο ένδοξη είναι η ολοκλήρωσή της. Ελπίζουμε ότι η κινεζική διπλωματία στη νέα εποχή θα έχει εξαιρετικές επιδόσεις υπό την καθοδήγηση της Σκέψης του Σι Τζινπίνγκ».

Ο ρωσικός και ουκρανικός Τύπος

«Η Κίνα είναι πεπεισμένη για το αναπόφευκτο της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ» είναι ο τίτλος του άρθρου του Petr Akopov που δημοσιεύτηκε στο ρωσικό πρακτορείο «RIA Novosti» στις 9 Μαρτίου. Στο άρθρο του ο κ. Akopov αναφέρει τα εξής: «Η πίεση της Δύσης προς την Κίνα έχει αποδώσει αποτελέσματα, καθώς ο Σι Τζινπίνγκ έχει επαναπροσδιορίσει την έννοια της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση. Αυτό συνέβη καθώς η Κίνα ετοιμάζεται να επανεκλέξει τον Σι Τζινπίνγκ για τρίτη θητεία στην προεδρία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Επί δεκαετίες, οι Κινέζοι ηγέτες αναφέρονταν στους εξωτερικούς αντιπάλους με όρους όπως "ορισμένες χώρες". Ο Σι επιστρέφει στη ρητορική της μαοϊκής περιόδου - και έχουν δίκιο όσοι στη Δύση τρομάζουν τον κόσμο με τον "νέο Μάο". Όλοι στην Κίνα έχουν καταλάβει εδώ και καιρό ότι οι ΗΠΑ δεν ανακήρυξαν τυχαία τη χώρα τους ως τον κύριο εχθρό τους και την κύρια απειλή, αλλά είναι πλέον προφανές ότι οι ΗΠΑ όχι απλώς υιοθέτησαν την πολιτική της σκλήρυνσης της αποτροπής και της περικύκλωσης της Κίνας, αλλά προσπαθούν να προκαλέσουν ανοιχτά το Πεκίνο, και όχι μόνο προς την κατεύθυνση της Ταϊβάν (που είναι η πρώτη προτεραιότητα). Ο Σι μίλησε για μια πολιτική συνολικής "ανάσχεσης, περικύκλωσης και καταστολής", προειδοποιώντας τους ανθρώπους του για την έναρξη μιας περιόδου σκληρής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και με τη Δύση γενικότερα. Η Κίνα δεν έχει πλέον αυταπάτες για μια πιθανή διάσπαση της Δύσης - η εμπειρία του τελευταίου έτους της αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης έχει βοηθήσει. Το Πεκίνο δεν θέλει μια μετωπική σύγκρουση με το Ατλαντικό Εξπρές, αλλά ήδη προετοιμάζεται ανοιχτά για μια τέτοια εξέλιξη. Μαζί με τη Ρωσία; Ναι - όπως είπε ο Qin Gang, "όσο πιο ασταθής είναι ο κόσμος μας, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη των ρωσοκινεζικών σχέσεων. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του αμερικανικού "συγκρουσιακού εξπρές", τόσο πιο κοντά θα είναι η κινεζική και η ρωσική πορεία. Και "επειδή η Ρωσία και η Κίνα συνεργάζονται, ο κόσμος θα έχει μια κινητήρια δύναμη", είπε ο Κινέζος υπουργός - ανεξάρτητα από το αν το Ατλαντικό Εξπρές επιβραδύνει, αν βγει από τις ράγες ή αν συντριβεί στην Ευρασία με τέρμα γκάζι».

Η ουκρανική ιστοσελίδα «Gazeta.ua» στις 7 Μαρτίου δημοσίευσε τοι άρθρο του Ivan Kyrychevskyi με τίτλο «Όχι μόνο φρούριο. Μερικές πραγματικότητες για το Μπαχμούτ που πρέπει να γνωρίζουν όλοι», στο οποίο ξεχώρισαν τα εξής: «Στην πραγματικότητα, στο Μπαχμούτ, οι ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις κατέστρεψαν μια ομάδα που ήταν ικανή για μια ξεχωριστή επιχείρηση - για παράδειγμα, μια επαναλαμβανόμενη επίθεση στο Κίεβο. Το δίλημμα «άμυνα ή υποχώρηση» (φαίνεται ότι διευθετήθηκε) από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας. (Εάν οι ρωσικές δυνάμεις) πετύχουν στις μάχες στην ανατολική Ουκρανία, θα μπορούσαν να μεταφέρουν μέρος των δυνάμεών τους από εκεί σε μια νέα επίθεση στο Κίεβο. Το πόση προσοχή έδωσε η Ρωσική Ομοσπονδία στην κατάληψη του Μπαχμούτ φαίνεται τουλάχιστον από το γεγονός ότι σε αυτήν την πόλη οι εισβολείς χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά πυραύλους τύπου X-22. Κάποιοι πιστεύουν ότι η κατοχή του «φρουρίου Μπαχμούτ» έχει μόνο πολιτική σημασία. Όμως μια τέτοια λογική συνεπάγεται με την μετατροπή άλλων πόλεων του Ντονμπάς (που είναι υπό ουκρανικό έλεγχο) όπως το Κραματόρσκ, η πόλη Σλόβιανσκ, η Κοστιαντίνιβκα σε πεδίο μάχης. (Οι δυτικοί σύμμαχοι πιστεύουν ότι) ότι στην άμυνα του Μπαχμούτ χάνονται οι εφεδρείες που θα χρειάζονταν για μια αντεπίθεση την άνοιξη. (Ωστόσο) οι εφεδρείες, που υποτίθεται ότι θα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αντεπίθεσης την άνοιξη, στην πραγματικότητα εξακολουθούν να εκπαιδεύονται με δυτικό εξοπλισμό σε πεδία εκπαίδευσης στις δυτικές χώρες. Άλλωστε, ακόμη και η ίδια η λογική της έννοιας της «αντεπίθεσης» προϋποθέτει ότι πρώτα πρέπει να σταματήσει η κίνηση του εχθρού και μετά να επέλθει η επίθεση».

Κοινοποιήστε το άρθροΣχόλια

Σχετικές ειδήσεις

Airbus: Χρυσό deal με την IndiGo για την παραγγελία 500 αεροσκαφών

Αυξάνεται η αμυντική παραγωγή της ΕΕ- ενισχυμένος ο ρόλος της Ελλάδας

Ινδία: Δολοφόνησαν εν ψυχρώ πρώην πολιτικό σε live σύνδεση