Επί σχεδόν έξι δεκαετίες χρηματοδοτούσε το PBS, το NPR και περισσότερους από 1.500 τοπικούς δημόσιους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς σε όλη τη χώρα
Η προεδρία Τραμπ προχώρησε σε ένα ακόμη βήμα περιορισμού των δημόσιων δαπανών. Το διοικητικό συμβούλιο του Corporation for Public Broadcasting (CPB) ψήφισε προχθές τη διάλυση του οργανισμού, που επί σχεδόν έξι δεκαετίες χρηματοδοτούσε το PBS, το NPR και περισσότερους από 1.500 τοπικούς δημόσιους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς σε όλη τη χώρα.
Η απόφαση έρχεται έξι μήνες μετά την κατάργηση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης ύψους 1,1 δισ. δολαρίων από την κυβέρνηση Τραμπ και το Κογκρέσο, το οποίο βρισκόταν υπό Ρεπουμπλικανικό έλεγχο, τον Ιούλιο του 2025.
Το CPB ιδρύθηκε το 1967 με το Public Broadcasting Act και αποτέλεσε βασικό πυλώνα στήριξης της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης στις ΗΠΑ. Υποστήριζε προγράμματα όπως το Sesame Street και το Mister Rogers' Neighborhood, και υπήρξε η μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή χρηματοδότησης δημόσιων μέσων στη χώρα. Το 70% του προϋπολογισμού του κατευθυνόταν απευθείας σε τοπικούς σταθμούς, πολλοί από τους οποίους εξυπηρετούσαν αγροτικές και οικονομικά αδύναμες περιοχές όπου δεν υπάρχουν εμπορικά μέσα ενημέρωσης.
Η κυβέρνηση Τραμπ αιτιολόγησε την κατάργηση των κονδυλίων, κατηγορώντας τα δημόσια μέσα για μεροληψία υπέρ των φιλελεύθερων απόψεων. Οι επικριτές της απόφασης υποστηρίζουν ότι η διάλυση του CPB θέτει σε κίνδυνο την πρόσβαση στην ενημέρωση και στην εκπαίδευση εκατομμυρίων Αμερικανών, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι ιδιωτικοί σταθμοί δεν είναι διαθέσιμοι.
Το CPB ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια που διαθέτει για την υποστήριξη τοπικών σταθμών και για την ψηφιοποίηση του ιστορικού περιεχομένου μέσω του American Archive of Public Broadcasting, διασφαλίζοντας ότι σημαντικό υλικό από το παρελθόν δεν θα χαθεί. Παρά ταύτα, το μέλλον εκατοντάδων τοπικών δημόσιων σταθμών παραμένει αβέβαιο, καθώς οι πόροι που θα τους υποστηρίζουν μειώνονται δραματικά.
Η διάλυση του CPB σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τα δημόσια μέσα στις ΗΠΑ, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για την πρόσβαση σε ανεξάρτητη και εκπαιδευτική ενημέρωση, αλλά και για τον ρόλο του κράτους στη διασφάλιση της δημοκρατικής ενημέρωσης.