Αφού δημιούργησε υψηλές προσδοκίες ενόψει του ταξιδιού του στο Πεκίνο, ο Αμερικανός πρόεδρος φεύγει με λίγα πράγματα στις αποσκευές του, απογοητεύοντας τους επενδυτές. Στα βασικά σημεία αντιπαράθεσης, όπως το Ιράν και η Ταϊβάν, η Κίνα δεν υποχώρησε καθόλου
Πριν από το ταξίδι Τραμπ στην Κίνα, δημιουργήθηκαν υπερβολικές προσδοκίες - τις οποίες σε μεγάλο βαθμό καλλιεργούσε ο ίδιος.
Όμως η πραγματικότητα μιας πολύπλοκης και δύσκολης σχέσης τον πρόλαβε.
Και αυτό περιλαμβάνει το γεγονός ότι η Κίνα έχει το πάνω χέρι αυτή τη στιγμή.
Από αμερικανικής πλευράς, τα άμεσα αποτελέσματα της συνόδου κορυφής με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ ήταν πενιχρά: καμία μεγάλη τομή, αλλά μια απλή σταθεροποίηση των σχέσεων και μια έντονη προσπάθεια να μην ξεφύγει από τα πλαίσια η αντιπαλότητα των δύο υπερδυνάμεων.
"Δεν έχεις την αίσθηση ότι επιτεύχθηκαν πολλά", δήλωσε ο Χέλμουτ Μπραντστάτερ, φιλελεύθερος ευρωβουλευτής από την Αυστρία, ο οποίος έχει καλές διασυνδέσεις με Κινέζους διπλωμάτες.
"Ο Τραμπ δεν έχει πετύχει τίποτα οικονομικά για τον ίδιο, ούτε έχει πετύχει κάτι για τον υπόλοιπο κόσμο", πρόσθεσε.
Κατά την προετοιμασία της συνόδου κορυφής, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε την εντύπωση ότι, με τη μεγάλη συνοδεία του από κορυφαίους Αμερικανούς επιχειρηματίες, θα έφερνε στην πατρίδα του μεγάλα συμβόλαια για την αμερικανική οικονομία. Αυτό όμως δεν συνέβη.
Αν και ο Σι Τζινπίνγκ συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing, ο αριθμός αυτός ήταν πολύ χαμηλότερος από τα 500 που είχε υποσχεθεί ο Τραμπ προηγουμένως.
Κατά συνέπεια, οι επενδυτές στις ΗΠΑ απογοητεύτηκαν, με τις μετοχές της Boeing να σημειώνουν πτώση 4% στη Wall Street.
Το σχόλιο του Αμερικανού προέδρου δεν προκάλεσε καμία έκπληξη: "πρόκειται να παραγγείλει 200 αεροσκάφη... 200 μεγάλα".
Η μεγάλη παραγγελία της Boeing ήταν μία από τις πολλές επιχειρηματικές συμφωνίες που αναμενόταν να προκύψουν από τις συνομιλίες. Ωστόσο, όταν ο Τραμπ έφυγε από την Κίνα την Παρασκευή, ήταν η μόνη μεγάλη συμφωνία που ανακοινώθηκε.
Η τελευταία μεγάλη παραγγελία της Κίνας από την Boeing ήταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του Τραμπ στο Πεκίνο τον Νοέμβριο του 2017, όταν η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 300 αεροπλάνα Boeing.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών χάλασαν στη συνέχεια και οι παραγγελίες της Boeing από την Κίνα δεν υλοποιήθηκαν.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει σε εμπορικές συναλλαγές αγροτικών προϊόντων, αλλά ελάχιστες λεπτομέρειες είναι διαθέσιμες, ενώ δεν υπήρχαν ενδείξεις για μια σημαντική πρόοδο σχετικά με τις πωλήσεις τσιπ της Nvidia στην Κίνα, παρά τη συμμετοχή του CEO Jensen Huang την τελευταία στιγμή στο ταξίδι.
Στα θετικά, το γεγονός ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να εργαστούν για τη διατήρηση και την επέκταση της εύθραυστης "εμπορικής εκεχειρίας" που επιτεύχθηκε μετά τον "πόλεμο των δασμών" του περασμένου έτους.
Συζήτησαν μηχανισμούς για τη διαχείριση μελλοντικών δασμολογικών διαφορών και ελέγχων των εξαγωγών αντί να επιτρέψουν την άμεση κλιμάκωση των εντάσεων.
Για τους Ευρωπαίους ηγέτες που παρακολουθούσαν νευρικά τη σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο, το μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα ενδέχεται να αποτελεί λόγο ανακούφισης, καθώς δεν ειπώθηκε τίποτα που θα έθετε την ΕΕ στο περιθώριο, σύμφωνα με τον Ling Chen, αναπληρωτή καθηγητή στη Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών (SAIS) του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.
"Η ΕΕ δεν περιθωριοποιείται οικονομικά, διότι είναι ένας σημαντικός οικονομικός εταίρος τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Κίνα, ιδίως την ώρα οι δύο μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται στρατηγικά", πρόσθεσε. "Η ΕΕ είναι επίσης μια σημαντική αγορά για τα προϊόντα πράσινης ενέργειας της Κίνας".
Ενώ Τραμπ και Σι σταθεροποίησαν τις οικονομικές και εμπορικές τους σχέσεις, οι διαφορές στο πεδίο της γεωπολιτικής ασφάλειας μόλις και μετά βίας καλύφθηκαν, τουλάχιστον δημοσίως.
Στο συμπόσιο που ξεχώρισε για την λαμπρότητά του, οι δύο ηγέτες αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις.
Ο Σι Τζινπίνγκ περιέγραψε τη συνάντηση ως "επίσκεψη ορόσημο", ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε για ένα "υπέροχο διήμερο" κατά τη διάρκεια του οποίου επιτεύχθηκαν "φανταστικές εμπορικές συμφωνίες". Ωστόσο, τα κοινά σημεία φάνηκε να τελειώνουν εκεί.
Λίγο πριν από την τελική συνάντηση Τραμπ-Σι την Παρασκευή, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας εξέδωσε μια ωμή δήλωση στην οποία περιέγραφε την απογοήτευσή του για τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν.
"Αυτή η σύγκρουση, η οποία δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει συμβεί, δεν έχει κανένα λόγο να συνεχιστεί", ανέφερε το Πεκίνο, προσθέτοντας ότι η Κίνα υποστηρίζει τις προσπάθειες για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας σε έναν πόλεμο που έχει επηρεάσει σοβαρά τον ενεργειακό εφοδιασμό και την παγκόσμια οικονομία.
Την Πέμπτη, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι ο πρόεδρος Σι προσφέρθηκε "να βοηθήσει" για να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ και δεσμεύτηκε να μην στείλει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν, ωστόσο η κινεζική πλευρά δεν σχολίασε.
Πριν από τη σύνοδο κορυφής, ο Αμερικανός πρόεδρος ήλπιζε να εξασφαλίσει κινεζική πίεση προς Ιράν για την εξεύρεση λύσης για τον τερματισμό της σύγκρουσης, αλλά αυτό δεν υλοποιήθηκε - ίσως όχι ακόμη.
"Είναι πολύ πιθανό ότι οι Κινέζοι θα ασκήσουν διακριτική επιρροή στους Ιρανούς τις επόμενες εβδομάδες, αλλά ελάχιστα από αυτά τα βήματα θα είναι πιθανότατα ορατά", δήλωσε ο Ian Lesser, διακεκριμένος συνεργάτης στο German Marshall Fund.
Το άλλο μεγάλο γεωπολιτικό ζήτημα, κεντρικό για την κινεζική πολιτική, είναι η Ταϊβάν - ένα θέμα που η αμερικανική δήλωση μετά τις συνομιλίες απέφυγε καν να αναφέρει.
Ωστόσο, οι Κινέζοι εξέδωσαν ανακοίνωση στην οποία αναφέρουν ότι ο πρόεδρος Σι "τόνισε στον πρόεδρο Τραμπ ότι το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το πιο σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ" και θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά.
Μια αυστηρή, αν όχι πρωτοφανής προειδοποίηση.
Η Ταϊβάν, μόλις 80 χιλιόμετρα από τις ακτές της Κίνας, αποτελεί εδώ και καιρό σημείο ανάφλεξης στις σινοαμερικανικές σχέσεις, με το Πεκίνο να αρνείται να αποκλείσει τη χρήση στρατιωτικής βίας για να αποκτήσει τον έλεγχο του νησιού και τις ΗΠΑ να δεσμεύονται από το νόμο να της παρέχουν τα μέσα αυτοάμυνας.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος συμμετείχε στην αντιπροσωπεία, προσπάθησε αργότερα να υποβαθμίσει τη σημασία της κινεζικής προειδοποίησης για την Ταϊβάν.
"Η πολιτική των ΗΠΑ στο θέμα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη από σήμερα", δήλωσε στο NBC News. Οι Κινέζοι "πάντα το θέτουν... πάντα ξεκαθαρίζουμε τη θέση μας και προχωράμε", πρόσθεσε.
Μια παρατήρηση για την οποία ευχαρίστησε τον Ρούμπιο την Παρασκευή ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν Λιν Τσιά-λουνγκ.
Άλλοι συνέκριναν τη στάση του Πεκίνου στην Ταϊβάν με θέατρο σκιών.
"Όταν πρόκειται για την Ταϊβάν, το μεγάλο ερώτημα είναι: θα κάνει το βήμα ο Σι ή όχι;", δήλωσε ο Brandstätter.
"Όσο οι Κινέζοι συνεχίζουν να αγοράζουν τσιπ που κατασκευάζονται στην Ταϊβάν, δεν θα επιτεθούν", πρόσθεσε. "Επιπλέον, οι Ταϊβανέζοι είναι πολύ καλά εξοπλισμένοι στρατιωτικά και κάθε άλλο παρά εύκολη λεία θα ήταν για το Πεκίνο".