Η κλιματική προσαρμογή πρέπει να ενσωματωθεί στις ανθρωπιστικές προσπάθειες, καθώς το κόστος συγκρούσεων και υπερθέρμανσης συνδυάζεται, τονίζει ειδικός.
Η κλιματική αλλαγή εντείνει τις ανθρωπιστικές κρίσεις στη Γάζα και πέρα από αυτήν, καθώς η ακραία ζέστη, οι κατεστραμμένες υποδομές και τα ξεσπάσματα ασθενειών φέρνουν τα ήδη εύθραυστα συστήματα «ακόμη πιο κοντά στην κατάρρευση».
Νέα έρευνα με επικεφαλής το Queen Mary University of London εκτιμά ότι ο πόλεμος Ισραήλ-Γάζας έχει μέχρι στιγμής προκαλέσει περίπου 33 εκατομμύρια τόνους εκπομπών ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα (CO₂e).
Αυτό αντιστοιχεί στις ετήσιες εκπομπές της Ιορδανίας ή σε 7,6 εκατομμύρια βενζινοκίνητα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στους δρόμους.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο στο επιστημονικό περιοδικό One Earth (πηγή στα Αγγλικά), διαπίστωσε ότι οι εκπομπές μόνο από τις ενεργές στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως το πυροβολικό, οι ρουκέτες και άλλος στρατιωτικός εξοπλισμός, έχουν ξεπεράσει τα 1,3 εκατομμύρια τόνους CO₂e.
Άλλες εκπομπές συνδέονται με την κατασκευή αμυντικών υποδομών και το «σημαντικό ανθρακικό αποτύπωμα» που συνεπάγεται η ανοικοδόμηση κατεστραμμένων δρόμων, κτιρίων και άλλων βασικών υποδομών.
Η «παραγνωρισμένη» περιβαλλοντική επίπτωση του πολέμου
«Η κατανόηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των συγκρούσεων είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να αποτυπώσουμε πλήρως τους παράγοντες που τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή», λέει ο δρ Frederick Otu-Larbi από το Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ και το Πανεπιστήμιο Ενέργειας και Φυσικών Πόρων στη Γκάνα.
«Μεγαλύτερη διαφάνεια γύρω από τις στρατιωτικές εκπομπές θα βοηθήσει ώστε αυτές οι επιπτώσεις να μη συγκαλύπτονται πλέον».
Τα αιτήματα να συμπεριληφθούν οι στρατιωτικές εκπομπές στο ανθρακικό αποτύπωμα μιας χώρας και να αναγνωριστεί η κλιματική επίπτωση των συγκρούσεων έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια.
Πέρυσι, η Ουκρανία ζήτησε από τη Ρωσία να καταβάλει το αστρονομικό ποσό των 37 δισ. ευρώ, σε αυτό που θα αποτελούσε την πρώτη υπόθεση κλιματικών αποζημιώσεων λόγω πολέμου στον κόσμο, εξαιτίας των συνεπειών που είχε η ολοκληρωτική εισβολή της στο παγκόσμιο περιβάλλον.
Ακραία καιρικά φαινόμενα στη Γάζα που τροφοδοτούνται από την κλιματική αλλαγή
Ωστόσο, η ίδια η υπερθέρμανση του πλανήτη επιδεινώνει κρίσεις όπως αυτή στη Γάζα, καθώς ανθρωπιστικοί εμπειρογνώμονες ζητούν η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή να ενσωματωθεί στις προσπάθειες παροχής βοήθειας.
Το περασμένο καλοκαίρι, ένας φονικός καύσωνας ανέβασε τις θερμοκρασίες στη Γάζα πάνω από τους 40°C, αυξάνοντας τον κίνδυνο αφυδάτωσης και αλλοίωσης βασικών ειδών διατροφής. Οι κάτοικοι της Γάζας αναγκάστηκαν να αντέξουν τις ασφυκτικές θερμοκρασίες, με χιλιάδες να μένουν χωρίς προστασία από την έντονη ζέστη λόγω εξαναγκαστικού εκτοπισμού και περιορισμένης ηλεκτροδότησης.
Καθώς τα αέρια του θερμοκηπίου που παγιδεύουν τη θερμότητα συνεχίζουν να θερμαίνουν τον πλανήτη, η συχνότητα και η ένταση των καυσώνων αναμένεται να επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο.
Υπάρχει πιθανότητα 91 τοις εκατό τουλάχιστον ένα από τα επόμενα πέντε χρόνια να ξεπεράσει το όριο του 1,5°C και πιθανότητα 86 τοις εκατό ένα από αυτά τα έτη να σπάσει το ρεκόρ για τη θερμότερη χρονιά που έχει καταγραφεί στη Γη, το οποίο σημειώθηκε το 2024, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO).
Για κάθε άνοδο 1℃ στη θερμοκρασία του αέρα, η ατμόσφαιρα μπορεί να συγκρατεί περίπου επτά τοις εκατό περισσότερη υγρασία, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε πιο έντονες και ισχυρές βροχοπτώσεις.
Τον Μάρτιο, ισχυρές νεροποντές μετέτρεψαν τους δρόμους σε στάσιμες λίμνες, προκαλώντας ζημιές στα καταλύματα περισσότερων από 3.000 εκτοπισμένων κατοίκων της Γάζας.
Σύμφωνα με τη UNICEF, τουλάχιστον 11 παιδιά, ανάμεσά τους και αρκετά νεογνά, πέθαναν από υποθερμία έως τις αρχές Φεβρουαρίου, λόγω παρατεταμένης έκθεσης σε κρύες, υγρές και θυελλώδεις συνθήκες.
Το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA (πηγή στα Αγγλικά)) αναφέρει ότι περίπου 800.000 άνθρωποι, σχεδόν το 40 τοις εκατό του πληθυσμού της Γάζας, ζουν πλέον σε περιοχές επιρρεπείς σε πλημμύρες.
Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία
Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με την έλλειψη νερού, τον συνωστισμό, τις υπερχειλίσεις λυμάτων και τα κατεστραμμένα συστήματα υγιεινής, δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
«Οι ανθρωπιστικοί οργανισμοί έχουν προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι η ζέστη και το μη ασφαλές νερό συμβάλλουν στη διασπορά διαρροϊδών νοσημάτων, ηπατίτιδας Α, δερματικών λοιμώξεων και άλλων μεταδοτικών ασθενειών», λέει στο Euronews Earth ο Asif Hussain, διευθύνων σύμβουλος της βρετανικής ανθρωπιστικής οργάνωσης SKT Welfare.
Ο Hussain εξηγεί ότι αναφέρονται πλέον και προσβολές από τρωκτικά και έντομα ως μέρος της περιβαλλοντικής κρίσης στη Γάζα.
«Όταν τα απόβλητα συσσωρεύονται, τα αποχετευτικά δίκτυα καταρρέουν, οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και μεγάλοι πληθυσμοί εκτοπίζονται σε συνωστισμένες περιοχές, οι συνθήκες για μετάδοση ασθενειών επιδεινώνονται ραγδαία», προσθέτει.
Πρόκειται για πρόβλημα που δεν περιορίζεται στην Παλαιστίνη. Ο Hussain σημειώνει ότι σε τμήματα της Υεμένης, του Πακιστάν και άλλων «εύθραυστων περιοχών», οι κλιματικά υποκινούμενες μεταβολές στα πρότυπα βροχόπτωσης, η παρατεταμένη ξηρασία και η άνοδος της θερμοκρασίας δεν αποτελούν πλέον περιστασιακές αποκλίσεις.
«Γίνονται δομικές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση στο νερό, την παραγωγή τροφίμων, τα μέσα βιοπορισμού και τις τοπικές οικονομίες», προειδοποιεί.
«Οι αρχές και οι ανθρωπιστικοί φορείς πρέπει να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ως κάτι ξεχωριστό από την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών».
Τα κλιματικά σοκ αλληλεπικαλύπτονται με ανθρωπιστικές κρίσεις
Η SKT Welfare καλεί τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να επενδύσουν σε ανθεκτικά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, να ενισχύσουν την επιτήρηση των ασθενειών και να διευρύνουν την πρόσβαση σε βιώσιμη ενέργεια μέσω τεχνολογιών όπως η ηλιακή ενέργεια.
«Όταν οι υποδομές καταρρέουν υπό το συνδυασμένο βάρος σύγκρουσης και κλιματικών πιέσεων, οι συνέπειες για τη δημόσια υγεία κλιμακώνονται πολύ γρήγορα», προειδοποιεί ο Hussain.
Ο ανθρωπιστικός εμπειρογνώμονας ανησυχεί ότι οι κρίσεις γίνονται ολοένα πιο σύνθετες και παρατεταμένες, καθώς ο κόσμος πλησιάζει σε μια πραγματικότητα όπου συγκρούσεις, επισιτιστική ανασφάλεια, εκτοπισμός, περιβαλλοντική υποβάθμιση και κλιματικά σοκ αλληλεπικαλύπτονται.
«Οι κοινότητες θα αντιμετωπίζουν επαναλαμβανόμενες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, με λιγότερο χρόνο και λιγότερους πόρους για να ανακάμψουν ανάμεσά τους», προσθέτει.
«Όταν τα συστήματα υγείας αποδυναμώνονται, οι υποδομές υγιεινής υφίστανται ζημιές, οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και οι πληθυσμοί εκτοπίζονται σε συνωστισμένα περιβάλλοντα, οι επιδημικές εξάρσεις γίνονται πολύ πιο δύσκολο να περιοριστούν.
«Γι’ αυτό η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική της ανθρωπιστικής ανταπόκρισης. Σε πολλά περιβάλλοντα, γίνεται πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να διατηρηθεί η ίδια η ανθρωπιστική ανταπόκριση».