Η σύνοδος κορυφής στο Μόντρεαλ φιλοδοξεί να αναβαθμίσει τις σχέσεις των δύο πλευρών σε πρωτοφανές επίπεδο – Η πρόταση για «σύνδεση χωρίς ένταξη», η Ουκρανία και η απεξάρτηση από τις ΗΠΑ και την Κίνα στο επίκεντρο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς υπήρξαν επί μακρόν φίλοι. Ωστόσο, χρειάστηκε η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ για να συνειδητοποιήσουν πόσο αλληλένδετες είναι οι σχέσεις τους.
Οι δύο πλευρές αναμένεται να αναβαθμίσουν τη συνεργασία τους σε πρωτοφανές βάθος και εύρος κατά τη σύνοδο κορυφής ΕΕ – Καναδά, που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή στο Μόντρεαλ, στη γαλλόφωνη επαρχία του Κεμπέκ.
«Έχει καταστεί σαφές ότι μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα μαζί», δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε ομιλία της στο Ινστιτούτο C.D. Howe, η οποία περιλάμβανε πολλές αναφορές στον Καναδά, από την Έμιλι Καρ έως τον Λέοναρντ Κοέν.
«Ο Καναδάς και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι δύο συμπληρωματικά συστήματα».
Η επιλογή του τόπου διεξαγωγής είναι εύστοχη: με την επιβλητική αρχιτεκτονική και τις μπαρόκ προσόψεις του, το Μόντρεαλ έχει συχνά χαρακτηριστεί μία από τις πόλεις της Βόρειας Αμερικής που θυμίζουν περισσότερο την Ευρώπη.
Η επιλογή αυτή αντανακλά επίσης τη φιλοδοξία της Ένωσης να καταστήσει τον Καναδά τον στενότερο σύμμαχό της εκτός Ευρώπης, έναν τίτλο που παραδοσιακά κατείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η επανεκλογή του Τραμπ ανέτρεψε πλήρως τα δεδομένα.
Οι τιμωρητικοί δασμοί του Αμερικανού προέδρου, οι απειλές προσάρτησης, η εύνοιά του προς τη Ρωσία και οι αδιάκοπες επιθέσεις του στο πολυμερές σύστημα έχουν αφήσει τους Ευρωπαίους πληγωμένους, εξαντλημένους και ολοένα πιο δύσπιστους απέναντι σε κάθε πολιτική που φέρει τη σφραγίδα της Ουάσιγκτον.
Στον Καναδά, το σοκ είναι ακόμη μεγαλύτερο λόγω της βαθιά εδραιωμένης εξάρτησής του από την αμερικανική οικονομία. Η αναζήτηση εναλλακτικών συμμάχων αποτελεί πλέον ζήτημα ζωτικής σημασίας.
Η προσπάθεια του Τραμπ να μετατρέψει τον Καναδά στην «51η πολιτεία» των ΗΠΑ έχει καταστρέψει έναν δεσμό καλής γειτονίας που διατηρείται επί αιώνες και θεωρούνταν απρόσβλητος από τις κομματικές εναλλαγές στην εξουσία.
Το κοινό αίσθημα ευαλωτότητας ήταν εμφανές κατά την προετοιμασία της συνόδου κορυφής.
Η φον ντερ Λάιεν προσκάλεσε τον Καναδό πρωθυπουργό, Μαρκ Κάρνεϊ, στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο. Η επικεφαλής της Κομισιόν αιφνιδίασε το ακροατήριο όταν πρότεινε να γίνει ο Καναδάς το πρώτο κράτος που θα αποκτήσει ποτέ καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» της ΕΕ.
Ο Κάρνεϊ εκφώνησε τη δική του ομιλία στο Στρασβούργο, προτείνοντας μια «συμμαχία για το μέλλον», βασισμένη στην κοινή ευημερία και ασφάλεια.
Η συμμαχία αυτή, δήλωσε ο Κάρνεϊ πριν από τη σύνοδο κορυφής, θα πρέπει να είναι «αρκετά ισχυρή ώστε κανείς να μην μπορεί να υπαγορεύει τις επιλογές μας» και «αρκετά ανοιχτή ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν και άλλοι» — μια όχι και τόσο συγκαλυμμένη αιχμή προς τη μαξιμαλιστική προσέγγιση του Τραμπ με σύνθημα «Πρώτα η Αμερική».
Η συνάντηση αναμένεται να διευρύνει τη συνεργασία σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων το εμπόριο, οι επενδύσεις, οι αλυσίδες εφοδιασμού, η τεχνητή νοημοσύνη, το κλίμα, η ασφάλεια και η Αρκτική. Παράλληλα, αναμένεται να προωθήσει την ενσωμάτωση του Καναδά σε ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το Horizon και το Erasmus.
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες και το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) —δύο στρατηγικά εξαγώγιμα προϊόντα των οποίων ο Καναδάς είναι έτοιμος να αυξήσει τις εξαγωγές— βρίσκονται επίσης ψηλά στην ατζέντα.
Η ΕΕ αναζητά ορυκτές πρώτες ύλες για να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα, την οποία το Πεκίνο έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιεί ως εργαλείο πίεσης, καθώς και νέους προμηθευτές ενέργειας, προκειμένου να μειώσει τις τιμές για τους καταναλωτές.
Ένα ακόμη ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας είναι η στήριξη της Ουκρανίας. Η εμπόλεμη χώρα αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό κενό 70 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό της για το 2027, καθώς η Ρωσία κλιμακώνει τον επιθετικό πόλεμο, καταστρέφει βασικούς πυλώνες της εγχώριας οικονομίας και αποκλείει τις θαλάσσιες οδούς της Μαύρης Θάλασσας.
Η ΕΕ είναι διατεθειμένη να καλύψει τα δύο τρίτα του ελλείμματος, περίπου 46 δισ. ευρώ, και επιθυμεί άλλοι σύμμαχοι, όπως ο Καναδάς, να αναλάβουν το υπόλοιπο ένα τρίτο. Η βοήθεια θα πρέπει να αποτελεί νέα χρηματοδότηση και να προστίθεται σε όσα έχουν ήδη δεσμευτεί. Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή του Καναδά στο δάνειο στήριξης της ΕΕ ύψους 90 δισ. ευρώ δεν θα προσμετρηθεί.
Η σημασία της συνόδου κορυφής αποτυπώνεται και στην υψηλού επιπέδου ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία που συνοδεύει τη φον ντερ Λάιεν στο Μόντρεαλ: τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, την ύπατη εκπρόσωπο της ΕΕ, Κάγια Κάλας, και εννέα επιτρόπους.
Η παρουσία αυτή αντικατοπτρίζει τη θεσμική διάσταση της νέας συμμαχίας. Το σχέδιο προβλέπει στενότερους δεσμούς μεταξύ των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων και των δικαστικών αρχών των δύο πλευρών.
Οι Βρυξέλλες εξετάζουν το ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί κάποια στιγμή τον επόμενο χρόνο συνάντηση μεταξύ ολόκληρου του Σώματος των Επιτρόπων και του καναδικού υπουργικού συμβουλίου.
Πρόκειται για μια μορφή συνάντησης που επιφυλάσσεται για σπάνιες περιπτώσεις ιδιαίτερης σημασίας. Την τελευταία φορά χρησιμοποιήθηκε με την Ινδία, έναν ακόμη εμπορικό εταίρο που ήρθε πιο κοντά στην Ευρώπη εξαιτίας των αναταράξεων που προκαλεί η πολιτική του Τραμπ.
«Ξεκινάμε ένα νέο ταξίδι», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της ΕΕ. «Ας είμαστε ειλικρινείς, πρόκειται σε κάποιον βαθμό για ανεξερεύνητα νερά».
Η σύνοδος ξεκίνησε με μια αμήχανη εξέλιξη: λίγες μόλις ώρες πριν η φον ντερ Λάιεν αναχωρήσει για το Μόντρεαλ, η χώρα καταγωγής της, η Γερμανία, άσκησε έντονες πιέσεις για να αφαιρεθεί κάθε αναφορά στο «συνδεδεμένο μέλος» από την τελική κοινή διακήρυξη.
Αντί γι' αυτό, το κείμενο αναφέρεται στη δέσμευση για μια «ολοένα στενότερη σύνδεση».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία είχε εισαγάγει νωρίτερα φέτος τον όρο «συνδεδεμένο μέλος» στο πλαίσιο της Ουκρανίας. Παρά τις ανάμεικτες αντιδράσεις που προκάλεσε η ιδέα, το Βερολίνο δεν την έχει εγκαταλείψει.
Η φον ντερ Λάιεν, ωστόσο, δεν πτοήθηκε από την εξέλιξη. Μιλώντας στο Ινστιτούτο C.D. Howe, επέμεινε στο σχέδιό της να «ανοίξουμε μαζί ένα νέο μέτωπο».
«Η ιδέα μας είναι απλή: πρόκειται για σύνδεση χωρίς ένταξη. Μπορούμε όμως να αντικαταστήσουμε την ένταξη με μια κοινή φιλοδοξία και ένα κοινό όραμα», δήλωσε. «Μπορούμε να οικοδομήσουμε μια εταιρική σχέση που θα πλησιάζει περισσότερο από ποτέ το καθεστώς του μέλους».