Καθώς η εμπιστοσύνη στις τράπεζες καταρρέει, οι πολίτες στρέφονται σε νομίσματα και κοσμήματα, ενώ οι αξιωματούχοι διαφωνούν αν θα ξεκλειδώσουν τα τεράστια αποθέματα της χώρας.
Ο μικροσκοπικός Λίβανος διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες αποθήκες χρυσού στη Μέση Ανατολή και η κυβέρνησή του εξετάζει αν μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το απόθεμα για να αναστήσει μια παραλυμένη οικονομία, την ώρα που οι πολίτες στρέφονται στον χρυσό για να προστατεύσουν τα καταπονημένα περιουσιακά τους στοιχεία.
Η οικονομία του Λιβάνου μπήκε στο 2026 παραπαίοντας, με τον πληθωρισμό και την αποσύνθεση του κράτους να συνεχίζονται και καμία μεταρρύθμιση κατά της διαφθοράς στον ορίζοντα.
Οι τράπεζες κατέρρευσαν στα τέλη του 2019, μέσα σε μια καταστροφική δημοσιονομική κρίση που εξαΰλωσε τις αποταμιεύσεις των καταθετών και βύθισε περίπου τον μισό πληθυσμό των 6,5 εκατομμυρίων στη φτώχεια, μετά από δεκαετίες αχαλίνωτης διαφθοράς, σπατάλης και κακοδιαχείρισης.
Η χώρα υπέστη ζημιές περίπου 70 δισ. δολαρίων (59,4 δισ. ευρώ) στον χρηματοπιστωτικό της τομέα, που επιδεινώθηκαν περαιτέρω από περίπου 11 δισ. δολάρια (9,3 δισ. ευρώ) κατά τον πόλεμο του 2024 μεταξύ του Ισραήλ και της ένοπλης οργάνωσης Χεζμπολάχ.
Η τιμή του χρυσού εκτινάχθηκε πρόσφατα σε ιστορικό υψηλό 5.354 δολαρίων (4.540 ευρώ), προτού υποχωρήσει ξανά κάτω από τα 5.000 δολάρια (4.242 ευρώ), πυροδοτούμενη από τη γεωπολιτική αστάθεια και τα ερωτήματα γύρω από την επιθυμία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να μειώσει τα επιτόκια, κίνηση που τελικά θα υπονόμευε την αξία του δολαρίου.
Οι κεντρικές τράπεζες διεθνώς συγκαταλέγονται στους πιο φανατικούς αγοραστές. Εν τω μεταξύ, οι τιμές του αργύρου έχουν επίσης εκτοξευθεί, λόγω της βιομηχανικής ζήτησης και της ελκυστικότητας που προσφέρει η πολύ χαμηλότερη τιμή του σε σχέση με τον χρυσό.
Η κεντρική τράπεζα στη Βηρυτό διατηρεί από τη δεκαετία του 1960 αποθεματικό 286 τόνων χρυσού – περίπου εννέα εκατομμυρίων ουγγιών. Στην περιοχή, μόνο η κεντρική τράπεζα της Σαουδικής Αραβίας κατέχει περισσότερα.
Η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει μέρος των αποθεμάτων χρυσού για να διασώσει τις τράπεζες και να αποζημιώσει τους καταθέτες που καταστράφηκαν.
Μια τέτοια κίνηση όμως δεν θα πήγαινε μόνο κόντρα σε κάθε ιστορικό προηγούμενο, αλλά θα παραβίαζε και έναν νόμο της δεκαετίας του 1980.
Την ίδια στιγμή, οι καταθέτες θα ήθελαν να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους αγοράζοντας χρυσό και ασήμι, ελπίζοντας ότι οι τιμές θα ανακάμψουν από την πτώση των τελευταίων ημερών και θα καταγράψουν νέα υψηλά.
Το απαραβίαστο περιουσιακό στοιχείο του Λιβάνου
Κάποια στιγμή η αξία των αποθεμάτων χρυσού του Λιβάνου έφτασε τα 50 δισ. δολάρια (42,4 δισ. ευρώ) – περισσότερο από το διπλάσιο του ίδιου του ΑΕΠ της χώρας.
Ύστερα από χρόνια οικονομικής κρίσης και αντίστασης σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν ξανά βιώσιμη τη χώρα, ορισμένοι επαναφέρουν ένα λεπτό ζήτημα: μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να βάλει το κράτος χέρι σε αυτή τη χρυσοφόρα φλέβα;
Ένας ανώτερος τραπεζικός αξιωματούχος δήλωσε στο Associated Press ότι ορισμένες τράπεζες προτείνουν να αξιοποιηθούν τα αποθέματα χρυσού, ώστε να αποπληρωθούν εν μέρει οι καταθέτες που έχασαν τα χρήματά τους κατά την κρίση του νομίσματος, διασώζοντας ουσιαστικά εν μέρει τις τράπεζες με το μοναδικό βιώσιμο δημόσιο περιουσιακό στοιχείο της χώρας.
Ο αξιωματούχος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, σύμφωνα με τους κανονισμούς.
Ο Λίβανος απαγόρευσε την πώληση του χρυσού το 1986, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, για να προστατεύσει τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία σε μια περίοδο ακραίας αστάθειας.
Τα αποθέματα χρυσού δεν αγγίχτηκαν ποτέ – ούτε μετά το τέλος του 15ετούς εμφυλίου πολέμου το 1990, ούτε μετά από πολλούς πολέμους με το Ισραήλ.
Ορισμένοι οικονομολόγοι έχουν προτείνει να χρησιμοποιηθεί ένα μικρό ποσοστό του χρυσού, σε συνδυασμό με γενναίες μεταρρυθμίσεις, για να διορθωθεί ο ασθενικός ηλεκτρικός τομέας του Λιβάνου ή για να δοθεί ξανά ζωή στο διαλυμένο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης και υγείας, προς όφελος της κοινωνίας.
Η Βουλή θα πρέπει να ψηφίσει για να επιτρέψει οποιαδήποτε χρήση των αποθεμάτων χρυσού. Πρόκειται για μια σε μεγάλο βαθμό αντιδημοφιλή κίνηση, που δεν αναμένεται να προχωρήσει σύντομα, ιδίως λίγους μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές.
Όταν το θέμα του χρυσού τέθηκε σε συνεδρίαση την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος της Βουλής, Ναμπίχ Μπέρι, έσπευσε να διακόψει τη συζήτηση. «Δεν είναι ρεαλιστικό», είπε αυστηρά.
Ένα προσχέδιο νόμου για το δημοσιονομικό κενό, που προβλέπει ένα πλαίσιο για την επιστροφή μέρους των απωλειών των καταθετών, λιμνάζει στο κοινοβούλιο εν μέσω αντιπαράθεσης για το ποιος θα επωμιστεί τις ζημιές: οι καταταλαιπωρημένες τράπεζες του Λιβάνου, που σε μεγάλο βαθμό διστάζουν να αναλάβουν την ευθύνη, ή ένα υπερχρεωμένο και σπάταλο κράτος.
Οι περισσότεροι Λιβανέζοι δεν εμπιστεύονται τις αρχές, οι οποίες επί χρόνια αποφεύγουν να εφαρμόσουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, τον περιορισμό της σπατάλης και τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών. Με αυτό το ιστορικό, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο χρυσός πρέπει να μείνει ανέγγιχτος για τις επόμενες γενιές.
Μετριάζοντας το οικονομικό πλήγμα
Ενώ οι αρχές συζητούν για το μέλλον του χρυσού της χώρας, πολλοί Λιβανέζοι καταθέτες που έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεών τους στις τράπεζες στρέφονται τώρα στον χρυσό και το ασήμι, για να αποκτήσουν κάτι πιο απτό, ελπίζοντας ότι ίσως αποζημιωθούν έτσι για μέρος των απωλειών τους.
Πλήθη ανθρώπων σχημάτιζαν ουρές έξω από τον βασικό έμπορο πολύτιμων μετάλλων του Λιβάνου, στα βόρεια προάστια της Βηρυτού, πρόσφατα, απελπισμένοι να μπουν μέσα και να αγοράσουν χρυσά και ασημένια νομίσματα, μετάλλια και ράβδους.
Δεν εμπιστεύονται πλέον τις τράπεζες και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μέσα σε μια χαοτική οικονομία με μετρητά, που μαστίζεται από ανεξέλεγκτο πληθωρισμό και χωρίς καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση στον ορίζοντα.
«Για όσους προσπαθούν να καλύψουν τις απώλειες, ο χρυσός δεν είναι ένα ασφαλές καταφύγιο – είναι το μοναδικό καταφύγιο», λέει ο Κρις Μπόχος, διευθύνων σύμβουλος της Boghos SAL Precious Metals.
Η δουλειά ανθίζει, καθώς οι πελάτες πληρώνουν πλέον προκαταβολικά για να παραλάβουν το μέταλλό τους μήνες αργότερα, λόγω της υψηλής ζήτησης.
Ο Λίβανος έχει μια ταραγμένη ιστορία σε μια εύφλεκτη περιοχή, με αλλεπάλληλες συγκρούσεις και οικονομικά σοκ και ελάχιστη εμπιστοσύνη ότι τα δομικά προβλήματα θα αλλάξουν.
«Πάντα υπήρχε αυτή η τάση των Λιβανέζων να αγοράζουν χρυσό για να αντισταθμίσουν έναν πιθανό πληθωρισμό, γιατί αυτή είναι μια χώρα που έχει βιώσει πολλαπλά επεισόδια υπερπληθωρισμού στην ιστορία της», λέει ο Σάμι Ζουγκάιμπ, οικονομολόγος στο think tank The Policy Initiative, με έδρα τη Βηρυτό.
Ο Ζουγκάιμπ σημειώνει ότι η στροφή αυτή είναι επίσης εύκολη, δεδομένης της μακράς παράδοσης στην περιοχή, σύμφωνα με την οποία ο γαμπρός ή η οικογένειά του προσφέρει στη νύφη χρυσά κοσμήματα πριν από τον γάμο, ως δική της περιουσία, ακόμη και στις οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα.
Αυτή η παράδοση σε μεγάλο βαθμό συνεχίζεται, ακόμη κι αν πολλές γυναίκες έχουν πλέον μπει στην αγορά εργασίας.
Έξω από μία από τις αγορές χρυσού της Βηρυτού, η Άλια Σεχαντέ περπατά μπροστά από τις βιτρίνες.
Λέει ότι, ως γυναίκα, η συλλογή χρυσών κοσμημάτων που διαθέτει την έκανε να αισθάνεται ασφαλής μέσα στην οικονομική κρίση, αναφερόμενη σε μια αραβική παροιμία που μεταφράζεται ως «κόσμημα και θησαυρός».
«Αν μια γυναίκα βρεθεί σε δύσκολη θέση … μπορεί να πουλήσει τον χρυσό της. Κι όταν οι τιμές του χρυσού ανεβαίνουν, τότε βγαίνει κερδισμένη», λέει. Η ίδια όμως αρνείται να πουλήσει οτιδήποτε από τα δικά της.
Όταν εξετάζει κανείς την απροθυμία να πουληθεί ο χρυσός, τόσο από τους πολίτες όσο και από τις αρχές, ο Ζουγκάιμπ λέει: «Νομίζω ότι αυτό δείχνει πόσο σημαντικός είναι ο χρυσός στην ψυχολογία των ανθρώπων.
«Δεν μπορούν καν να φανταστούν μια χρήση του πέρα από το να λειτουργεί ως αντιστάθμισμα κινδύνου», προσθέτει.