Σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά χώρα, πολιτικές αντιδράσεις και κατηγορίες για αισχροκέρδεια από τις πετρελαϊκές εταιρείες
Η κλιμακούμενη σύγκρουση στο Ιράν γίνεται αισθητή και στη Γερμανία, αποτυπώνοντας τις επιπτώσεις της κυρίως στις αυξανόμενες τιμές καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γερμανία έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα, με την τιμή της βενζίνης να έχει αυξηθεί σχεδόν κατά πέντε τοις εκατό τις τελευταίες εβδομάδες, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Αντίθετα, στις γειτονικές χώρες, όπως η Γαλλία και η Αυστρία, η τιμή της βενζίνης αυξήθηκε περίπου κατά δύο τοις εκατό. Στην Εσθονία καταγράφηκε αύξηση 3,6%, στο Λουξεμβούργο 3,5%, ενώ στη Σλοβακία και την Ουγγαρία η αύξηση περιορίστηκε μόλις στο 0,1%.
Σύγκριση σε επίπεδο ΕΕ: Άνοδος τιμών μετά τον πόλεμο στο Ιράν
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η υψηλή αύξηση στη Γερμανία, αλλά και σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Φινλανδία. Τα στοιχεία δημοσιεύονται σε εβδομαδιαία βάση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Oil Bulletin.
Οι οδηγοί πληρώνουν σήμερα τις υψηλότερες τιμές βενζίνης στην Ολλανδία, όπου η μέση τιμή την περασμένη εβδομάδα ανήλθε στα 2,17 ευρώ ανά λίτρο.
Η Γερμανία βρίσκεται επίσης στην ανώτερη κλίμακα, με μέση τιμή 2,08 ευρώ ανά λίτρο. Ακολουθεί η Φινλανδία, όπου όχι μόνο η βενζίνη αλλά και το ντίζελ είναι ιδιαίτερα ακριβά.
Από πού προκύπτουν οι διαφορές τιμών
Η βασικότερη διαφοροποίηση οφείλεται στα εθνικά φορολογικά συστήματα και τα τέλη. Η Γερμανία παραδοσιακά επιβάλλει υψηλότερους ενεργειακούς φόρους στα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να χρηματοδοτεί την κλιματική πολιτική και τις υποδομές. Αυτό αυξάνει μόνιμα τη βασική τιμή. Επιπλέον, εφαρμόζει και χρέωση για τις εκπομπές CO₂, η οποία αντανακλάται στο συνολικό κόστος.
Σε άλλες χώρες, οι επιβαρύνσεις από ΦΠΑ, φόρο καυσίμων και φόρο CO₂ είναι συχνά χαμηλότερες σε δομικό επίπεδο. Έτσι, οι Γερμανοί καταναλωτές πληρώνουν αυτομάτως υψηλότερες τιμές όταν αυξάνονται τα κόστη. Ωστόσο, η πρόσφατη άνοδος φαίνεται δυσανάλογη ακόμη και για τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία συγκρότησε ειδική ομάδα εργασίας εντός του κυβερνητικού συνασπισμού, επιδιώκοντας να αντλήσει παραδείγματα από άλλες χώρες της ΕΕ.
Πλαφόν και εθνικά μέτρα παρέμβασης
Σε Κροατία και Ουγγαρία έχει επιβληθεί πλαφόν στις τιμές των καυσίμων. Στην Κροατία, οι τιμές αυξήθηκαν αρχικά κατά περίπου τέσσερα λεπτά ανά λίτρο, αλλά στόχος είναι να συγκρατηθούν και να σταθεροποιηθούν στο επίπεδο των 1,50 ευρώ ανά λίτρο έως τις 23 Μαρτίου. Στην Ουγγαρία, η τιμή της βενζίνης αναμένεται στα 1,51 ευρώ και του ντίζελ στα 1,59 ευρώ. Ωστόσο, το πλαφόν θα ισχύει μόνο για τους κατοίκους της χώρας, σύμφωνα με την ADAC, γεγονός που σημαίνει ότι οι τουρίστες με ξένες πινακίδες θα πληρώνουν ακριβότερα.
Στην Αυστρία εφαρμόζεται διαφορετικός κανόνας: τα πρατήρια καυσίμων επιτρέπεται να αυξάνουν τις τιμές μόνο μία φορά την ημέρα, στις 12 το μεσημέρι, ενώ οι μειώσεις μπορούν να γίνονται οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό καθιστά την κατάσταση πιο διαφανή, αν και το κατά πόσο οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Γερμανία: Πολιτικές αντιδράσεις και κατηγορίες κατά των εταιρειών
Οι τιμές των καυσίμων αυξήθηκαν γρήγορα με την άνοδο του κόστους πρώτων υλών και στη συνέχεια μειώθηκαν αργά, όπως κατήγγειλε η υπουργός Οικονομίας Καταρίνα Ράιχε. «Η γερμανική κυβέρνηση θέλει να σπάσει αυτόν τον μηχανισμό», δήλωσε, προτείνοντας να επιτρέπεται στα πρατήρια να αυξάνουν τις τιμές μόνο μία φορά την ημέρα.
Η οδήγηση αποτελεί μέρος της καθημερινότητας για πολλούς Γερμανούς – από τη μετακίνηση στην εργασία μέχρι τα ψώνια και τη μεταφορά παιδιών. Η κυβέρνηση συγκάλεσε ομάδα εργασίας υπό την προεδρία του Ζεπ Μίλερ, ο οποίος μετά τη συνεδρίαση της Δευτέρας έκανε λόγο για «αισχροκέρδεια από τις πετρελαϊκές εταιρείες».
Μετά τη συνάντηση, ασκήθηκε έντονη κριτική στις πρακτικές των εταιρειών. Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι πετρελαϊκές εκμεταλλεύονται συστηματικά τις κρίσεις για να αυξάνουν γρήγορα τις τιμές. Όπως ανέφερε η Handelsblatt, επικαλούμενη έρευνα του οικονομολόγου Φέρντιναντ Φίχτνερ από το Βερολίνο, η πρόσφατη αύξηση δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την άνοδο των τιμών πετρελαίου. «Εδώ καταγράφονται πραγματικά υψηλά κέρδη», δήλωσε ο Φίχτνερ.
Η ομάδα εργασίας απευθύνει έκκληση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού για αυστηρότερο έλεγχο και ζητά περισσότερες δυνατότητες παρέμβασης, ώστε να αντιμετωπίζονται υπερβολικά υψηλές τιμές εις βάρος των καταναλωτών. «Δεν θα επιτρέψουμε να μας κοροϊδεύουν», προειδοποίησε ο Μίλερ.
Αντίδραση της πετρελαϊκής βιομηχανίας
Η πετρελαϊκή βιομηχανία απορρίπτει τις κατηγορίες. Στη συνάντηση συμμετείχαν οι επικεφαλής των εταιρειών BP και Shell στη Γερμανία, καθώς και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού, Αντρέας Μουντ, μαζί με εκπροσώπους ενώσεων του κλάδου, οργανώσεων καταναλωτών και της ADAC.
Ο διευθύνων σύμβουλος του συνδέσμου Fuels and Energy, Κρίστιαν Κύχεν, δήλωσε στο δελτίο ειδήσεων Tagesschau ότι τα περιθώρια κέρδους δεν έχουν μεταβληθεί από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ενώ άσκησε κριτική και στα σχέδια αυστηροποίησης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.
Παράλληλα, αρκετές ενώσεις του κλάδου προειδοποίησαν κατά πολιτικών παρεμβάσεων στην τιμολόγηση των καυσίμων με βάση το αυστριακό μοντέλο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο Bundesverband Freier Tankstellen, ο en2x – Wirtschaftsverband Fuels und Energie και ο Zentralverband des Tankstellengewerbes.
Περισσότερο από το ήμισυ της τελικής τιμής καυσίμων αποτελείται από φόρους και επιβαρύνσεις. «Αν θέλει κανείς να μειώσει μόνιμα τις τιμές, πρέπει να εξετάσει τα κρατικά στοιχεία της τιμολόγησης – όχι να παρεμβαίνει στον ανταγωνισμό», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση των ενώσεων, οι οποίες αποδίδουν εκ νέου την ευθύνη στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.