Σε όλη την Ευρώπη, το ποσοστό του μισθού που απορροφούν φόροι και εισφορές διαφέρει σημαντικά. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι από τα χαμηλότερα, αλλά αυτό κρύβει μεγάλες αποκλίσεις στον τρόπο φορολόγησης της εργασίας.
Το φορολογικό βάρος στην εργασία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό πόσα χρήματα καταλήγουν τελικά στις τσέπες των εργαζομένων, όμως δεν το επωμίζονται μόνο εκείνοι. Και οι εργοδότες πληρώνουν υψηλά ποσά μέσω φόρων μισθοδοσίας και κοινωνικών εισφορών.
Εδώ έρχεται στο προσκήνιο η λεγόμενη «φορολογική σφήνα».
Μετρά ποιο τμήμα του συνολικού κόστους εργασίας καταλήγει στο κράτος, μέσω φόρων και κοινωνικών εισφορών, αντί να φτάσει στον εργαζόμενο ως καθαρός μισθός.
Η φορολογική σφήνα στη Γερμανία και τη Γαλλία είναι περίπου 50% υψηλότερη από ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και μόνο αυτή η σύγκριση αναδεικνύει πόσο μεγάλες είναι οι διαφορές στην Ευρώπη.
Ποια κράτη λοιπόν επιβάλλουν τους υψηλότερους φόρους στην εργασία; Και γιατί διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους;
Τι είναι η φορολογική σφήνα;
Αποτελείται από τρία σκέλη: τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και τις εργοδοτικές εισφορές. Με λίγα λόγια, αποτυπώνει όχι μόνο το ποσό που κερδίζει ο εργαζόμενος στα χαρτιά, αλλά και το επιπλέον κόστος που αναλαμβάνει ο εργοδότης πάνω από τον μεικτό μισθό.
Σύμφωνα με την έκθεση του Tax Foundation για το 2026, η φορολογική σφήνα κυμαίνεται από 26,4% στην Κύπρο έως 50,8% στο Βέλγιο, σε σύνολο 28 ευρωπαϊκών χωρών, δηλαδή τα κράτη μέλη της ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα στοιχεία αφορούν τη φορολογία του 2025 για έναν άτεκνο εργαζόμενο με μέσο εθνικό μισθό. Τα ποσοστά διαφοροποιούνται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση και το ύψος του εισοδήματος.
Γιατί η φορολογική σφήνα στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι τόσο χαμηλότερη;
Οι διαφορές στη φορολόγηση της εργασίας στην Ευρώπη αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις επιλέγουν να χρηματοδοτούν τις δημόσιες υπηρεσίες και τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.
Η Γερμανία και η Γαλλία εφαρμόζουν μοντέλα βασισμένα στην κοινωνική ασφάλιση, όπου η υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας και άλλες παροχές χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Αυτές επιμερίζονται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται συνολικά η φορολογική σφήνα στην εργασία.
Η Γερμανία έχει τη δεύτερη υψηλότερη φορολογική σφήνα, στο 46,6%, ενώ η Γαλλία ακολουθεί από κοντά με 44,6%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι μόλις 29,2%, το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 28 χωρών.
Η Ιταλία (42,5%) και η Ισπανία (40,1%) υπερβαίνουν επίσης το όριο του 40%.
Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική σφήνα στη Γερμανία είναι κατά 59,4% υψηλότερη από ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία κατά 52,7%.
«Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι η βρετανική κυβέρνηση δαπανά μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ [για δημόσια αγαθά και υπηρεσίες και για κοινωνική προστασία] σε σχέση με τις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, πλην της Ισπανίας», δήλωσε στο Euronews Business ο οικονομολόγος του Tax Foundation Alex Mengden.
Ο ρόλος του ΦΠΑ και του council tax στο Ηνωμένο Βασίλειο
Ο Mengden σημείωσε επίσης ότι το Ηνωμένο Βασίλειο χρηματοδοτεί σχετικά μεγάλο μέρος των δαπανών του μέσω δημοσιονομικών ελλειμμάτων, γύρω στο 5,4% του ΑΕΠ το 2025, αντί μέσω των τρεχόντων φορολογικών εσόδων.
«Ο φόρος προστιθέμενης αξίας και ο council tax, ένας τοπικός φόρος νοικοκυριών που συνδέεται με την αξία των ακινήτων, συνεισφέρουν μεγαλύτερο μερίδιο στα φορολογικά έσοδα του Ηνωμένου Βασιλείου, επιτρέποντας έτσι ένα πιο ελαφρύ φορολογικό βάρος στην εργασία», πρόσθεσε.
Ο Mengden επισήμανε επίσης ότι η φορολογία της εργασίας στη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών, είναι πιο ήπια προοδευτική. Αυτό κατανέμει το βάρος σε ευρύτερη βάση, με αποτέλεσμα πάνω από τα μισά νοικοκυριά να παραμένουν καθαροί συνεισφέροντες στα δημόσια οικονομικά ανά πάσα στιγμή. Παράλληλα μειώνει την αποθάρρυνση για εργασία για όσους κερδίζουν πάνω από τον μέσο μισθό.
Το Βέλγιο είναι η μοναδική χώρα όπου η φορολογική σφήνα υπερβαίνει το 50%, ενώ Κύπρος, Μάλτα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Κροατία και Ελλάδα επιβάλλουν φόρους κάτω του ενός τρίτου.
Ο μέσος όρος ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου διαμορφώνεται στο 38,9%. Στη μεγάλη πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, η φορολογική σφήνα υπερβαίνει το 40%.
Σημασία έχει και η σύνθεση της φορολογικής σφήνας
Η φορολογική σφήνα καταγράφει το συνολικό μερίδιο του κράτους στο κόστος εργασίας. Ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο αυτό το βάρος μοιράζεται μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών διαφέρει σημαντικά.
Η Δανία, για παράδειγμα, επιβάλλει τον υψηλότερο συντελεστή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, στο 35,3%, ωστόσο η συνολική φορολογική σφήνα της είναι ελαφρώς χαμηλότερη, χάρη σε χρηματικές παροχές και σχεδόν ανύπαρκτες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης τόσο για εργαζομένους όσο και για εργοδότες, που είναι κάτω του 1%.
Στον αντίποδα, σε ορισμένες χώρες οι ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνουν οι εργαζόμενοι είναι πολύ υψηλές, φτάνοντας έως 34,2% στη Ρουμανία. Οι εργοδοτικές εισφορές υπερβαίνουν επίσης το 25% σε χώρες όπως η Σλοβακία.
Κατά συνέπεια, το συνολικό μέγεθος της φορολογικής σφήνας δείχνει μόνο μέρος της εικόνας. Η ανάλυση της σύνθεσής της αποκαλύπτει ποιος σηκώνει στην πράξη το βάρος: ο εργαζόμενος, ο εργοδότης ή και οι δύο.
Μόνο τρεις ακόμη ευρωπαϊκές χώρες προσφέρουν επίσης χρηματικές παροχές, αν και σε σχετικά χαμηλότερα επίπεδα.
Η Ελβετία έχει τη χαμηλότερη φορολογική σφήνα στην Ευρώπη
Ο ΟΟΣΑ καλύπτει αρκετές χώρες που δεν περιλαμβάνονται στην έκθεση του Tax Foundation. Ανάμεσά τους, η Τουρκία έχει φορολογική σφήνα 40,3% και η Νορβηγία 36,4%. Η Ελβετία (23%) καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη και στα δύο σύνολα δεδομένων. Ο τοπικός φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ καντονιών και δήμων αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην περίπτωση της Ελβετίας.
Οι εκτιμήσεις του Tax Foundation τείνουν να είναι γενικά χαμηλότερες από εκείνες του ΟΟΣΑ, εν μέρει λόγω διαφορών στη μεθοδολογία, μεταξύ άλλων στον τρόπο μέτρησης της προοδευτικότητας και των παροχών.
Το άρθρο «From gross pay to take-home» του Euronews εξετάζει την πραγματική εικόνα των μισθών στην Ευρώπη για διαφορετικά σενάρια, συμπεριλαμβανομένων νοικοκυριών με παιδιά και νοικοκυριών με έναν ή δύο εργαζόμενους.