Η παγκόσμια χαλυβουργία εισέρχεται σε κρίση: οι επιδοτήσεις και η υπερπαραγωγή, κυρίως στην Κίνα, στρεβλώνουν τις αγορές και πιέζουν παραγωγούς σε Ευρώπη και άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τον οργανισμό.
Η παγκόσμια παραγωγική ικανότητα της χαλυβουργίας συνεχίζει να αυξάνεται παρά τη χαμηλή ζήτηση, με κίνδυνο να πιέσει περαιτέρω τις τιμές και να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό.
Ο χάλυβας είναι καίριο υλικό για ένα ευρύ φάσμα κλάδων, από τις κατασκευές και τη βιομηχανία έως τα ηλεκτρικά οχήματα και τα κέντρα δεδομένων.
Ο ΟΟΣΑ (πηγή στα Αγγλικά) επισημαίνει ότι οι κρατικές επιδοτήσεις αποτελούν βασικό παράγοντα της παγκόσμιας υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας, καθώς μεγάλο μέρος της αύξησης της χαλυβουργικής δυναμικότητας τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει σημειωθεί εκτός χωρών του ΟΟΣΑ, συχνά με κρατική στήριξη.
Το 2024, η μέση κινεζική χαλυβουργία έλαβε επιδοτήσεις ισοδύναμες με ποσά 15 φορές υψηλότερα από εκείνα που έλαβαν παραγωγοί αλλού, σε σχέση με το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων τους, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.
Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές χαλυβουργίες εξήγαγαν το 2025 ποσότητα-ρεκόρ 131 εκατομμυρίων τόνων χάλυβα, αύξηση 153% σε σύγκριση με το 2020 και μεγαλύτερη από τη συνολική παραγωγή χάλυβα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκείνη τη χρονιά.
Η προειδοποίηση έρχεται τη στιγμή που ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η παγκόσμια υπερβάλλουσα δυναμικότητα χάλυβα θα αυξηθεί από 640 εκατομμύρια τόνους το 2025 σε 745 εκατομμύρια τόνους έως το 2028, καθώς η παραγωγική ικανότητα της χαλυβουργίας συνεχίζει να αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τη ζήτηση.
Την ώρα που η παγκόσμια ζήτηση χάλυβα αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 34 εκατομμύρια τόνους την περίοδο 2026-2028, οι παραγωγοί σχεδιάζουν να προσθέσουν έως και 139 εκατομμύρια τόνους νέας δυναμικότητας στο ίδιο διάστημα.
Η Κίνα αναμένεται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την επέκταση, με σχέδια για προσθήκη έως και 38,6 εκατομμυρίων τόνων χαλυβουργικής δυναμικότητας έως το 2028 – τη μεγαλύτερη αύξηση που προβλέπεται από οποιαδήποτε χώρα.
Αν αυτά τα έργα προχωρήσουν, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η παγκόσμια υπερβάλλουσα δυναμικότητα θα ξεπεράσει την τρέχουσα ετήσια παραγωγή χάλυβα όλων των χωρών του ΟΟΣΑ κατά σχεδόν 320 εκατομμύρια τόνους, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος της ανισορροπίας που αντιμετωπίζει ο κλάδος.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής φοβούνται ότι η επίμονη υπερβάλλουσα δυναμικότητα μπορεί να υπονομεύσει την κερδοφορία και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των εγχώριων χαλυβουργιών, αυξάνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές ενός υλικού που θεωρείται στρατηγικής σημασίας για τις κατασκευές, την άμυνα, τις ενεργειακές υποδομές και τη μεταποίηση.
Μιλώντας στην Υπουργική Σύνοδο του Συμβουλίου του ΟΟΣΑ, ο γενικός γραμματέας του οργανισμού Ματίας Κόρμαν δήλωσε: «Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις ρίζες του προβλήματος, συμπεριλαμβανομένων των επιζήμιων επιδοτήσεων και άλλων πρακτικών που δεν βασίζονται στην αγορά. Αυτό σημαίνει ισχυρότερη διεθνή συνεργασία και ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τους χαλυβουργούς σε όλο τον κόσμο».
Ο ΟΟΣΑ εντόπισε επίσης ενδείξεις ότι ορισμένοι εξαγωγείς ενδέχεται να παρακάμπτουν τα εμπορικά εμπόδια, στέλνοντας ημιτελή προϊόντα χάλυβα στη Νοτιοανατολική Ασία για κατεργασία πριν τα επανεξαγάγουν στις αγορές του ΟΟΣΑ. Αύξηση 300% στις κινεζικές εξαγωγές ημιτελών προϊόντων χάλυβα προς την περιοχή υποδεικνύει μια πιθανή οδό για την αποφυγή δασμών και μέτρων αντιντάμπινγκ.
Κόστος ενέργειας και εμπορικές εντάσεις εντείνουν τις πιέσεις
Παράλληλα, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με την άνοδο του ενεργειακού κόστους που συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν. Η ενέργεια μπορεί να αντιστοιχεί έως και στο 40% του κόστους παραγωγής χάλυβα, γεγονός που καθιστά τον τομέα ιδιαίτερα ευάλωτο σε υψηλότερες τιμές.
Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης την αυξανόμενη πίεση στις προμήθειες πρώτων υλών. Καμία χαλυβουργός χώρα δεν είναι πλήρως αυτάρκης στις εισροές που απαιτούνται για την παραγωγή χάλυβα, ενώ οι περιορισμοί στις εξαγωγές βασικών υλικών αυξάνονται παγκοσμίως. Σαράντα δύο χώρες περιορίζουν πλέον τις εξαγωγές σκραπ χάλυβα, μιας κρίσιμης πρώτης ύλης για την παραγωγή σε ηλεκτρικούς κλιβάνους τόξου.
Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυτές τις πιέσεις. Οι χαλυβουργίες της περιοχής συνήθως αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος εργασίας και ενέργειας, καθώς και αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα, σε σύγκριση με πολλούς διεθνείς ανταγωνιστές.
Ως αποτέλεσμα, οι ευρωπαίοι παραγωγοί είναι συχνά λιγότερο σε θέση να αντέξουν παρατεταμένες περιόδους χαμηλών τιμών σε σχέση με ανταγωνιστές που επωφελούνται από χαμηλότερα κόστη ή ισχυρότερη κρατική στήριξη.
«Αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, θα υπονομευθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του κλάδου και η οικονομική ασφάλεια πολλών χωρών», προειδοποίησε ο ΟΟΣΑ.