Οι αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ είναι οι υψηλότερες από τον Ψυχρό Πόλεμο, με τα κράτη κοντά στη Ρωσία να δαπανούν τα περισσότερα, ενώ η ήπειρος διχάζεται ανάμεσα σε χώρες πρώτης γραμμής που πλησιάζουν το 5% του ΑΕΠ και σε μια ομάδα που μένει στο ελάχιστο.
Το 2025, για πρώτη φορά από τη σύσταση της βορειοατλαντικής συμμαχίας, κάθε κράτος‑μέλος της ΕΕ που ανήκει στο ΝΑΤΟ κάλυψε τον στόχο της συμμαχίας για αμυντικές δαπάνες 2% του ΑΕΠ.
Όμως μια πιο προσεκτική ματιά στα στοιχεία αποκαλύπτει μια ήπειρο κομμένη στα δύο: λίγα κράτη πρώτης γραμμής τρέχουν μπροστά, ενώ μια μεγάλη ομάδα περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα.
Την ίδια στιγμή, περίπου το 40% των δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό καταλήγει σε προμηθευτές εκτός ΕΕ, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Oxford Economics.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπανούν για την άμυνα περισσότερα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ωστόσο, η αύξηση της στρατιωτικής ισχύος είναι μικρότερη απ’ ό,τι αφήνουν να εννοηθεί τα εντυπωσιακά νούμερα των δαπανών.
Τα ευρωπαϊκά κράτη‑μέλη του ΝΑΤΟ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 14% το 2025, στα περίπου 739 δισ. ευρώ – τη μεγαλύτερη άνοδο από τη δεκαετία του ’50, σύμφωνα με στοιχεία του SIPRI που δημοσίευσε το Euronews τον Απρίλιο.
Συνολικά, τα κράτη‑μέλη της ΕΕ που ανήκουν στη συμμαχία δαπάνησαν για την άμυνα 2,5% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν μόλις χρόνο. Όμως οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και η Δανία παρέμειναν πολύ μπροστά, καθεμία δαπανώντας πάνω από 3% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΝΑΤΟ.
Ποιες ευρωπαϊκές χώρες επανεξοπλίζονται ταχύτερα;
Στην κορυφή βρίσκεται η Πολωνία, η οποία το 2025 δαπάνησε για την άμυνα το 4,48% του ΑΕΠ της – περισσότερο από το διπλάσιο του παλιού ορίου και το υψηλότερο ποσοστό στη συμμαχία, υψηλότερο ακόμη και από των Ηνωμένων Πολιτειών, που έφτασε το 3,22%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΝΑΤΟ.
Πίσω της υψώνεται ένα «τείχος» κρατών πρώτης γραμμής: η Λιθουανία με 4%, η Λετονία με 3,73% και η Εσθονία με 3,38%.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: οι χώρες στο ανατολικό άκρο του ΝΑΤΟ, πιο κοντά στη Ρωσία, κυριαρχούν στην κατάταξη.
Την επόμενη βαθμίδα συγκροτούν οι σκανδιναβικές χώρες. Η Δανία έφτασε το 3,22%, η Φινλανδία το 2,77% και η Σουηδία το 2,51%, με τις δύο τελευταίες να εγκαταλείπουν μετά από δεκαετίες τη στρατιωτική ουδετερότητα και να εντάσσονται στη συμμαχία μόλις την τελευταία τριετία. Η Ελλάδα, παραδοσιακά από τις χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, για λόγους που συνδέονται περισσότερο με την Τουρκία παρά με τη Μόσχα, βρίσκεται στο 2,85%.
Η Oxford Economics εκτιμά ότι αυτή η ομάδα – Πολωνία, Βαλτικές χώρες και σκανδιναβικές – θα συνεχίσει να ηγείται, με αρκετές εξ αυτών ήδη σε ρεαλιστική τροχιά προς το 5% του ΑΕΠ έως το 2035.
«Η κλιμάκωση των αμυντικών δαπανών έχει εξελιχθεί σε έναν από τους λίγους θετικούς μοχλούς ανάπτυξης στην Ευρώπη, μέσα σε μια ακολουθία συνεχών αρνητικών σοκ», δήλωσε ο οικονομολόγος της Oxford Economics Τόμας Ντβόρακ.
«Θεωρούμε ότι η τάση αυτή είναι διατηρήσιμη, ιδίως με το γερμανικό δημοσιονομικό πακέτο στήριξης, το οποίο θα δημιουργήσει θετικές δευτερογενείς επιδράσεις στη ζήτηση και για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ», πρόσθεσε.
Οι χώρες που κάνουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα
Και έπειτα υπάρχει η ομάδα στο κάτω άκρο της κλίμακας.
Είναι εντυπωσιακό αλλά πολλές χώρες‑μέλη κατέληξαν το 2025 σχεδόν ακριβώς στο όριο του 2% και δεν προχώρησαν παραπέρα.
Η Ιταλία έκλεισε στο 2,01%, η Γαλλία στο 2,05%, ενώ η Ισπανία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Τσεχία και το Λουξεμβούργο κατέγραψαν όλες ακριβώς 2%.
Η Σλοβενία, η Κροατία, η Σλοβακία, η Βουλγαρία και η Ουγγαρία διαφέρουν ελάχιστα, και βρίσκονται μεταξύ 2,02% και 2,06%.
Και ορισμένες ήδη χαλαρώνουν. Οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν πέρυσι στην Ουγγαρία και την Τσεχία.
Για το 2026, η Oxford Economics προβλέπει ότι η ΕΕ συνολικά θα προσθέσει μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας το 2,6% του ΑΕΠ – σχεδόν στασιμότητα, μετά από μια χρονιά κατά την οποία η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία πρόσθεσαν καθεμία περίπου μισή μονάδα.
Όλοι πιάνουν τον στόχο: τι δείχνει μια πιο προσεκτική ματιά
Σύμφωνα με την Oxford Economics, οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν το 2025 λίγο ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν, με μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να μένει στην Ευρώπη απ’ όσο είχε προβλεφθεί.
Ωστόσο, τμήμα αυτής της ανόδου αντανακλά λογιστικούς κανόνες και όχι πραγματική ενίσχυση της στρατιωτικής ικανότητας.
Τα στοιχεία του ΝΑΤΟ δηλώνονται από τα ίδια τα κράτη μέλη και καταγράφονται σε ταμειακή βάση, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της εταιρείας συμβούλων Τόμας Ντβόρακ και Νίκολα Νομπίλε, με αποτέλεσμα οι προκαταβολές για πολυετείς παραγγελίες να μπορούν να «φουσκώνουν» τους αριθμούς χρόνια πριν παραδοθεί οποιοσδήποτε εξοπλισμός.
Ο νέος στόχος περιλαμβάνει μάλιστα ένα τμήμα 1,5% για «αμυντικές» υποδομές χωρίς σαφή ορισμό, και η Oxford Economics επικαλείται ενδείξεις ότι κυβερνήσεις επιχειρούν να παρουσιάσουν πολιτικά έργα, όπως νοσοκομεία, ως στρατιωτικές δαπάνες.
Το πιο «στέρεο» μέρος της αύξησης προήλθε κυρίως από τοους εξοπλισμούς.
Μόνο οι εξοπλισμοί αντιστοιχούν σε περίπου 0,5 από 0,9 ποσοστιαίες μονάδες της ανόδου των αμυντικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2021, και πλέον αντιστοιχεί σε περίπου το ένα τρίτο του συνόλου, από ένα τέταρτο πριν από πέντε χρόνια.
Ο στόχος από τον οποίο απέχουν σχεδόν όλοι
Το δυσάρεστο κομμάτι αφορά όσα απαιτεί ο νέος στόχος.
Η σύνοδος της Χάγης έθεσε ως γενικό στόχο το 5% του ΑΕΠ έως το 2035, από το οποίο το 3,5% πρέπει να κατευθύνεται στον «σκληρό» πυρήνα της άμυνας.
Με κριτήριο αυτό το όριο του 3,5%, σχεδόν ολόκληρη η ήπειρος υπολείπεται.
Ο μέσος όρος του ΝΑΤΟ το 2025 ήταν 2,76% του ΑΕΠ.
Πλην της Πολωνίας, της Λιθουανίας και της Λετονίας, που ήδη υπερβαίνουν τον στόχο για τον βασικό πυρήνα δαπανών, κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία θα πρέπει να αυξήσει τις βασικές αμυντικές δαπάνες της κατά μία έως μιάμιση ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ – με την Ιταλία, την Ισπανία, το Βέλγιο, την Πορτογαλία, την Τσεχία και το Λουξεμβούργο να χρειάζονται καθεμία πλήρη άνοδο κατά 1,5 μονάδα.
Πού καταλήγουν στην πράξη τα χρήματα
Για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά πού καταλήγουν – και ένα μεγάλο μέρος τους δεν φτάνει ποτέ σε ευρωπαϊκά εργοστάσια.
Η Oxford Economics υπολογίζει ότι περίπου το 40% των δαπανών της ΕΕ για αμυντικό εξοπλισμό αφορά εισαγωγές από χώρες εκτός μπλοκ.
Με άλλα λόγια, περίπου τα δύο από κάθε πέντε ευρώ που δαπανώνται για αμυντικό εξοπλισμό καταλήγουν σε προμηθευτές εκτός ΕΕ.
Η «διαρροή» συγκεντρώνεται στα συστήματα που η Ευρώπη δεν μπορεί ακόμη να παράγει σε μεγάλη κλίμακα: όπλα μεγάλου βεληνεκούς, αντιαεροπορική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς, μέσα έγκαιρης προειδοποίησης και εντοπισμού, τακτικές αερομεταφορές, μαχητικά πέμπτης γενιάς με τεχνολογία stealth και μεγάλα drones. Η Ευρώπη βασίζεται επίσης σε εισαγόμενα μικροτσίπ και κινδυνεύει να μείνει πίσω στην τεχνητή νοημοσύνη για στρατιωτικές εφαρμογές.
«Η Ευρώπη διαθέτει έναν σύνθετο αμυντικό βιομηχανικό κλάδο, αλλά η χαμηλή αρχική παραγωγική ικανότητα και τα κενά σε ορισμένες δυνατότητες και εγχώριες τεχνολογίες σημαίνουν ότι ένα σημαντικό μέρος του αμυντικού εξοπλισμού εισάγεται», σημείωσε ο Ντβόρακ.