Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Ένας Βρυκόλακας στο θέατρο Αποθήκη

Ένας Βρυκόλακας στο θέατρο Αποθήκη
Από Γιώργος Μητρόπουλος

Ο πρωτοποριακός για την εποχή του «Βουρκόλακας», το μοναδικό θεατρικό έργο του Αργύρη Εφταλιώτη, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, 120 χρόνια μετά τη συγγραφή του, σε μια σύγχρονη παράσταση που συνομιλεί με την παράδοση. Ο συγγραφέας αντλεί το θέμα του από τους λαϊκούς μύθους και το «Τραγούδι του Νεκρού αδελφού» που αποτέλεσε εμβληματικό ποίημα για τους ρομαντικούς κύκλους της κεντρικής Ευρώπης τον 19ο αιώνα.

Ο Λάσκαρης χαρακτηρίζει το έργο ως το «δραματικότερον τραγούδι», ο Παπαντωνίου σημειώνει πως πρόκειται για «ακράτητο τόλμημα της φαντασίας», ο Καβάφης παρατηρεί πως «η λιτότης του είναι ελληνικότατη» ενώ ο Ξενόπουλος στην «Εστία» παρακινεί τους θιασάρχες να προσέξουν την πνευματική του αξία και να το ανεβάσουν. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα ανέβηκε μόνο στην Βάρνα – όπου τότε υπήρχε ακόμη ακμαίος ελληνισμός – σε μία ερασιτεχνική παράσταση. Το έργο εκδίδεται το 1894 σε τρεις συνέχειες στην Εφημερίδα Εστία ενώ το 1900 εκδίδεται επίσημα σε βιβλίο μαζί με άλλα έργα του Εφταλιώτη.

Ζητήσαμε από τον Γιώργο Λύρα, τον σκηνοθέτη της παράστασης να μας μιλήσει για ποιο λόγο επέλεξε το συγκεκριμένο κείμενο και πώς το παρουσιάζει στο θέατρο Αποθήκη.

-Πώς ανακάλυψες το έργο και ποιο ήταν το στοιχείο που σε έπεισε ότι αξίζει τον κόπο να το δούμε στη σκηνή;

-Το έργο το βρήκα τυχαία. Μέσα στην μανία μου να ψάξω ό, τι έχει σχέση με βρικόλακες. Όταν το διάβασα η γλώσσα του Εφταλιώτη αλλά και η ίδια η ιστορία με κράτησαν κάνα δυο μέρες άυπνο. Έχει μεγάλη δύναμη η αφήγηση του. Προέρχεται από το ποίημα του «Νεκρού αδελφού». Αυτές οι ιστορίες ταξιδεύουν στους αιώνες και συγκινούν πολύ. Τουλάχιστον ως τώρα. Θες να είναι ζήτημα ρίζας; Μνήμης; Εθνικής ταυτότητας; Θες να είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και καθολικό; Για κάποιο λόγο που δεν εξηγείται; Απλά μεταβιβάζεται στο DNA με το χρόνο; Γι’ αυτό τον ανεξήγητο λόγο σκέφτηκα πως αξίζει να το δει κανείς. Για την επικοινωνία του με κάτι που βρίσκεται βαθιά μέσα στη φύση μας, το οποίο δύσκολα ορίζεται συγκεκριμένα. Και δεν ξέρω αν αξίζει και τον κόπο να οριστεί. Το ανείπωτο είναι συνήθως το καλύτερο επιχείρημα. Νομίζω.

-Τι λέει ένα τέτοιο κείμενο σε έναν νέο; Τι ελκύει έναν νεαρό σκηνοθέτη σε ένα «παλιό», ρομαντικό έργο;

Σε ένα νέο; Η νεότητα συνδέεται άρρηκτα με το φαντασιακό πεδίο. Οι νέοι ονειρεύονται, ερωτεύονται το φανταστικό. Το αντίθετο είναι που αρχίζει να φέρνει το γήρας ίσως. Όσο δίνουμε νέες διαστάσεις και πολλαπλές εκδοχές στο πραγματικό, τόσο παραμένουμε ζωντανοί. Ξανανιώνουμε. Από αυτήν την πλευρά το έργο αφορά τους «νέους», «νέους» κάθε ηλικίας. Πρόκειται για μια αρχετυπική ιστορία που η ποιητική λειτουργία και οι φαντασιακοί μηχανισμοί του συγγραφέα την απογειώνουν. Ό,τι χωράει στο νου του ανθρώπου περνάει μπροστά από τα μάτια σου. Φυσικό και μετά – φυσικό. Επομένως ένα έργο με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί «παλιό». Μπαίνουμε σε άλλους δρόμους εκεί. Θα πρέπει να επανεξετάσουμε τι εννοούμε λέγοντας «παλιό», «νεωτερικό», «σύγχρονο», «διαχρονικό». Αυτές όλες είναι έννοιες που δοκιμάζονται τα τελευταία χρόνια πολύ. Ειδικά στα γράμματα και τις τέχνες. Και οφείλουν να δοκιμάζονται βέβαια. Όσον αφορά τον ρομαντισμό, έχει μια οριστικότητα και μια σκληρότητα που με κεντρίζει. Ο ρομαντικός άνθρωπος τα ζει όλα στα άκρα ή έστω μέσα στο μυαλό του τα μετατοπίζει όλα στην περιοχή του ακραίου. Και το σκοτάδι βέβαια. Ο ρομαντισμός αφήνει ένα μεγάλο μέρος της ζωής στο σκοτάδι. Χωρίς να το εξηγεί. Το θολώνει μάλιστα με τη βοήθεια της φαντασίας. Για να έχει να ελπίζει σε κάτι. Σε κάτι ακόμα. Σε κάτι άγνωστο. Δεν θέλει να δει το τέλος των πραγμάτων. Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρουμε, πολλά που θα ‘ρθουν. Δεν είναι όλα γνωστά και καταμετρημένα. Όταν το αντιλαμβάνεται αυτό ξεκινά η θλίψη του.

-Ποια είναι η σχέση του Βουρκόλακα με τους «Βρικόλακες» του Ίψεν;

Κατά τον Εφταλιώτη είναι μια απάντηση στην βορειομανεία εκείνων των χρόνων. Προσπάθησε να απαντήσει με κάτι εξίσου δυνατό δραματουργικά αλλά που να πηγάζει από την ελληνική παράδοση, τον ελληνικό μύθο. Τα δύο έργα έχουν προφανώς αντιθετική σχέση. Προσωπικά ίσως μπορώ, κατά τη γνώμη μου πάντα, να εφεύρω με την φαντασία μου και κάτι συγγενικό ανάμεσα στα δύο : είναι τραγωδίες των λάθος επιλογών. Στους «Βρικόλακες» πληρώνουν όλοι το ό, τι έζησαν με τον τρόμο του άλλου, του «γείτονα». Κανείς δεν έχει κάνει αυτό που ήθελε. Το ίδιο και στον «Βουρκόλακα». Κανείς από τους ήρωες δεν κάνει αυτό που θέλει πραγματικά. Στο τέλος του έργου τιμωρούνται όλοι με το ίδιο νόμισμα σε άλλες μορφές : με τον θάνατο.

-Ποιος είναι ο σκηνοθετικός και δραματουργικός τρόπος με τον οποίο προσέγγισες το κείμενο του Αργύρη Εφταλιώτη;

Προσπάθησα πολύ να δώσω προτεραιότητα στο κείμενο και στον ηθοποιό. Δουλέψαμε για μήνες την γλώσσα και την εκφορά της για να έχει ζωή και να ξεγελάει σαν τωρινή. Οι ήχοι της και οι τονισμοί μας παίδεψαν αλλά πιστεύω πως όλος ο θίασος το έχει καταφέρει να την μιλάει σαν γλώσσα του. Δηλαδή όχι με μια άνεση προφορικότητας απλά. Αλλά με μια άνεση πάνω στο αίσθημα της. Τα αφηγηματικά μέσα που χρησιμοποίησα είναι πολύ λιτά. Προτίμησα να ρίξω το βάρος σε αυτά που ακούς, στο βλέμμα, στο αίσθημα και να δοκιμάσω αν αυτά αρκούν για να λειτουργήσει το έργο. Έδωσα βάρος κυρίως στα ρομαντικά του μοτίβα: στο δυνατό αίσθημα, στην αγωνία, στη μαγεία και στον τρόπο που διαχειρίζονται οι ρομαντικοί το φαινόμενο του χρόνου. Τα όρια μεταξύ πραγματικού και ονειρικού χρόνου σχεδόν εξαφανίζονται και οι δύο χρόνοι προχωρούν παράλληλα και ταυτόχρονα. Απέφυγα την ηθογραφική του πλευρά. Αφέθηκα στους ηθοποιούς και στο ίδιο το έργο και μάζεψα τις «ιδέες» μου. Δεν μετανιώνω γι αυτό καθόλου. Και ευχαριστώ και όλους τους ηθοποιούς που δέχτηκαν να το τολμήσουν – να παίξουν «γυμνοί». Με τη φωνή τους και το αίσθημα τους. Με ό,τι φέρουν σαν άνθρωποι. Χωρίς εξωτερική στήριξη, χωρίς ένα «δίχτυ ασφαλείας».

-Ποια είναι τα στοιχεία που επέλεξες να αναδείξεις από το έργο; Υπάρχουν προσθήκες άλλων κειμένων, ποιημάτων;

Με ενδιέφερε η δύναμη των αισθημάτων και της γλώσσας, η ποιητική του λειτουργία. Η «αναλγητική» του πλευρά. Πρόκειται για ένα παραμύθι που αν πετύχει η αφήγησή του μπορεί να σε κάνει για μιάμιση ώρα να ξεχάσεις τα πάντα, τη μέρα σου, τη ζωή σου. Είναι έργο που έχει τη δύναμη να σε «μεταφέρει». Δεν ξέρω αν εμείς το πετύχαμε. Ξέρω ότι το προσπαθήσαμε. Τώρα θα δείξει. Υπάρχουν προσθήκες, βέβαια, στον θρήνο της μάνας στίχοι από δημοτικά τραγούδια (μοιρολόγια), κάποιοι στίχοι από το τραγούδι του «Νεκρού αδελφού» και ένα μικρό απόσπασμα πέντε γραμμών από τον «Όρκο του πεθαμένου» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Και μισή σελίδα που έγραψα εγώ. Όλο το υπόλοιπο είναι ατόφιο που λένε.

-Σε δυσκόλεψε η γλώσσα του κειμένου;

Η γλώσσα με δυσκόλεψε πολύ στην αρχή. Όσο την φοβόμουνα. Μετά, όταν αφέθηκα και εγώ και οι ηθοποιοί, μας τα είχε όλα έτοιμα. Είναι μεγάλος τεχνίτης ο Εφταλιώτης και νιώθω ευτυχία που μπόρεσα να δουλέψω το κείμενο του. Κάθε γράμμα, κάθε λέξη που χρησιμοποιεί, κάθε σύνταξη, όλα είναι προμελετημένα προς συμφέρον του σκηνικού αισθήματος και του ηθοποιού.

-Με ποιον τρόπο συνομιλεί η παράστασή σου με την παράδοση και την εποχή του συγγραφέα του έργου;

Το ζήτημα της ελληνικότητας και της παρουσίας της παράδοσης στην παράσταση με δυσκόλεψε πολύ. Γιατί ήθελα να το κάνω με τρόπο ουσιαστικό και όχι με τρόπο επιφανειακό ή τρόπο τουριστικό. Πράγμα δύσκολο να οριστούν αυτές οι έννοιες και να μην τις αφήσεις και απέξω κιόλας. Το έχω δει να συμβαίνει μόνο στην «Γκόλφω». Να φέρει η παράσταση ένα κομμάτι του παρελθόντος και της μνήμης, χωρίς λαϊκισμούς και τουριστικά τρικ. Εκεί όλα γίνονταν με σπουδαίο τρόπο που σε καθήλωνε. Εγώ δεν ξέρω αν το πέτυχα. Το εύχομαι. Κι αν δεν το πέτυχα, τουλάχιστον τέθηκαν οι προβληματισμοί και θα το δουλέψω όσο περνάνε τα χρόνια. Προσπάθησα να κρατήσω ζωντανή την παράδοση μέσα στην παράσταση μεταφέροντας τα συναισθηματικά της ισοδύναμα. Δηλαδή, απέφυγα την αναπαράσταση των «παιχνιδιών» του γάμου, των εθίμων γενικότερα ή της ελληνικής «όψης». Προσπάθησα όμως να μεταφέρω το αίσθημα μιας γυναίκας που την παντρεύουν με όποιον θέλουν χωρίς να την ρωτήσουν, ενός ερωτευμένου νεαρού αγοριού που απορρίπτεται, μιας μάνας που πεθαίνουν όλα της τα παιδιά. Την ατμόσφαιρα και το αίσθημα ενός συνοικεσίου. Τη δεισιδαιμονία και τον φόβο που επικρατούσε για όλα μέσα στην καθημερινότητα. Νομίζω ότι αν αυτά υπάρχουν, το πείραμα έχει πετύχει, γιατί αυτά στο σύνολο τους είναι η παράδοση. Όχι το γαλάζιο και το άσπρο, η πλακόστρωτη αυλή και το τσεμπέρι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λύρας
Σκηνικά: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου
Κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης
Μουσική: Γιώργος Δούσσος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Αργυριάδης
Διανομή: Νένα Μεντή, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Γιώτα Καλλίνη, Ηλίας Λάτσης, Αμαλία Νίνου, Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, Δημήτρης Σαμόλης

ΑΠΟΘΗΚΗ
Σαρρή 40, Ψυρρή, τηλ.: 2103253153
Παραστάσεις: Δευτέρα – Τρίτη: 21.15
Τιμές Εισιτηρίων: 15€ κανονικό, 12€ μειωμένο.
Διάρκεια: 90΄ χωρίς διάλειμμα

Ακολουθήστε το euronews στα Ελληνικά στο Facebook και στο Twitter