Τριάντα ένα χρόνια μετά, η δημιουργία του Δημήτρη Παπαϊωάννου και του Γιώργου Κουμεντάκη ολοκλήρωσε στην Αθήνα έναν νέο κύκλο μνήμης, αφιερωμένο «στους φίλους που χάθηκαν από AIDS». Το έργο συνεχίζει το ταξίδι του, με επόμενο σταθμό το Παρίσι το 2027.
Τριάντα ένα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση, το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» επέστρεψε εκεί όπου μπορούσε πλέον να σταθεί χωρίς εξηγήσεις.
Στη μεγάλη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Όχι ως αναβίωση, ούτε ως επετειακή χειρονομία, αλλά ως έργο που εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.
Το 1995, σε ένα παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο, η performance-installation των Γιώργου Κουμεντάκη και Δημήτρη Παπαϊωάννου δημιουργήθηκε «για τους φίλους που χάθηκαν από AIDS».
Το 2026, χωρίς να αλλάξει τον πυρήνα της, επέστρεψε με την ωριμότητα ενός έργου που δεν ζητά πια να εξηγηθεί, αλλά να βιωθεί.
Σε δώδεκα παραστάσεις, περισσότερα από 16.000 άτομα παρακολούθησαν μια παραγωγή που κινήθηκε στα όρια της όπερας, της εικαστικής εγκατάστασης και της σωματικής δοκιμασίας.
Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν μέσα σε δύο ώρες, όμως το ουσιαστικό διακύβευμα δεν βρισκόταν στη ζήτηση, αλλά στη διάρκεια της εμπειρίας.
Στη σκηνή συνυπήρξαν 48 περφόρμερς, 23 σολίστ μουσικοί της Ορχήστρας της ΕΛΣ, 25 χορωδοί του συνόλου MEIZON ensemble και δύο υψίφωνοι.
Η μουσική του Κουμεντάκη, με λιμπρέτο βασισμένο στο ποίημα «Λάζαρος» του Δημητρίου Καπετανάκη, ακούστηκε με ακρίβεια και ένταση υπό τη διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή, αναδεικνύοντας τη διαχρονική σκληρότητα και τη λιτότητα του υλικού.
Το σκηνικό, ένα επιβλητικό κατασκεύασμα βάρους έως 22 τόνων, με σκάλα 36 σκαλοπατιών ύψους 30 εκατοστών το καθένα, δεν λειτουργούσε ως εντυπωσιακό στοιχείο, αλλά ως ενεργός μηχανισμός πίεσης.
Το σώμα δεν κινούνταν επάνω του με άνεση, αλλά με κόπο. Η άνοδος και η πτώση δεν αποτελούσαν μεταφορές, αλλά πραγματικές συνθήκες. Πέντε καταπακτές, από τις οποίες εμφανίζονταν οι χορευτές, υπογράμμιζαν την αίσθηση μιας διαρκούς έκθεσης, χωρίς προστατευτικά όρια.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ξαναδουλεύοντας το έργο σε μεγάλη κλίμακα, δεν επιδίωξε την ανανέωση μέσω προσθηκών.
Αντίθετα, αφαίρεσε κάθε περιττό στοιχείο, εστιάζοντας στη σχέση του σώματος με τη φθορά, την πτώση και τη σιωπή.
Η σκηνοθεσία του απέφυγε τον συναισθηματικό εξαναγκασμό, επιλέγοντας μια αυστηρή, σχεδόν ασκητική γλώσσα, που άφηνε τον θεατή μόνο απέναντι σε ό,τι συνέβαινε επί σκηνής.
Μετά το τέλος της τελευταίας παράστασης, το έργο ολοκλήρωσε τον κύκλο του στην Αθήνα και ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Παρίσι, όπου θα παρουσιαστεί στο Théâtre du Châtelet τον Νοέμβριο του 2027, στο πλαίσιο συμπαραγωγής με την Εθνική Λυρική Σκηνή, με τη στήριξη του Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και μεγάλο χορηγό τη ΔΕΗ.
Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα δεν ανήκει πια σε μια συγκεκριμένη εποχή. Παραμένει ένα έργο που επιστρέφει όταν οι συνθήκες το αντέχουν.
Και αυτή τη φορά, επέστρεψε για να επιβεβαιώσει ότι η ουσία του δεν βρίσκεται στη μνήμη, αλλά στην επιμονή.