Μόλις λίγες ημέρες μετά το άνοιγμα του φέρετρου, οι ερευνητές είχαν ανακοινώσει ότι τα οστά ανήκουν σε άνδρα περίπου 60 ετών. Επιπλέον, ήταν ασυνήθιστα ψηλός για τα δεδομένα του Μεσαίωνα.
Στον βόρειο τοίχο του καθεδρικού ναού της Μάισεν βρίσκονται γλυπτές μορφές του αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ και της συζύγου του Αδελαΐδας, που φιλοτεχνήθηκαν γύρω στο 1260 από τον αποκαλούμενο Δάσκαλο της Νάουμπουργκ, έναν σημαντικό αλλά ανώνυμο γλύπτη και αρχιτέκτονα του 13ου αιώνα.
Ο Όθων ο Μέγας (912-973) τάφηκε ωστόσο στον καθεδρικό ναό της Μαγδεβούργης. «Ταιριάζει και γενετικά απολύτως», δήλωσε ο διευθυντής του Κρατικού Γραφείου Προστασίας Μνημείων και Αρχαιολογίας (LDA) Σαξονίας-Άνχαλτ, Χάραλντ Μέλερ, στη Μαγδεβούργη, παρουσιάζοντας τα τρέχοντα αποτελέσματα της έρευνας.
Δείγματα DNA από τα οστά της Μαγδεβούργης συγκρίθηκαν με δείγματα οστών από τον καθεδρικό ναό της Μπάμπεργκ, που αποδίδονται στον οθωνικό βασιλιά Ερρίκο Β΄. Χρησιμοποιήθηκε μια μέθοδος ακριβούς προσδιορισμού βαθμών συγγένειας, την οποία ανέπτυξε ο συμμετέχων αρχαιογενετιστής Χάραλντ Ρινγκμπάουερ από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για την εξελικτική ανθρωπολογία.
Η ανάλυση έδειξε συγγένεια τρίτου βαθμού. Αυτή μπορεί να εξηγηθεί είτε μέσω πλήρους αδελφικής σχέσης είτε μέσω κοινών προγόνων από την πατρική γραμμή. Το αποτέλεσμα αντιστοιχεί έτσι ακριβώς στο ιστορικά καταγεγραμμένο συγγενικό δεσμό μεταξύ Όθωνα Α΄ και Ερρίκου Β΄.
Στο πλαίσιο της αναγκαίας αποκατάστασης του λίθινου σαρκοφάγου στη Μαγδεβούργη, τα λείψανα αποκαλύφθηκαν το 2025. Λίγες μόλις ημέρες μετά το άνοιγμα της λάρνακας τον Ιούνιο, οι ερευνητές είχαν ανακοινώσει ότι τα οστά παραπέμπουν σε έναν άνδρα περίπου 60 ετών. Επιπλέον, με ύψος γύρω στο 1,80 μέτρο, ήταν για τα δεδομένα του Μεσαίωνα ασυνήθιστα ψηλός.
Ήδη όσο ζούσε, ο Όθων Α΄ έφερε τα προσωνύμια «ο Μέγας» και «πατέρας της πατρίδας». Σταθεροποίησε το μέχρι τότε ασταθές ανατολοφραγκικό-γερμανικό βασίλειο και, με την ένωση με το βασίλειο της Ιταλίας, το συνέδεσε εκ νέου με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση. Από αυτό προέκυψε αργότερα η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», που διατηρήθηκε έως το 1806.
Μέσω δυναστικών γάμων, της ίδρυσης επισκοπών και στρατιωτικών επιτυχιών, ο οίκος των Οθώνων αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σε μία από τις ισχυρότερες δυναστείες της Ευρώπης.
Ο Όθων Α΄ ήταν αρχικά παντρεμένος με την Ίντιθ της Αγγλίας, κόρη του Άγγλου βασιλιά Έντουαρντ του Πρεσβύτερου. Μετά τον θάνατό της παντρεύτηκε την Αδελαΐδα της Βουργουνδίας, η οποία, μετά τη στέψη του σε αυτοκράτορα το 962, έγινε αυτοκράτειρα και διαδραμάτισε σημαντικό πολιτικό ρόλο στην αυτοκρατορία.
Ο αυτοκράτορας είχε ιδιαίτερη σχέση με τη Μαγδεβούργη, η οποία επί των ημερών του εξελίχθηκε σε κεντρικό πολιτικό και θρησκευτικό τόπο. Η πόλη λειτουργούσε ως προτιμώμενη αυτοκρατορική έδρα του στο ανατολικό τμήμα της επικράτειάς του και αναδείχθηκε σε σημαντικό κέντρο εξουσίας.
Το 968 ο Όθων Α΄ ίδρυσε εκεί την αρχιεπισκοπή Μαγδεβούργης, με κύρια αποστολή τον εκχριστιανισμό των σλαβικών περιοχών ανατολικά του Έλβα, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τη σημασία της πόλης για την Εκκλησία.