Η Κύπρια χορογράφος και performer κυκλοφόρησε το βιβλίο «Performance Works of Lia Ηaraki», που συνοψίζει πάνω από δύο δεκαετίες πλούσιας διαδρομής, μέσα από κείμενα, φωτογραφίες, μαρτυρίες και τεκμήρια
Η Λία Χαράκη έχει διανύσει μια πλούσια και πολύμορφη διαδρομή στο χορό και την performance τα τελευταία 25 χρόνια. Μέσα από τη συνολική της καλλιτεχνική πρακτική, έχει διαμορφώσει ένα ξεχωριστό λεξιλόγιο στις παραστατικές τέχνες, το οποίο συνεχίζει να επηρεάζει τις νεότερες γενιές δημιουργών και να εμπλουτίζει τον πολιτιστικό διάλογο στην Κύπρο.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Performance Works of Lia Ηaraki», που έρχεται να αναδείξει όλη αυτή την πορεία, να φωτίσει πλευρές της καλλιτεχνικής της έρευνας και να γιορτάσει πάνω από δύο δεκαετίες ενσώματης δημιουργίας. Η έκδοση συγκεντρώνει κείμενα και μαρτυρίες πολυάριθμων μελετητών, δημοσιογράφων και συνεργατών, τεκμήρια, σημειώσεις και φωτογραφίες σε μια ενιαία αφήγηση.
Η Λία Χαράκη εξερευνά μέσα από το έργο της διαφορετικές προσεγγίσεις και εκφράσεις του σώματος και της φωνής. Το σώμα είναι για εκείνη ένα πολυδιάστατο εργαλείο που τη βοηθά να μιλήσει για την εμπειρία του υπάρχειν και του γίγνεσθαι. Είναι ένα δοχείο με διαφορετικές εκδοχές: υπάρχει το συναισθηματικό, το βιογραφικό, το νοητικό, το αισθητικό και το διαισθητικό σώμα. Το κάθε έργο της εξερευνά λοιπόν άλλη πλευρά αυτού του δοχείου.
Το βιβλίο είναι ένα διεισδυτικό και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό πορτρέτο της κοινότητας του χορού και της performance στην Κύπρο, μέσα από μια καλλιτέχνιδα που έχει συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωσή της. Στις 417 σελίδες της πανέμορφης έκδοσης, περνά όλη η σύγχρονη ιστορία της επιτελεστικής τέχνης στο νησί και οι βασικοί πρωταγωνιστές της.
Συναντήσαμε τη Λία Χαράκη στη Λεμεσό και μιλήσαμε μαζί της για το βιβλίο, την πορεία της στην performance, αλλά και το σύγχρονο χορευτικό τοπίο της Κύπρου.
-Πώς αποφάσισες να φτιάξεις αυτό το βιβλίο; Ποια ήταν η αφετηρία;
Ένιωσα μια μεγάλη ανάγκη να καταγράψω όσο γίνεται τον απόηχο των έργων που δημιουργήσαμε και παρουσιάσαμε μαζί με τους συνεργάτες μου από το 2003 έως το 2024. Ήθελα το βιβλίο να λειτουργήσει ως ένα αποτύπωμα των έργων που έχουν μία εφήμερη και παροδική φύση, ως ζωντανή τέχνη που είναι. Επίσης ήθελα μέσα από αυτό το εγχείρημα να τιμήσω το κοινό που τα τίμησε, τους ίδιους τους συνεργάτες μου αλλά και να κλείσω ένα μεγάλο κεφάλαιο πριν πάω σε άλλα δημιουργικά μονοπάτια.
Το βιβλίο το φτιάξαμε μέσα σε τρία χρόνια μαζί με μία εξαιρετική ομάδα συνεργατών, τη Δρ. Έρικα Χαραλάμπους ως συντάκτρια και επιμελήτρια, τη Δέσποινα Καννάουρου στον σχεδιασμό (που πρόσφατα επίσης βραβεύτηκε στα βραβεία ΕΒΓΕ για τον σχεδιασμό του βιβλίου), και τον Παύλο Βρυωνίδη στην επιμέλεια των φωτογραφιών.
Είναι ένα βιβλίο που μιλά για τα 20 χρόνια συλλογικής δουλειάς μέσα από κείμενα και μαρτυρίες, όσων την παρακολούθησαν. Επίσης πρόκειται για μια έκδοση βασισμένη σε αρχειακό υλικό, η οποία συγκεντρώνει τεκμήρια, σημειώσεις, φωτογραφίες και αναστοχασμούς, υφαίνοντάς τα σε μια ενιαία αφήγηση του καλλιτεχνικού μου έργου.
-Τι περιλαμβάνει;
Στην ουσία το βιβλίο είναι μία αναδρομή από το 2003 έως το 2024 με πάνω από πενήντα έργα, αρχίζοντας από το σόλο «Evergreen». Είναι χωρισμένο σε εννέα κεφάλαια, ανάλογα με την προσέγγιση που ακολουθούσαμε κάθε εποχή. Δηλαδή αρχίζει με τα πρώτα έργα, μετά τα έργα με βάση τη βιογραφία, ακολουθούν τα έργα με επίκεντρο την ενέργεια της κίνησης, έπειτα έχουμε ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στο «The Performance Shop concept», έπειτα ακολουθούν τα διαδραστικά έργα, το έκτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα ηχητικά έργα, το έβδομο στα έργα με επινοημένο κείμενο, ακολουθούν τα έργα που φτιάχτηκαν για παιδιά και αυτά που έγιναν ως αναθέσεις.
Το κεφάλαιο εννέα είναι αφιερωμένο στις μαρτυρίες μακροχρόνιων συνεργατών όπως οι: Ελεάνα Αλεξάνδρου, Αριάνα Μαρκουλίδου, Αλέξης Βασιλείου, Γιάννης Χριστοφίδης, Μάριος Ιωάννου, Εύη Χαράκη Μαχαιρά, Πέτρος Κονναρής.
Τα έργα εμφανίζονται στο βιβλίο μέσα από μαρτυρίες των σωμάτων που τα έχουν βιώσει (παρακολουθήσει). Δηλαδή, τα σώματα των θεατών γίνονται και λειτουργούν ως αρχεία μνήμης. Έχουμε, λοιπόν, κείμενα και μαρτυρίες από πέντε διαφορετικές ματιές θεατών: από ακαδημαϊκούς και συγγραφείς που έγραψαν για τη σημασία των έργων, όπως οι Γιάννης Τουμαζής, Έρικα Χαραλάμπους, Guy Cools, Βασίλεια Αναξαγόρου, Εύη Χαράκη Μαχαιρά, Στεριανή Τσιντζηλώνη, Cathryn Robson, Λουίζα Παπαλοΐζου, από δημοσιογράφους μέσα από τις κριτικές τους, από τους ίδιους τους συνεργάτες που τα δημιούργησαν, από εντυπώσεις του κοινού και από τα δικά μου κείμενα και ημερολόγια.
Επίσης, έχουμε κείμενα που γράφτηκαν για συγκεκριμένα έργα από πολλούς άλλους επιμελητές και καλλιτέχνες, όπως τον Χριστόδουλο Παναγιώτου, τον Γιάννη Παπαδάκη, την Ντιάνα Γεωργίου, τη Χριστιάνα Γαλανοπούλου, την Kestrel Farin Leah και πολλούς άλλους.
Θέλω επίσης να αναφέρω ότι το βιβλίο περιέχει στο τέλος έναν κατάλογο αρχειακού υλικού με όλα τα ονόματα συνεργατών που συμμετείχαν στη δημιουργία των έργων όλα αυτά τα χρόνια και τις ιδιότητές τους.
-Πώς προέκυψε η αγάπη σου και η αφοσίωσή σου στην performance;
Νομίζω από δύο βασικές ανάγκες: να γίνομαι και να μοιράζομαι. Με βασικό μέσο το σώμα αλλά και τη φωνή μπορούσα να καλύψω και τις δύο αυτές βασικές ανάγκες, οι οποίες είναι αλληλοεξαρτώμενες και αναγκαίες η μία για την άλλη. Είναι μέσα από την επαφή και τη συναναστροφή με τους άλλους που κατανοούμε την ύπαρξή μας και γινόμαστε η νέα εκδοχή του εαυτού μας κάθε στιγμή που περνά. Αλλά και αντίστροφα: είναι μέσα από την ίδια μας την ύπαρξη που μπορούμε να επηρεάζουμε την εξέλιξη του άλλου.
Το να αφουγκράζομαι το σώμα, τις ανάγκες έκφρασής του και να τις μετουσιώνω σε δημιουργικές προτάσεις προσφέροντάς τις να μαρτυρηθούν από άλλα βλέμματα, ήταν ό,τι πιο φυσικό και απαραίτητο για μένα ως ζωντανό πλάσμα. Το σώμα είναι για μένα ένα πολυδιάστατο εργαλείο για να μιλήσω για την εμπειρία του υπάρχειν και του γίγνεσθαι. Άλλοτε μιλούσα από το συναισθηματικό σώμα, άλλοτε το πολιτικό, κάποτε μέσα από το νοητικό, το αισθησιακό, το βιογραφικό και τόσα άλλα.
-Ποιες είναι οι βασικές κατευθύνσεις της δικής σου δουλειάς;
Η δουλειά μου έχει δύο βασικές κατευθύνσεις τη δημιουργία ως συνειδητή πράξη της εκδήλωσης του δικού μου σύμπαντος, και τη μεταμόρφωση ως η συνεχόμενη μου ανάγκη για μία αναδόμηση της δημιουργίας και των μορφών της.
Τα βασικά μου μέσα είναι η ενσωμάτωση της φωνής και η ηχητικότητα της κίνησης. Θεωρώ ότι το σώμα που ονομάζω δοχείο (vessel) εμπεριέχει πολλά σώματα όπως το συναισθηματικό, το βιογραφικό, το νοητικό, το αισθητικό, το διαισθητικό και τόσα άλλα. Το κάθε έργο λοιπόν εξερευνά κάθε φορά άλλη πλευρά του δοχείου.
Συγκεκριμένα, κοιτάζοντας τις πρακτικές που ανέπτυξα και που διδάσκω όλα αυτά τα χρόνια, καταλαβαίνει κανείς τις κατευθύνσεις της δουλειάς, δηλαδή: τη βιογραφία ως υλικό για τη σκηνή (Performing Biography Practice), την ενσωμάτωση της διαίσθησης (IntuNition Practice), την επαναλαμβανόμενη ποίηση (The repetitive poetry practice), την ανάγκη για αναδόμιση και οργάνωση της δουλειάς και του εαυτού (The Onion coaching), και την ιδέα της αξίας της τέχνης ως υπηρεσία (The performance shop coaching).
-Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των δικών σου performances; Ποιο είναι το δημιουργικό σου στίγμα; Η ταυτότητά σου;
Με αφορμή το βιβλίο μπόρεσα να κοιτάξω πίσω και να καταλάβω ότι υπάρχουν συγκεκριμένα μοτίβα και χαρακτηριστικά της δουλειάς μου, όπως επαναλαμβανόμενα θέματα. Για παράδειγμα, θέματα που σχετίζονται με τον θάνατο και την αθανασία, η σχέση ενστίκτου, συνείδησης και επίγνωσης στον άνθρωπο, έννοιες που σχετίζονται με την ταυτότητα, τον εορτασμό της διαφορετικότητας και τη βιογραφία ως προσωπική και πολιτική, έργα που επαναπροσδιορίζουν την έννοια της αξίας, μια συνεχή σατιρική προσέγγιση της κυπριακής κοινωνίας, μια τάση προς το μαύρο χιούμορ και την τυχαία λατρεία μου για το χρυσό χρώμα.
Παρατήρησα επίσης τις διαφορετικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιήσαμε εγώ και οι συνεργάτες μου όλα αυτά τα χρόνια για να δημιουργήσουμε τα έργα, όπως χορογραφία, δραματουργία, ενέργεια κίνησης, φωνητικούς πειραματισμούς και ηχητικές συχνότητες, ομιλία, ποίηση, γραφή, τραγούδι και οτιδήποτε προέκυπτε στις πρόβες ως εργαλείο, το οποίο έδινε συχνά στα έργα μια διεπιστημονική αίσθηση.
-Έχεις ασχοληθεί πολύ και εις βάθος με την performance. Ποια είναι τα συμπεράσματα στα οποία έχεις καταλήξει;
Αυτό που έχω κατανοήσει, είναι ότι εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε ένα πολύ δύσκολο έργο: να είμαστε σε συνεχόμενη επαφή με την ενσωμάτωση της συνεχόμενα μεταλλασσόμενης αλήθειας μας και με τα βαθύτερα χρώματα της ψυχής μας. Αυτό, ενώ μοιάζει υπέροχο, είναι συνάμα δύσκολο στην πρακτική του και χρειάζεται χρόνο και ησυχία. Επίσης όλη αυτή η συγκέντρωση διατρέχει τον κίνδυνο να μην βλέπει κανείς πέρα από το δικό του κόσμο, πράγμα που μοιάζει συχνά εγωκεντρικό.
Είναι λοιπόν φοβερά σημαντικό, παράλληλα με τη δημιουργία, να κοιτάζουμε έξω από εμάς, τους άλλους και όσο γίνεται να συναναστρεφόμαστε με τη ζωή, που συμβαίνει γύρω μας. Να μας νοιάζει δηλαδή να καταλαβαίνουμε έννοιες για τις οποίες κάποιοι από εμάς μιλάμε συχνά στη σκηνή, όπως η ενσυναίσθηση και η αλλαγή, όχι απλά ως αφηρημένες και ρομαντικές έννοιες, με μία εξ αποστάσεως ματιά ασφαλείας, αλλά ως πρακτικές και βιωματικές πραγματικότητες.
-Τι μένει τελικά από κάτι τόσο εφήμερο, όσο η performance στη μνήμη των θεατών και στο σώμα του performer;
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, αφήνει στους θεατές μία μικρή επιρροή με τη μορφή κάποιας συνειδητοποίησης για τη ζωή, ή την αποτύπωση μίας εικόνας ή αίσθησης στη μνήμη τους, η οποία κατάφερε για λίγο να μετακινήσει κάποιο από τα σώματά τους. Όσον αφορά τους περφόρμερ, θεωρώ ότι όποια κίνηση ή δράση ενσωματώθηκε κάποτε, τότε μένει για πάντα στη μνήμη του ίδιου του σώματος, σαν να έχει χαραχθεί με κάποιο τρόπο. Άρα γίνεται μέρος της ταυτότητας τους.
Επίσης μιας και η κουλτούρα σχηματίζεται μέσα από το σύνολο επαναλαμβανόμενων στιγμών και τελετουργιών που για κάποιο λόγο συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται, τότε πιστεύω ότι η ζωντανή τέχνη, όπως είναι η η performance, η οποία μεταφέρεται από σώμα σε σώμα, γενιά σε γενιά, είναι αυτόματα μέρος της κουλτούρας ενός τόπου. Δηλαδή η ίδια η μετάδοση των τεχνικών και του σκεπτικού της ζωντανής τέχνης λόγω της αμεσότητας της, είναι αυτόματα μία συνέχεια της ίδιας της ζωής, καθώς ένα σώμα δίνει τη σκυτάλη στο άλλο, να συνεχίσει να εκφράζεται. Δηλαδή να γιορτάζει την ενσωμάτωση της ψυχής του σε αυτή την υλική διάσταση, με όλες τις απολαύσεις της.
-Προς τα πού κατευθύνεται σήμερα διεθνώς η συγκεκριμένη καλλιτεχνική πρακτική; Ποια είναι τα θέματα που απασχολούν τους καλλιτέχνες;
Σήμερα με τα κοινωνικά δίκτυα να είναι μέρος της καθημερινότητάς μας και μίας δεύτερης πραγματικότητας, νιώθω ότι τα έργα έχουν κυρίως ως βάση την εικόνα και την αισθητική. Είναι instagrammable. Στην εποχή μας υπάρχει μεγάλος συναγωνισμός για το τι θα κλέψει την προσοχή του θεατή - χρήστη, έστω και για λίγο. Γι’ αυτό πολλές φορές τα έργα κινδυνεύουν να μην φτάνουν ή να γίνονται αντιληπτά στο βάθος που τους αξίζει.
Παράλληλα τα κοινωνικά δίκτυα έχουν δώσει χώρο και δύναμη στους καλλιτέχνες να γίνουν ορατοί ευρέως και να βρουν το κοινό που συντονίζεται με το σύμπαν τους. Αυτό είναι τεράστιο μιάς και δίνει στους καλλιτέχνες τη δυναμη και την αυτονομία να μην εξαρτώνται πάντα από τα γούστα του κάθε επιμελητή ή το πρόγραμμα κάποιου θεάτρου ή φεστιβάλ. Για όλους πια υπάρχει κοινό και η δουλειά του καλλιτέχνη παραμένει για μένα να είναι η πίστη του στη δική του αυθεντικότητα.
-Έχεις σταθερή παρουσία στη χορευτική κοινότητα του νησιού πάνω από 20 χρόνια. Τι έχει επιτευχθεί όλο αυτό το διάστημα; Πώς έχει διαμορφωθεί σήμερα το χορευτικό τοπίο στην Κύπρο;
Όπως θα δείτε και στο βιβλίο μέσα από τα ημερολόγια μου, παράλληλα με τα έργα χτιζόταν μία μεγάλη κοινότητα χορού στην Κύπρο. Το 2005 έγινε η προτροπή για τη Στέγη Χορού στη Λεμεσό από μένα, όπου προσκάλεσα και άλλα μέλη της κοινότητας να δημιουργήσουμε ένα κοινό χώρο για τους επαγγελματίες. Έτσι το 2007 άνοιξε η Στέγη με διεθνή προγράμματα, συνεργασίες με ευρωπαικά δίκτυα και φεστιβάλ.
Ξαφνικά οι καλλιτέχνες χορού ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, ταξιδεύοντας με τα έργα τους σε ευρωπαικά φεστιβάλ, αλλά και τοπικά, παρουσιάζοντάς τα σε γεμάτα θέατρα, σε ένα κοινό που όλο κι αυξανόταν. Επίσης δημιουργήθηκε ο σύνδεσμος χορευτών και χορογράφων για τα δικαιώματα και τη φωνή τους στην πολιτιστική πολιτική. Σήμερα ο χορός συνεχίζει να ακμάζει με νέους και παλαιότερους χορογράφους, αυθεντικές φωνές, ενδιαφέρουσες προτάσεις με διεθνείς συνεργασίες. Είμαι πολύ περήφανη για τους δημιουργούς μας και μακάρι το κράτος να στήριζε ακόμη περισσότερο την εξέλιξή τους.
-Βλέποντας ουσιαστικά όλη αυτή τη διαδρομή των 20 χρόνων, όλα αυτά τα έργα τα οποία έχεις κάνει κι έχεις ερμηνεύσει, τι είναι αυτό που μένει;
Είναι πάρα πολύ σημαντικό να δει κανείς ποια είναι τελικά η σημασία του να φτιάξεις ένα βιβλίο, πέρα από το τεράστιο εγχείρημα. Αυτό που παρατήρησα σε αυτή την τριετή έρευνα που έκανα για να συνθέσω το υλικό του βιβλίου, είναι ότι με αφορμή την τέχνη και την performance δημιουργήθηκε καταρχάς μια κοινότητα: η κοινότητα των θεατών αλλά και η κοινότητα των συνεργατών μεταξύ μας. Άρα με αφορμή την τέχνη, γίνεται ένα πιο μεγάλο έργο, που έχει να κάνει με το πώς συνδέονται και δημιουργούνται κοινότητες. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο αφορά ότι παρατήρησα πώς το ίδιο το σώμα γίνεται αρχείο, σε σχέση με τις μαρτυρίες προς την performance. Και όταν λέω αρχείο, εννοώ ότι έτσι κι αλλιώς γεννιόμαστε, πεθαίνουμε και στην ενδιάμεση πορεία αλλάζουμε συνέχεια. Άρα πώς η ίδια η τέχνη συντείνει στο να εξελιχθεί ο καθένας μας, τι είναι αυτό που του προσθέτει ως αρχείο και πώς το μετουσιώνει και το μεταλλάσσει και βοηθά στο να γίνει αυτό που είναι να γίνει.
Και το τρίτο στοιχείο είναι λίγο πιο προσωπικό. Νιώθω ότι αφήνω ένα λιθαράκι πίσω, με την έννοια ότι όλο αυτό είναι ίσως ένα πάτημα έμπνευσης για κάποιον πιο νέο καλλιτέχνη που μπορεί, όπως εγώ είχα εμπνευστεί από άλλους πριν από μένα, να πάρει κάτι. Είναι ένα εργαλείο για να πάει παρακάτω τις δικές του πρακτικές, διότι κάποιοι καλλιτέχνες είναι γενναιόδωροι να μοιραστούν τις δικές τους. Από εκεί και πέρα, νιώθω πάρα πάρα πολύ ωραία ότι κάποιος, έστω και ένας, μπορεί να εμπνευστεί με κάποιο τρόπο από αυτό το μικρό λιθαράκι.
-Τι ακολουθεί από εδώ και πέρα για σένα ως καλλιτέχνιδα;
Έχω μία μεγάλη διαδραστική έκθεση αυτό το χρόνο και ένα σόλο που νομίζω θα ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στον τρόπο που δημιουργώ. Είμαι ήδη πολύ περίεργη να εξερευνήσω τη μεταμόρφωση αυτού του σύμπαντος. Παράλληλα διδάσκω τις πρακτικές μου διεθνώς, κάτι που με ευχαριστεί ιδιαίτερα αλλά επίσης τις προσφέρω σε άτομα εκτός τέχνης, ως τρόπους ενδυνάμωσης και αυτοβελτίωσης. Βασικά νιώθω απίστευτα χαρούμενη και ευγνώμων για τον δρόμο που με διάλεξε.