Η Ευρώπη προετοιμάζεται να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τον νέο οδικό χάρτη της Κομισιόν «Μία Ευρώπη, Ένια Αγορά». Στόχος είναι μια πλήρως ενοποιημένη ενιαία αγορά έως το τέλος του 2027.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τη στρατηγική «Μία Ευρώπη, Μία Αγορά» στη σύνοδο κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις 12 Φεβρουαρίου.
Στόχος της Επιτροπής είναι, μέσα σε δύο χρόνια, να περάσει από μια ημιτελή ενιαία αγορά σε «μία αγορά για μία Ευρώπη» και έτσι να καλύψει το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι το 2030 η ΕΕ θα αντιπροσωπεύει μόλις το 12,91% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έναντι 20,36% της Κίνας και 13,86% των ΗΠΑ. Η «Μία Ευρώπη, Μία Αγορά» φιλοδοξεί να ανατρέψει αυτή την τάση και να αποτελέσει το εισιτήριο της Ευρώπης για την επιστροφή της στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
«Διαθέτουμε τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αλλά την οδηγούμε με τραβηγμένο χειρόφρενο», είπε η φον ντερ Λάιεν στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, τονίζοντας ότι «τα διακρατικά εμπόδια στην Ένωσή μας είναι τρεις φορές υψηλότερα από τα διακρατικά εμπόδια στις ΗΠΑ».
Η Επιτροπή θα επικεντρωθεί σε πέντε βασικούς πυλώνες για να επαναφέρει την Ευρώπη στην κορυφή του παγκόσμιου ανταγωνισμού: Aπλοποίηση των κανονισμών, ενοποιημένη αγορά, εμπόριο, ψηφιακή πολιτική και ενέργεια.
Στην ανακοίνωσή της, η Φον ντερ Λάιεν ζήτησε ένα «βαθύ ξεκαθάρισμα του κεκτημένου», ως πρώτο βασικό βήμα, καθώς «λιγότερες οδηγίες και περισσότεροι κανονισμοί» θα εμπόδιζαν τη διασπασμένη ΕΕ να συνεχίσει να έχει 27 διαφορετικές ρυθμιστικές πραγματικότητες.
Σύμφωνα με τον Φρέντρικ Έρικσον, διευθυντή του Ευρωπαϊκού Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στις Βρυξέλλες, «αν κοιτάξουμε τις κεφαλαιαγορές, [πρέπει να] βρούμε έναν τρόπο ώστε περισσότερες ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να επενδύονται σε ευρωπαϊκές αγορές». «Αν καταφέρουν να κάνουν κάτι στον τομέα των υπηρεσιών, θα ήταν εξαιρετικό, γιατί η ενιαία αγορά υπηρεσιών υπάρχει μόνο κατ’ όνομα», πρόσθεσε ο Έρικσον.
Γιατί τώρα;
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν ολοένα και περισσότερο διότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μια «αγορά των 27» αντί για μία ενοποιημένη αγορά, γεγονός που φρενάρει την ανάπτυξη και ευνοεί τις ανταγωνίστριες οικονομίες.
Στην έκθεσή του για το 2024, ο Ενρίκο Λέτα υποστήριξε ότι η Ευρώπη χρειάζεται βαθύτερη ολοκλήρωση, ζητώντας μια μετάβαση «από τους 27 στο 1». Εντόπισε τις «ρυθμιστικές πολυπλοκότητες» και το «μπάλωμα εθνικών κανονισμών» ως κρίσιμα εμπόδια και προειδοποίησε ότι ο σημερινός μηχανισμός εφαρμογής της νομοθεσίας είναι υπερβολικά αργός και περίπλοκος.
Ο κατακερματισμός αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις και μειώνει την ευημερία των καταναλωτών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι τα μη δασμολογικά εμπόδια μεταξύ των κρατών‑μελών ανέρχονται περίπου σε 44% για τα αγαθά και 110% για τις υπηρεσίες. Κάθε χρόνο χάνονται 150 δισ. ευρώ στις κεφαλαιαγορές λόγω διαφορετικών εθνικών κανονισμών και φορολογικών συστημάτων, ενώ περίπου 228 δισ. ευρώ χάνονται στο εμπόριο αγαθών και 279 δισ. ευρώ στις υπηρεσίες.
Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη είναι 2 έως 3 φορές υψηλότερες σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Όπως επισημαίνεται στις εκθέσεις Λέτα και Μάριο Ντράγκι, αυτό καθιστά τις ενεργοβόρες βιομηχανίες (χάλυβας, χημικά, γυαλί) οικονομικά μη βιώσιμες.
Οι ηγέτες έχουν επίσης προειδοποιήσει ότι η Ένωση έχει μετατραπεί σε έναν «ρυθμιστικό λαβύρινθο» που πνίγει την καινοτομία. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις απασχολούν κατά 1,5 φορά περισσότερα ανώτερα στελέχη για θέματα συμμόρφωσης σε σχέση με τις αμερικανικές. Αυτή η γραφειοκρατία αποθαρρύνει τις επενδύσεις, πρόβλημα ακόμη πιο πιεστικό σε ταχέως εξελισσόμενους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία.
Το τελευταίο ζήτημα που βρίσκεται στο ραντάρ της Επιτροπής είναι η υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από εξωτερικούς προμηθευτές για κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες. Γι’ αυτό οι ηγέτες πιέζουν κατεπειγόντως για στρατηγική αυτονομία, ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ενεργεί αυτόνομα σε καίριους τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια, η τεχνολογία κ.ά.
Για να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να καταρτίσει έναν αναλυτικό, χρονικά προσδιορισμένο οδικό χάρτη και ένα σχέδιο δράσης. Η πρωτοβουλία βασίζεται στο προηγούμενο έργο για την ανταγωνιστικότητα την περίοδο 2024–2025.
Ο οδικός χάρτης προγραμματίζεται να παρουσιαστεί επίσημα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2026, όπου οι ηγέτες σκοπεύουν να εγκρίνουν συγκεκριμένες δράσεις και χρονοδιαγράμματα. Ένα βασικό πρώτο ορόσημο είναι ο στόχος ολοκλήρωσης της πρώτης φάσης της Ένωσης Αποταμίευσης και Επενδύσεων έως τον Ιούνιο του 2026, ακολουθούμενος από τις αναμενόμενες νομοθετικές προτάσεις στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 και ένα ευρύτερο παράθυρο εφαρμογής για την περίοδο 2026–2027, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα έως το 2028.
Απλοποίηση της διοικητικής επιβάρυνσης
Η ΕΕ είναι σήμερα ένα άνυδρο, αφιλόξενο οικοσύστημα για νεοφυείς επιχειρήσεις και εταιρείες. Για να ανοίξει δρόμο μέσα σε αυτή τη ζούγκλα, η Επιτροπή προωθεί μια σειρά από «πακέτα omnibus»: νομοθετικές προτάσεις που συγκεντρώνουν διαφορετικούς νόμους σε ένα.
Στόχος τους είναι να μειώσουν τα διοικητικά βάρη ταυτόχρονα σε πολλούς ευρωπαϊκούς νόμους, μέσω περιορισμού του πεδίου εφαρμογής, ενοποίησης δεδομένων και προστασίας των ΜΜΕ στην αλυσίδα αξίας. Θα αυξήσουν επίσης τα όρια υποβολής εκθέσεων, θα ενοποιήσουν τα σημεία καταχώρισης δεδομένων και θα περιορίσουν τα στοιχεία που μπορούν να ζητούν οι μεγάλες εταιρείες από τους εταίρους τους ΜΜΕ. Η προσδοκία είναι ότι το κόστος της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις θα μειωθεί κατά περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως.
Σύμφωνα με τη Φον ντερ Λάιεν, δέκα τέτοια πακέτα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, εκ των οποίων τρία έχουν ολοκληρωθεί και επτά βρίσκονται ακόμη στη νομοθετική διαδικασία. Τον Φεβρουάριο, οι ηγέτες της ΕΕ κάλεσαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να επισπεύσουν τις διαπραγματεύσεις, ώστε τα μέτρα αυτά να εγκριθούν γρήγορα.
Πέρα από αυτές τις στοχευμένες αναθεωρήσεις, η Επιτροπή σχεδιάζει επίσης ένα ευρύτερο «ξεκαθάρισμα» του κοινοτικού κεκτημένου: μια επανεξέταση της ισχύουσας νομοθεσίας για τον εντοπισμό απαρχαιωμένων, επικαλυπτόμενων ή υπερβολικά πολύπλοκων κανόνων.
Κεντρικό σημείο είναι η αντιμετώπιση του λεγόμενου «gold‑plating», δηλαδή της πρακτικής κατά την οποία τα κράτη‑μέλη προσθέτουν επιπλέον εθνικές απαιτήσεις στη νομοθεσία της ΕΕ (δημιουργώντας έτσι 27 διαφορετικές ρυθμιστικές πραγματικότητες). Για να περιοριστεί αυτό, οι ηγέτες προκρίνουν μια στροφή προς περισσότερους κανονισμούς και λιγότερες οδηγίες, καθώς οι κανονισμοί εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη‑μέλη.
Η Επιτροπή θα εισαγάγει επίσης «ρήτρες λήξης ισχύος», ώστε ορισμένοι νόμοι να παύουν αυτομάτως να ισχύουν, εκτός αν ανανεωθούν.
Μία αγορά
Ο δεύτερος πυλώνας της στρατηγικής απαντά σε ένα βασικό ερώτημα: πώς σχεδιάζει η ΕΕ να δημιουργήσει «μία αγορά» για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις;
Πρώτο βήμα είναι η δημιουργία του 28ου καθεστώτος, του αποκαλούμενου «EU Inc». Πρόκειται για ένα ενιαίο, προαιρετικό εταιρικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ, το οποίο θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ιδρύονται και να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ένωση με βάση έναν ενιαίο κανονιστικό κώδικα.
Σύμφωνα με την πρόταση που παρουσίασε η φον ντερ Λάιεν στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2026, οι επιχειρήσεις θα μπορούν να καταχωρούν ψηφιακά μια εταιρεία μέσα σε περίπου 48 ώρες και να τη λειτουργούν υπό τις ίδιες νομικές προϋποθέσεις σε όλα τα κράτη‑μέλη. Η Επιτροπή στοχεύει να καταθέσει την πρόταση πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2026, με τους ηγέτες να πιέζουν για ταχεία πρόοδο την περίοδο 2026–2027.
Πέραν αυτού, οι ηγέτες θέλουν να προωθήσουν την Ένωση Αποταμίευσης και Επενδύσεων, ένα σημαντικό στρατηγικό πλαίσιο που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025. Στόχος είναι η δημιουργία ολοκληρωμένων κεφαλαιαγορών και η βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Επιδιώκει να κινητοποιήσει τα περίπου 10 τρισ. ευρώ των αποταμιεύσεων των ευρωπαϊκών νοικοκυριών που σήμερα «λιμνάζουν» σε χαμηλής απόδοσης τραπεζικές καταθέσεις και να τα διοχετεύσει σε παραγωγικές επενδύσεις. Η πρώτη φάση, που εστιάζει στην ενοποίηση των αγορών, την εποπτεία και την τιτλοποίηση, προβλέπεται να ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο του 2026.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες αναθεωρούν τις κατευθυντήριες γραμμές για τις συγχωνεύσεις, ώστε να διευκολύνουν τις μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (ιδίως σε κλάδους όπως οι τηλεπικοινωνίες) να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκούς πρωταθλητές». Προβλέπεται επίσης η θέσπιση ενός Νόμου Βιομηχανικού Επιταχυντή, για την τόνωση των επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς. Σε αυτόν αναμένεται να ενσωματωθούν στοχευμένα μέτρα ευρωπαϊκής προτίμησης, τα οποία θα βασίζονται σε οικονομική ανάλυση.
Προς την ενεργειακή ανεξαρτησία
Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε ως καμπανάκι για την εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ενέργειας. Τα τελευταία χρόνια, η Επιτροπή έχει προτείνει μια σειρά μέτρων, με πιο πρόσφατο το REPowerEU, με στόχο τη μετάβαση από την υπερβολική εξάρτηση από ενέργεια εκτός ΕΕ προς την ενεργειακή κυριαρχία.
Στο πλαίσιο της επιδίωξης μιας ενεργειακής ένωσης, η «Μία Ευρώπη, Μία Αγορά» της Επιτροπής εστιάζει σε δύο βασικές πτυχές: Τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών της ΕΕ και τη διαμόρφωση της αγοράς ενέργειας της ΕΕ.
Το Πακέτο Δικτύων αποτελεί τη νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση στις ενεργειακές υποδομές και αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του ενεργειακού δικτύου της Ένωσης, μέσω της άρσης των διασυνοριακών εμποδίων. Με την αύξηση της διασυνδεσιμότητας μεταξύ των κρατών‑μελών, η Επιτροπή θέλει να μειώσει τις τιμές της ενέργειας, να ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού και να πετύχει ενεργειακή ανεξαρτησία.
Στο πλαίσιο αυτού του πακέτου, οκτώ «ενεργειακοί αυτοκινητόδρομοι» θα αντιμετωπίσουν τα σημαντικότερα διασυνοριακά σημεία συμφόρησης στην ηλεκτρική ενέργεια στην Ευρώπη, για πιο αποδοτική ροή ενέργειας μεταξύ των κρατών‑μελών, καλύτερη ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών και χαμηλότερες τιμές ενέργειας.
Η δεύτερη πτυχή αφορά τον σχεδιασμό της αγοράς. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει αν και πώς μπορεί να αλλάξει το ισχύον σύστημα τιμολόγησης με βάση τη σειρά προτεραιότητας (merit order). Το σύστημα αυτό καθορίζει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας με βάση το οριακό κόστος των μονάδων παραγωγής.
Με βάση την τρέχουσα σειρά προτεραιότητας στην ΕΕ, το φυσικό αέριο είναι ο ακριβότερος πόρος, στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 34 ευρώ για τις ανανεώσιμες πηγές, και έτσι καθορίζει την τιμή της αγοράς. Η αύξηση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι απαραίτητη για να μειωθεί το ενεργειακό κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Παρότι δεν έχει επιτευχθεί ακόμη διαθεσμική συμφωνία, η πρόεδρος φον ντερ Λάιεν δεσμεύτηκε να παρουσιάσει στο επόμενο Συμβούλιο της ΕΕ εναλλακτικές επιλογές για ενδεχόμενες αλλαγές στη διαμόρφωση της αγοράς.
Ενίσχυση του ψηφιακού τομέα
Όσον αφορά τον τεχνολογικό τομέα, η ιδέα είναι να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της ενοποίησης της αγοράς, αξιοποιώντας την ψηφιακή πολιτική ώστε οι επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται απρόσκοπτα πέρα από τα σύνορα. Κεντρικό ρόλο έχει ο Νόμος για τα Ψηφιακά Δίκτυα, που στοχεύει στην επιτάχυνση των επενδύσεων στις τηλεπικοινωνίες και στη διευκόλυνση μεγαλύτερης συγκέντρωσης του κλάδου, ώστε οι ευρωπαϊκοί πάροχοι να αποκτήσουν την κλίμακα που απαιτείται για να ανταγωνιστούν διεθνώς. Τα χρονοδιαγράμματα για την έγκρισή του αναμένεται να περιληφθούν στον οδικό χάρτη του Μαρτίου 2026.
Οι ηγέτες συμφώνησαν επίσης να προωθήσουν το Ευρωπαϊκό Πορτοφόλι Επιχειρήσεων, ένα ενιαίο σύστημα ψηφιακής ταυτότητας που θα επιτρέπει στις εταιρείες να συναλλάσσονται με τις αρχές όλων των κρατών‑μελών μέσω ενός μόνο καναλιού.
Η Επιτροπή προετοιμάζει επίσης ένα ευρύτερο πακέτο για την τεχνολογική κυριαρχία, που περιλαμβάνει ένα νέο νομοθέτημα «Chips Act 2.0» και έναν Νόμο για την Ανάπτυξη του Cloud και της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Μια ακόμη προτεραιότητα είναι η επέκταση των υπολογιστικών υποδομών. Τα υφιστάμενα «εργοστάσια» τεχνητής νοημοσύνης θα αναβαθμιστούν σε μεγάλης κλίμακας οικοσυστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τα λεγόμενα gigafactories ΤΝ, με τα πρώτα βήματα να αναμένονται έως τα μέσα του 2026. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποσκοπούν στη βελτίωση της πρόσβασης σε υπολογιστική ισχύ υψηλών επιδόσεων για επιχειρήσεις και ερευνητές, βοηθώντας τις ευρωπαϊκές εταιρείες να αναπτύσσουν και να αξιοποιούν προηγμένες τεχνολογίες με πιο γρήγορους ρυθμούς.
Ένας νέος στόχος για την εμπορική πολιτική
Το εμπορικό μοντέλο της ΕΕ καθοδηγείται έντονα από οικονομικά κριτήρια. Από το 2004, η ΕΕ έχει διευρύνει το παγκόσμιο εμπορικό της δίκτυο ώστε να περιλαμβάνει πάνω από 40 συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου (ΣΕΕ) και περίπου 80 εταίρους. Το 2023, ο μέσος βαθμός εμπορικής ανοικτότητας έφτασε στο 141% του ΑΕΠ.
Τα τελευταία δύο χρόνια, το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών με χώρες εκτός ΕΕ αντιστοιχούσε περίπου στο 20–25% του ΑΕΠ της Ένωσης. Το συνολικό εμπόριο ΕΕ‑ΗΠΑ ξεπέρασε τα 1,68 τρισ. ευρώ, ενώ το εμπόριο με την Κίνα υπερέβη τα 845 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, το εμπόριο δεν αφορά μόνο την οικονομική ανάπτυξη. Έχει να κάνει και με την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα. Η πανδημία και οι ενεργειακές κρίσεις που ακολούθησαν τον πόλεμο στην Ουκρανία έδειξαν ότι η υπερβολική εξάρτηση από το εξωτερικό εμπόριο καθιστά τις οικονομίες ευάλωτες σε διαταραχές και γεωπολιτικές εντάσεις.
Για να παραμείνει ανοιχτή στο διεθνές εμπόριο και ταυτόχρονα να μειώσει την οικονομική της έκθεση, η Επιτροπή θέλει να επανεξετάσει τη «ναϊβιστική» προσέγγιση της Ευρώπης στο εμπόριο, μετατοπίζοντας το αφήγημα από την καθαρή απελευθέρωση προς τη στρατηγική ανεξαρτησία. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, μια «φιλόδοξη και πραγματιστική εμπορική πολιτική [...] είναι προς το συλλογικό μας συμφέρον».
Η Ευρώπη σχεδιάζει να διευρύνει την πρόσβαση των επιχειρήσεών της στις αγορές, επιταχύνοντας την κύρωση και εφαρμογή των ήδη συμφωνημένων ΣΕΕ και επισπεύδοντας τις εργασίες για τις μελλοντικές. Μέσω της μείωσης των κινδύνων και της διαφοροποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων και των εξαγωγικών αγορών, η Επιτροπή θέλει να περιορίσει την εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή, ιδίως στους τομείς των πρώτων υλών, της ενέργειας και των στρατηγικών τεχνολογιών.
Αυτό θα ενισχύσει την ενιαία αγορά. «Οι περιορισμοί [...] στο εσωτερικό της ενιαίας αγοράς έχουν αυξηθεί πολύ λόγω διαφόρων εξελίξεων, μία από τις οποίες είναι η πολύ πιο αυστηρή ρύθμιση που προέρχεται από τα κράτη‑μέλη», δήλωσε ο Έρικσον. Με την απλοποίηση των εσωτερικών κανόνων, η Επιτροπή θα αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις της αγοράς, θα διευκολύνει το ενδοενωσιακό εμπόριο και θα καταργήσει αμυντικά εμπορικά μέτρα που κατακερματίζουν την ενιαία αγορά ή ευνοούν δυσανάλογα τους βιομηχανικούς κολοσσούς.