Loader
Διαφήμιση

Η ΕΕ θέλει να αγοράζει ευρωπαϊκά, αλλά μπορεί;

Οι ηγέτες της ΕΕ στο κάστρο Alden Biesen στο Bilzen-Hoeselt
Οι ηγέτες της ΕΕ στο κάστρο Άλντεν Μπίζεν στο Μπίλζεν-Χόσελτ Πνευματικά Δικαιώματα  AP Photo
Πνευματικά Δικαιώματα AP Photo
Από Evi Kiorri
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button

Το σχέδιο «Αγοράζουμε Ευρωπαϊκά» της ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη παρέμβασή της στη βιομηχανική πολιτική εδώ και δεκαετίες. Ειδικοί προειδοποιούν ότι είναι ταυτόχρονα το πιο περίπλοκο και ριψοκίνδυνο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να καταθέσει ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης «Μία Ευρώπη, Μία Αγορά» στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ τον Μάρτιο του 2026, με κεντρικό σύνθημα το «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά». Πολιτικά, η ιδέα είναι σαφής: αξιοποίηση των χρημάτων των Ευρωπαίων φορολογουμένων για τη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η οικονομική πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Η μεγάλη εικόνα

Ο οδικός χάρτης για την ανταγωνιστικότητα της φον ντερ Λάιεν, που βασίζεται στις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα, στοχεύει στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ έως το 2027. Παράλληλα, ανακατευθύνει τις δημόσιες προμήθειες και τη βιομηχανική χρηματοδότηση προς την παραγωγή εντός της ΕΕ σε στρατηγικούς κλάδους: άμυνα, καθαρές τεχνολογίες, ημιαγωγούς, χημική βιομηχανία και αυτοκινητοβιομηχανία.

Η Επιτροπή παρουσιάζει αυτή την πρωτοβουλία ως την ευρωπαϊκή απάντηση στην αμερικανική πολιτική «Buy American». Σε αντίθεση όμως με την Ουάσινγκτον, οι Βρυξέλλες πρέπει να ισορροπήσουν τα συμφέροντα 27 διαφορετικών οικονομιών, τηρώντας ταυτόχρονα τόσο τους κανόνες του ΠΟΕ όσο και τη δική τους πολιτική ανοικτού εμπορίου.

Μία πρόταση αναμενόταν πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά αποσύρθηκε επειδή τα κράτη μέλη δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν. Η σύνοδος των ηγετών έστειλε ένα πολιτικό μήνυμα, χωρίς όμως να καταλήξει σε νέα νομοθεσία.

Στις λεπτομέρειες: η εξαίρεση της άμυνας

Σε έναν τομέα υπάρχει σπάνια ομοφωνία. Ο Γκούναρ Βολφ, καθηγητής Οικονομικών στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και ανώτερος ερευνητής στο Bruegel, χαράσσει μια σαφή γραμμή.

«Επωφελούμαστε από τα αμερικανικά όπλα. Αλλά αυτές οι αγορές μάς καθιστούν επίσης ευάλωτους στη γεωπολιτική επιρροή που μπορούν να ασκήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ευρώπη... στο ζήτημα της σκληρής ασφάλειας, θεωρώ ότι υπάρχει ξεκάθαρο επιχείρημα υπέρ του να αγοράζουμε περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα.»

«Στρατηγική αυτονομία σημαίνει ότι πρέπει να διαθέτεις την τεχνολογία που παράγεται στην Ευρώπη, διαφορετικά δημιουργείς εξαρτήσεις από άλλους παίκτες.»

Ωστόσο, ο Βολφ εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός για τους υπόλοιπους κλάδους.

«Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε αυτό να μη μετατραπεί απλώς σε ένα πακέτο προστατευτικών μέτρων. Αν προστατεύεις την εγχώρια βιομηχανία σου χωρίς καθόλου ανταγωνισμό, στο τέλος καταλήγεις σε έλλειψη καινοτομίας, κάτι που θα πλήξει την ανάπτυξη.»

Για τον Βολφ, η επιτυχία δεν μετριέται με μερίδια αγοράς ή αριθμούς στις αλυσίδες εφοδιασμού. Όπως λέει, «ανάπτυξη νέων, ενδιαφερουσών, καινοτόμων επιχειρήσεων, αύξηση της παραγωγικότητας, αύξηση της απασχόλησης... αυτό είναι που χρειαζόμαστε τελικά».

Η νηφάλια διάγνωση

Ο Αλμπέρτο Αλεμάννο, καθηγητής Δικαίου στο Πανεπιστήμιο HEC του Παρισιού, δίνει μια νηφάλια αποτίμηση της πραγματικότητας.

«Η ΕΕ δεν διαθέτει ούτε τη βιομηχανική βάση ούτε τις αλυσίδες εφοδιασμού για να προχωρήσει μόνη της στους περισσότερους κλάδους. Μια γενικευμένη προτίμηση υπέρ των ευρωπαϊκών προϊόντων θα αύξανε το κόστος για τους μεταγενέστερους κρίκους της παραγωγικής αλυσίδας.»

«Μια στοχευμένη προτίμηση σε πραγματικά στρατηγικούς τομείς είναι υπερασπίσιμη, αλλά μόνο αν ο όρος “στρατηγικός” οριστεί μέσα από αυστηρή ανάλυση και όχι με βάση την πολιτική σκοπιμότητα – όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα.»

Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της ΕΕ είναι ήδη εμφανείς. Η Γαλλία ζητά αυστηρούς κανόνες τοπικού περιεχομένου. Η Γερμανία προτιμά μια πιο ευέλικτη προσέγγιση «Made with Europe», που θα περιλαμβάνει εμπορικούς εταίρους όπως ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία. Μικρότερες, προσανατολισμένες στο εμπόριο χώρες φοβούνται ότι θα επωμιστούν το κόστος, ενώ η Γαλλία και η Γερμανία θα αποκομίσουν το μεγαλύτερο μέρος των οφελών.

«Η πραγματική σύγκρουση είναι ανάμεσα σε δύο ομάδες κρατών», σημειώνει ο Αλεμάννο. «Τα μικρότερα κράτη μέλη φοβούνται ότι το κόστος θα αυξηθεί και ότι τα οφέλη θα πάνε κυρίως στις μεγάλες οικονομίες.»

Η πρόκληση των αλυσίδων εφοδιασμού

Ο Φρέντρικ Έρικσον, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τη Διεθνή Πολιτική Οικονομία, εξηγεί τις πρακτικές δυσκολίες, και η εκτίμησή του είναι απαισιόδοξη.

«Δεν είναι τόσο εύκολο να εισαγάγεις αυτού του είδους τους περιορισμούς... η Ευρώπη εισάγει επίσης πολλά από άλλες χώρες, που τα ευρωπαϊκά εργοστάσια χρησιμοποιούν για να εξάγουν ξανά σε άλλες αγορές. Άρα, αν επιβάλεις έναν περιορισμό που θα οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος για εσένα, αυτό θα αυξήσει και την τιμή των ευρωπαϊκών εξαγωγών.»

Το παράδειγμά του αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: μια γερμανική εταιρεία που κατασκευάζει ένα αιολικό πάρκο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με εξαρτήματα που παράγονται σε πολλές χώρες. Σε αυτή την περίπτωση, η «ευρωπαϊκή προτίμηση» δεν είναι καθόλου σαφής, ιδίως αν η κυβέρνηση των ΗΑΕ απαιτεί τοπική παραγωγή για να αναθέσει το έργο.

«Θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να καθοριστούν με ακρίβεια οι λεπτομέρειες, [να ξέρουμε] πώς ακριβώς θα λειτουργήσει αυτό το σύστημα.»

Ο Έρικσον επισημαίνει επίσης το πρόβλημα με τους συμμάχους. Η ΕΕ εξάγει περισσότερα από αυτά τα προϊόντα απ’ ό,τι εισάγει. Αν η Ευρώπη αποκλείσει τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τους εταίρους της Mercosur, εκείνοι μπορεί να απαντήσουν με αντίστοιχους περιορισμούς, κάτι που θα πλήξει περισσότερο την Ευρώπη.

«Χρειαζόμαστε ένα είδος συστήματος έμπιστων εταίρων που θα το συνοδεύει, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν οι στενοί μας σύμμαχοι και φίλοι και να μην τους αποκλείσουμε. Γιατί αν τους αποκλείσουμε, θα απαντήσουν με παρόμοια μέτρα εναντίον μας. Κι έτσι, εμείς θα βγούμε χαμένοι, διότι τους εξάγουμε περισσότερα τέτοια αγαθά απ’ ό,τι εισάγουμε από αυτούς.»

Τι ακολουθεί

Η πρόταση της Επιτροπής, που αναμένεται στα μέσα Μαρτίου, για το «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά» εκτιμάται ότι θα στοχεύει επιλεγμένους στρατηγικούς κλάδους, με κλιμακωτά όρια ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας, πιθανότατα μεταξύ 60% και 80%, σε συνδυασμό με μια ειδική εξαίρεση για αξιόπιστους εταίρους σε συμμαχικές χώρες.

Εννέα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία και η Εσθονία, έχουν ήδη προειδοποιήσει με κοινή επιστολή ότι κάθε προτίμηση πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο, να είναι χρονικά περιορισμένη και να εφαρμόζεται μόνο σε συγκεκριμένους τομείς.

Η πολιτική συμφωνία φαίνεται να έχει επιτευχθεί, όμως οι τεχνικές λεπτομέρειες παραμένουν ανοιχτές.

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

«Μία Ευρώπη, μία αγορά» και «Αγοράζω ευρωπαϊκά» τα δύο σχέδια της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα

«Μία Ευρώπη, μία Αγορά»: Η προσπάθεια της Κομισιόν για τόνωση της ανταγωνιστικότητας

Μία Ευρώπη, μία αγορά: Η ΕΕ θέλει να κάνει τις 27 οικονομίες μία υπερδύναμη