Με αφορμή την επίσκεψη Γεραπετρίτη στη Λιβύη, Ελλάδα και Τρίπολη επιχειρούν διάλογο για ΑΟΖ, ενώ το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η διπλή εξουσία στη Λιβύη περιπλέκουν τις εξελίξεις. Η Αθήνα επιμένει στη διπλωματία και στο διεθνές δίκαιο
Οι ελληνολιβυκές σχέσεις βρίσκονται σε μια περίοδο αυξημένης διπλωματικής κινητικότητας, αλλά και έντονων αντιφάσεων, καθώς η επανεκκίνηση τεχνικών συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών συνυπάρχει με τη διατήρηση βαθιών διαφωνιών γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Παρά τη θεσμική προσέγγιση Αθήνας και Τρίπολης, το συνολικό πλαίσιο παραμένει εύθραυστο και έντονα επηρεαζόμενο τόσο από τις εσωτερικές εξελίξεις στη Λιβύη όσο και από τις περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Μετά τη νέα επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στην Τρίπολη και τις συναντήσεις του με την πολιτική ηγεσία της Λιβύης, διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι η Αθήνα και η Τρίπολη επιβεβαιώνουν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τις τεχνικές συνομιλίες για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Αυτό δήλωσε άλλωστε και ο ίδιος ο υπουργός μετά το πέρας της επίσκεψής του.
Ωστόσο, στον πυρήνα της εκκρεμότητας βρίσκεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο, που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης με έδρα την Τρίπολη. Η συμφωνία αυτή προέβλεψε την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στη βάση μιας γραμμής που συνδέει τις τουρκικές με τις λιβυκές ακτές, παρακάμπτοντας πλήρως την ύπαρξη ελληνικών νησιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην πράξη, διαμορφώνει έναν θαλάσσιο διάδρομο Τουρκίας–Λιβύης, ο οποίος επικαλύπτει περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση και κατηγορηματική, με την Αθήνα να απορρίπτει το μνημόνιο ως άκυρο και ανυπόστατο, υπογραμμίζοντας ότι παραβιάζει θεμελιώδεις κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, ιδίως ως προς την επήρεια των νησιών. Η συμφωνία προκάλεσε ευρύτερη διπλωματική αναταραχή, καθώς θεωρήθηκε ότι επιχειρεί να αναδιαμορφώσει μονομερώς τον θαλάσσιο χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, ενισχύοντας τον ρόλο της Τουρκίας σε μια ήδη ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή.
Ωστόσο, η λιβυκή πραγματικότητα προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Η χώρα παραμένει ουσιαστικά διαιρεμένη, με δύο ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας: την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση στην Τρίπολη και τις αρχές της ανατολικής Λιβύης με έδρα τη Βεγγάζη, υπό την επιρροή του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ. Η κατάσταση αυτή είναι αποτέλεσμα της πολιτικής αποσταθεροποίησης που ακολούθησε την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι το 2011 και της αδυναμίας συγκρότησης ενιαίας κρατικής εξουσίας.
Η διπλή αυτή δομή εξουσίας επηρεάζει άμεσα και το ζήτημα των θαλασσίων ζωνών. Η κυβέρνηση της Τρίπολης εξακολουθεί να στηρίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και να το χρησιμοποιεί ως βάση των διεθνών της θέσεων. Αντιθέτως, η πλευρά της Βεγγάζης έχει σε μεγάλο βαθμό αποστασιοποιηθεί από τη συμφωνία, με αρκετές δηλώσεις και τοποθετήσεις να το απορρίπτουν ή να το αμφισβητούν, θεωρώντας ότι δεν εκφράζει το σύνολο της Λιβύης και δεν δεσμεύει μια ενιαία εθνική στρατηγική.
Η διαφοροποίηση αυτή καθιστά το διπλωματικό πεδίο ακόμη πιο σύνθετο για την Ελλάδα, η οποία καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο διαφορετικά κέντρα εξουσίας, με διαφορετικές θέσεις και διαφορετικούς βαθμούς διεθνούς νομιμοποίησης. Η Τρίπολη αποτελεί τον επίσημο συνομιλητή στο διεθνές σύστημα, αλλά η Βεγγάζη ασκεί ουσιαστική επιρροή σε μεγάλο τμήμα της χώρας, δημιουργώντας ένα θολό και κατακερματισμένο πλαίσιο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσφατη έναρξη τεχνικών συνομιλιών Ελλάδας–Λιβύης για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Παρά τις σοβαρές διαφωνίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να επανεκκινήσουν έναν θεσμικό διάλογο, με στόχο την τεχνική επεξεργασία των θαλάσσιων ορίων. Η διαδικασία αυτή δεν αναιρεί τις αποκλίνουσες νομικές θέσεις, αλλά δημιουργεί ένα ελάχιστο πεδίο επικοινωνίας, σε μια περιοχή όπου η απουσία διαλόγου θα ενίσχυε περαιτέρω τις εντάσεις.
Η ελληνική στάση παραμένει σταθερή: πλήρης απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά ταυτόχρονα επιμονή στη διπλωματική οδό και στην αναζήτηση λύσεων μέσω διαλόγου, βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Η Αθήνα επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους, αποφεύγοντας την παγίωση τετελεσμένων και επιδιώκοντας τη σταδιακή μετατροπή της τεχνικής διαδικασίας σε πλαίσιο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης.
Την ίδια ώρα, ρόλος της Τουρκίας παραμένει καθοριστικός και σε μεγάλο βαθμό αποσταθεροποιητικός για το περιφερειακό ισοζύγιο. Η Άγκυρα διατηρεί στενή συνεργασία με την κυβέρνηση της Τρίπολης, παρέχοντας πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική στήριξη, ενώ ταυτόχρονα προωθεί ενεργά το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως εργαλείο ενίσχυσης της γεωπολιτικής της παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η σχέση αυτή επηρεάζει άμεσα τη λιβυκή στάση, περιορίζοντας τα περιθώρια πλήρως ανεξάρτητης διαπραγμάτευσης.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η Ελλάδα επιλέγει μια στρατηγική που συνδυάζει τη νομική σταθερότητα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο με τη διπλωματική κινητικότητα. Η επιμονή στον διάλογο, ακόμη και όταν οι προϋποθέσεις είναι δυσμενείς, αποτελεί συνειδητή επιλογή εξωτερικής πολιτικής. Στόχος δεν είναι η άμεση επίλυση μιας πολυετούς και δομικά δύσκολης διαφοράς, αλλά η διατήρηση ενός πλαισίου επικοινωνίας που θα μπορούσε, υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, να οδηγήσει σε μια πιο ώριμη φάση διαπραγμάτευσης.
Σε τελική ανάλυση, το σημερινό τοπίο των ελληνολιβυκών σχέσεων χαρακτηρίζεται από μια εύθραυστη ισορροπία: από τη μία πλευρά, η εμμονή σε αντικρουόμενες νομικές και γεωπολιτικές θέσεις και από την άλλη, η σταδιακή επανενεργοποίηση ενός διαλόγου που επιχειρεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης. Η συνύπαρξη αυτών των δύο στοιχείων καθιστά σαφές ότι η διαφορά παραμένει ανοιχτή, αλλά η διπλωματία εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό πεδίο στο οποίο μπορεί να τεθεί, έστω και μακροπρόθεσμα, μια προοπτική διαχείρισής της.