Γεωπολιτικός ρεαλισμός και τραπεζική έκθεση εξηγούν την προσέγγιση Μαδρίτης και Άγκυρας - Η συνεργασία στον αμυντικό τομέα ανθίζει παρά την αυταρχικότητα Ερντογάν
Βρυξέλλες, 2 Οκτωβρίου 2020. Ο Πέδρο Σάντσεθ συμμετέχει στο πέμπτο του Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία, δύο χρόνια νωρίτερα. Κατά τη συνέντευξη Τύπου, ο Ισπανός ηγέτης διατύπωσε προς τα μέσα τρεις ιδέες που έχουν εξελιχθεί σε σταθερό μοτίβο της εξωτερικής του πολιτικής.
Η υπεράσπιση της πολυμέρειας, καθώς και η στενότερη συνεργασία με την Κίνα, είναι γνωστές στρατηγικές, αλλά ο Ισπανός πρωθυπουργός αφιέρωσετότε λίγα λεπτά για να μιλήσει για την Τουρκία, έναν γεωπολιτικό παράγοντα που περνά πιο απαρατήρητος στην κοινή γνώμη.
«Όπως γνωρίζετε», είχε αναφέρει τότε ο Πέδρο Σάντσεθ, «η Τουρκία έχει τη μακροβιότερη σχέση σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση στην ιστορία (...) [είναι] ένας βασικός και καθοριστικός παράγοντας στη διεθνή πολιτική και, λογικά, στη σταθερότητα της περιοχής (...). Και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση προφανώς δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη στην Κίνα, δεν μπορεί ούτε να γυρίσει την πλάτη στην Τουρκία».
Οι ισπανοτουρκικές σχέσεις δεν είναι προσωπική έμπνευση του Σάντσεθ. Όπως εξηγούσε ο καθηγητής και αναλυτής Εδουάρδ Σολέρ για το Ινστιτούτο Elcano (πηγή στα Ισπανικά) το 2014, οι τέσσερις προκάτοχοί του από την αποκατάσταση της δημοκρατίας επίσης προώθησαν τη βελτίωση των διμερών σχέσεων και στήριξαν την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, σε ένα σπάνιο παράδειγμα σύγκλισης της ισπανικής εξωτερικής πολιτικής μεταξύ πρωθυπουργών με διαφορετικές ιδειολογικές αφετηρίες.
Η εν εξελίξει σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα προσθέτει ένα ακόμη ορόσημο στις σχέσεις αμυντικής συνεργασίας που έχουν διαμορφωθεί μεταξύ των δύο χωρών από το 2018. Η Ισπανία, μάλιστα, λειτούργησε ως διαμεσολαβητής για την άρση του βέτο του Ερντογάν στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στη σύνοδο της Ατλαντικής Συμμαχίας το 2022 στη Μαδρίτη, αν και ο ρόλος του Σάντσεθ περιορίστηκε στην άσκηση των καθηκόντων του ως οικοδεσπότη.
Πιο μετρήσιμες είναι οι στρατιωτικές συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών. Για παράδειγμα, μέσω της αγοράς περίπου τριάντα εκπαιδευτικών αεροσκαφών Hürjet της τουρκικής TAI για την εκπαίδευση των πιλότων· της αποστολής περίπου 138 Ισπανών στρατιωτών για τη φύλαξη των Patriot στη βάση του Ιντσιρλίκ, μόλις 250 χιλιόμετρα από την πόλη του Χαλεπίου στη Συρία· του σχεδιασμού ενός νέου πολεμικού πλοίου από τη Navantia ή της δυνατότητας της Μαδρίτης να αποκτήσει το μαχητικό αεροσκάφος Kaan.
«Η Τουρκία υπήρξε ένας από τους μεγάλους αγοραστές του A400M της Airbus», προσθέτει ο Francisco J. Girao, διευθυντής Άμυνας, Ασφάλειας και Αεροδιαστημικής στην εταιρεία συμβούλων Atrevia. «Δεν ξεκινούσαμε από το μηδέν, αλλά είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα έχει σημειωθεί μια μικρή επανάσταση με αμιγώς πολιτική αφετηρία. Φαίνεται ότι η Τουρκία έχει περάσει στο προσκήνιο στις ισπανικές προτιμήσεις», εξηγεί ο ειδικός.
Στη μελέτη τους του 2021 (πηγή στα Ισπανικά) για την οικονομία της ευρωπαϊκής άμυνας, οι συγγραφείς Αντόνιο Καλκάρα και Λουίς Σιμόν εξηγούν γιατί η αναζήτηση στρατιωτικών εταίρων εκτός ΕΕ καθίσταται αναγκαία για μεσαίες αμυντικές δυνάμεις όπως η Ισπανία.
«Οι χώρες δεύτερης γραμμής αντιλαμβάνονται ότι η απελευθέρωση και η ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς άμυνας μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες εξαρτήσεις από τις ευρωπαϊκές χώρες πρώτης γραμμής», σημειώνουν οι αναλυτές, με σαφή αναφορά σε χώρες όπως η Πολωνία, η Γαλλία ή η Γερμανία. «Επομένως, το κλειδί βρίσκεται στην εξεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την αυτονομία».
«Μπορούμε να συζητήσουμε αν το τουρκικό μαχητικό Kaan είναι συγκρίσιμο με ένα F-35**»,** παρατηρεί ο Girao, «αλλά αυτό που είναι σαφές είναι ότι η Ισπανία δεν διαθέτει κάτι αντίστοιχο. Αν υπάρχει κυβέρνηση που δεν θέλει να αποκτήσει το F-35, οι επιλογές περιορίζονται, και εκεί εμφανίζεται η τουρκική επιλογή», καταλήγει.
Ρεαλισμός και τραπεζική έκθεση
Οι αμυντικές συμβάσεις και οι σύνοδοι κορυφής μεταξύ των δύο χωρών πολλαπλασιάζονται παρά τον αυξανόμενο αυταρχισμό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος ηγέτης έχει ενισχύσει τις εκτελεστικές του εξουσίες από το 2018· έχει παύσει, συλλάβει και οδηγήσει σε δίκη δεκάδες δημάρχους του αντιπολιτευόμενου CHP (μεταξύ των οποίων και τον σοσιαλδημοκράτη ηγέτη της αντιπολίτευσης, τον Εκρέμ Ιμάμογλου, πρώην δήμαρχο Κωνσταντινούπολης) και του Κόμματος των Εργατών του Κουρδιστάν· η κυβέρνησή του έχει κατηγορηθεί ότι χειραγωγεί τις εκλογές μέσω των δημόσιων μέσων ενημέρωσης και έχει καταστείλει αρκετές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, μεταξύ άλλων αντιδημοκρατικών πρακτικών.
Παρ' όλα αυτά, η ευρωπαϊκή και η ισπανική συνεργασία με την Τουρκία δεν έχουν σταματήσει να ενισχύονται. Για τη Γηραιά Ήπειρο, η ανάγκη ελέγχου των μεταναστευτικών ροών στη διάρκεια της συριακής προσφυγικής κρίσης στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, καθώς και η διατήρηση ενός στρατιωτικού συμμάχου σε στρατηγική θέση ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, έχουν αναλυθεί εκτενώς.
Η διεθνής συγκυρία μπορεί να έχει βοηθήσει στη διατήρηση των σχέσεων μεταξύ Ισπανίας και Τουρκίας, σύμφωνα με τον διευθυντή Άμυνας, Ασφάλειας και Αεροδιαστημικής στην εταιρεία συμβούλων Atrevia. «Ο Ερντογάν υπήρξε μία από τις σημαντικές διεθνείς φυσιογνωμίες που αντιστάθηκαν στη στάση της κυβέρνησης Νετανιάχου μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου. Ο Σάντσεθ ήταν, μαζί με τον Ερντογάν, από τους πιο έντονα επικριτικούς», επισημαίνει ο Francisco J. Girao.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο ισπανικός τραπεζικός κλάδος (ένας από τους πιο ισχυρούς της χώρας), ο οποίος είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένος σε κάθε διακύμανση της τουρκικής οικονομίας.
Η θυγατρική της BBVA στην Τουρκία, Garanti, είναι ο βασικός μέτοχος της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, με ποσοστό ιδιοκτησίας 86%, επομένως κάθε μεταβλητότητα στην Τουρκία είναι μεταδοτική στο σύνολο του κλάδου. Μια άλλη σημαντική τράπεζα, η Sabadell, δραστηριοποιείται στη χώρα από το 2006.
Μένει να φανεί αν η «ρεαλπολιτίκ» θα επικρατήσει, τόσο σε ισπανικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς συνεχίζεται η αποδυνάμωση των τουρκικών θεσμών μετά από περισσότερες από δύο δεκαετίες «ερντογανισμού», πρώτα με τον Ερντογάν ως πρωθυπουργό (θεσμός που πλέον έχει καταργηθεί) και στη συνέχεια ως πρόεδρο. Τον Μάιο, μια δικαστική απόφαση και η επακόλουθη αστυνομική επιχείρηση στα κεντρικά γραφεία του CHP αφαίρεσαν από τη θέση του τον εκλεγμένο διάδοχο του Ιμάμογλου, Οζγκιούρ Οζέλ, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το κύριο κόμμα της τουρκικής αντιπολίτευσης.