Η κυβέρνηση Μαγιάρ προωθεί συνταγματική τροπολογία με στόχο την απομάκρυνση του Τάμας Σούλιοκ, τον οποίο θεωρεί «μαριονέτα του Όρμπαν» από το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα στην Ουγγαρία
Το ουγγρικό κοινοβούλιο ετοιμάζεται να εγκρίνει συνταγματική τροπολογία της κυβέρνησης του Πίτερ Μαγιάρ που θα επιτρέψει την απομάκρυνση του προέδρου της Ουγγαρίας Τάμας Σούλιοκ, ο οποίος αντιμετωπίζεται από τον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό ως «ανδρείκελο» του πρώην πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν.
Η τροπολογία εντάσσεται στις προσπάθειες του Πίτερ Μαγιάρ να «ξηλώσει» τους μηχανισμούς του συστήματος διακυβέρνησης Ορμπαν για τις οποίες έχει λάβει ισχυρή εντολή από τους Ούγγρους ψηφοφόρους.
Ο πρόεδρος της Ουγγαρίας διαθέτει περιορισμένες σχετικά εξουσίες όπως η άσκηση βέτο σε νόμους ή η αναπομπή τους, αλλά είναι πρόσωπο ισχυρού συμβολισμού.
Το κόμμα του Μαγιάρ,Tisza, διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία της δίνει την δυνατότητα να τροποποιήσει το σύνταγμα και να ανατρέψει μεταρρυθμίσεις του συστήματος Ορμπαν που έπληξαν την δημοκρατική λειτουργία. Την περασμένη εβδομάδα διέκοψε την λειτουργία των ενημερωτικού τμήματος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στο πλαίσιο της αποκατάστασης της ανεξαρτησίας των δημοσίων μέσων ενημέρωσης.
Ο Πίτερ Μαγιάρ γνωστοποίησε μέσω του Facebook ότι το κοινοβούλιο θα εγκρίνει την συνταγματική τροπολογία για την απομάκρυνση του Τάμας Σούλιοκ εντός της ημέρας. Αν ο Σούλιοκ δεν υπογράψει την τροπολογία εντός πέντε ημερών, θα κινηθεί διαδικασία καθαίρεσής του.
Ο Σούλιοκ, ο οποίος έχει υπηρετήσει επί δεκαετία ως δικαστής και πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δηλώνει ότι δεν έχει πολιτική ατζέντα.
Εξέφρασε την αντίθεσή του προς την συνταγματική τροπολογία και ζήτησε αξιολόγηση από την Επιτροπή της Βενετίας, το συμβουλευτικό έργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης για το συνταγματικό δίκαιο. Η Επιτροπή απέφυγε να σχολιάσει.
Η συνταγματική τροπολογία, σκοπός της οποίας είναι η διασφάλιση «των προϋποθέσεων για την αποκατάσταση της συνταγματικής δημοκρατίας», θα θέσει άμεσα τέλος στην θητεία του Τάμας Σούλιοκ λόγω «σοβαρής απώλειας της εμπιστοσύνης» της ουγγρικής κοινωνίας προς το πρόσωπό του.
Το κοινοβούλιο θα εκλέξει νέο πρόεδρο μέχρι την εισαγωγή του νέου συντάγματος που θα προκύψει από την συνταγματική μεταρρύθμιση που θα εκκινήσει το φθινόπωρο ή για θητεία μέχρι πέντε ετών κατά το μέγιστο.
Μετά την έναρξη της διαδικασίας καθαίρεσης ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα μπορεί πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του· τις αρμοδιότητές του θα αναλάβει προσωρινά η πρόεδρος της Βουλής, Άγκνες Φόρστχοφερ, η οποία προφανώς θα υπογράψει την τροποποίηση με την οποία τερματίζεται η εντολή του αρχηγού του κράτους.
Ο Σούλιοκ ανησυχεί για το κράτος δικαίου
Το κόμμα Tisza, που κέρδισε με μεγάλη διαφορά τις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου, είχε ξεκαθαρίσει ήδη στην προεκλογική περίοδο ότι ο Τάμας Σούλιοκ δεν μπορεί να παραμείνει στη θέση του, καθώς τον θεωρεί «μαριονέτα της κυβέρνησης Όρμπαν». Ο Πέτερ Μάγιαρ κάλεσε επανειλημμένα τον αρχηγό του κράτους να παραιτηθεί και να αποχωρήσει οικειοθελώς· επειδή αυτό δεν συνέβη, το κυβερνών κόμμα επιχειρεί τώρα να τον απομακρύνει από το αξίωμά του μέσω τροποποίησης του Θεμελιώδους Νόμου.
Η προεδρία της Δημοκρατίας δεν σχολίασε τη συγκεκριμένη πρόταση, αλλά επισήμανε την ανάγκη σεβασμού της αρχής του κράτους δικαίου και προειδοποίησε για «αυθαίρετη άσκηση κρατικής εξουσίας».
Το κόμμα Φιντέζ, που βρίσκεται πλέον στην αντιπολίτευση, οργάνωσε διαδήλωση κατά της τροποποίησης του Θεμελιώδους Νόμου. Το σχέδιο δεν δέχεται κριτική μόνο από πολιτικούς, αλλά, μεταξύ άλλων, και από το παρακλάδι της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ουγγαρία. Η οργάνωση δεν αμφισβητεί τον στόχο, θεωρεί όμως ότι η προτεινόμενη λύση είναι λανθασμένη, επειδή «αγνοεί ότι και ο Τάμας Σούλιοκ έχει δικαίωμα σε δίκαιη κρίση και ότι η απομάκρυνσή του είναι δυνατή μόνο με κατάλληλες νομοθετικές εγγυήσεις».
Ο Πέτερ Μάγιαρ υποσχέθηκε ότι θα επιδιώξει να εκλέξει νέο πρόεδρο της Δημοκρατίας το συντομότερο δυνατόν, εκτιμώντας ότι αυτό θα έχει γίνει έως την επέτειο της ίδρυσης του κράτους, δηλαδή μέχρι τις 20 Αυγούστου.
Ο Σούλιοκ ενισχύει το αφήγημα του Όρμπαν
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο Τάμας Σούλιοκ δεν μπορεί να είναι πρόεδρος της Δημοκρατίας, διότι οι Ούγγροι ψηφοφόροι έδειξαν ξεκάθαρα ότι δεν θέλουν πλέον τους πρωταγωνιστές των τελευταίων 16 ετών, συμπεριλαμβανομένων των «μαριονετών της Φιντέζ» που τοποθετήθηκαν επικεφαλής σημαντικών θεσμών. Ως αρχηγός του κράτους ο Τάμας Σούλιοκ υπέγραψε όλους τους νόμους που είχαν πραγματική βαρύτητα για την κυβέρνηση της Φιντέζ, μιλούσε πολύ σπάνια για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και, όταν το έκανε, συνήθως ενίσχυε το αφήγημα της κυβερνώσας παράταξης και του Βίκτορ Όρμπαν.
Ο Τάμας Σούλιοκ έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2024. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δικηγόρος, αργότερα έγινε δικαστής στο Συνταγματικό Δικαστήριο και επί κυβέρνησης Φιντέζ ανέλαβε την προεδρία του κόμματος, από όπου μετακινήθηκε στο ανώτατο αξίωμα του κράτους.
Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, από τις τάξεις της τότε αντιπολίτευσης, η επικεφαλής του Δημοκρατικού Συνασπισμού, Κλάρα Ντόμπρεβ, κατηγόρησε τον Τάμας Σούλιοκ ότι ως δικηγόρος στις αρχές της δεκαετίας του 2000 συνέβαλε στη μεταβίβαση ουγγρικής αγροτικής γης σε αυστριακά χέρια, εκμεταλλευόμενος νομικά παραθυράκια. Η εισαγγελία απέρριψε τη μήνυση της Ντόμπρεβ.
Τα τελευταία 24ωρα ο πρωθυπουργός Πέτερ Μάγιαρ επισήμανε ότι τα ταξίδια του Τάμας Σούλιοκ κόστισαν πολύ ακριβά στους Ούγγρους φορολογούμενους και ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, ο αρχηγός του κράτους έπαιρνε συχνά μαζί του σε αυτές τις αποστολές φίλους και συγγενείς.