Η υπόθεση του 21χρονου, που είχε απασχολήσει τις αρχές πριν από την επίθεση, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το δίκαιο ανηλίκων, τα προγράμματα απεξτρεμισμού και την αξιολόγηση της ισλαμιστικής απειλής.
Παρότι ο 21χρονος Αμπντούλ Μπ. είχε απασχολήσει τις αρχές επί σειρά ετών και ήταν γνωστός στην αστυνομία, η φερόμενη ως ισλαμιστική επίθεσή του στο Christopher Street Day του Βερολίνου δεν κατέστη δυνατό να αποτραπεί. Μία μητέρα από την Πολωνία έχασε τη ζωή της, ενώ 29 άνθρωποι τραυματίστηκαν, ορισμένοι από αυτούς σοβαρά.
«Ήταν ένας συνδυασμός αφέλειας και αποτυχίας της Δικαιοσύνης», δηλώνει η Ρεμπέκα Σένενμπαχ. Η ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας και εξτρεμισμού συμβουλεύει, μεταξύ άλλων, το ομοσπονδιακό υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας σε ζητήματα πρόληψης και αντιμετώπισης του ισλαμισμού.
«Οι διατάξεις ερμηνεύθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε, λόγω της ηλικίας του, να καταδικαστεί με βάση το δίκαιο ανηλίκων.» Σύμφωνα με τη Σένενμπαχ, οι αρχές δεν έλαβαν επαρκώς υπόψη την αποφασιστικότητά του να ενταχθεί στο Ισλαμικό Κράτος (ISIS).
Ο Αμπντούλ Μπ. αναζητούσε επανειλημμένα επαφή με το Ισλαμικό Κράτος
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο Αμπντούλ Μπ. διατηρούσε εδώ και αρκετό καιρό επαφές με ισλαμιστικούς κύκλους. Λίγο αργότερα αποφάσισε ότι ήθελε να ενταχθεί στην τρομοκρατική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος (ISIS). Τον Μάιο του 2025 απέτυχε η πρώτη του προσπάθεια να ταξιδέψει, μέσω Τουρκίας, προς τη Μαυριτανία.
Για προετοιμασία σοβαρής πράξης βίας που έθετε σε κίνδυνο την κρατική ασφάλεια, το Πρωτοδικείο Tiergarten τον καταδίκασε, εφαρμόζοντας το δίκαιο ανηλίκων, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και δέκα μηνών με αναστολή. Η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, καθώς η εισαγγελία άσκησε έφεση, ζητώντας την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών ετών. Ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ χαρακτήρισε, σε συνέντευξή του στο n-tv, την απόφαση «ακατανόητη».
Τη Δευτέρα, η γερουσιαστής Δικαιοσύνης του Βερολίνου, Φέλορ Μπάντενμπεργκ, δήλωσε στην εκπομπή Morgenmagazin του ARD:
«Μετά από αυτή την επίθεση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δράστες πρέπει πράγματι να τιμωρούνται αυστηρότερα. Έχουμε αντιμετωπίσει παρόμοιες υποθέσεις. Και θα τιμωρούνταν αυστηρότερα, αν εφαρμοζόταν το ποινικό δίκαιο των ενηλίκων.»
Ελλιπή πρότυπα στα προγράμματα απεξτρεμισμού
«Η επικινδυνότητα αυτού του ανθρώπου υποτιμήθηκε», δηλώνει η Ρεμπέκα Σένενμπαχ. «Όταν η ριζοσπαστικοποίηση έχει φτάσει σε τόσο προχωρημένο στάδιο, θα έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα, ακόμη και για ανήλικους ή νεαρούς δράστες, να τοποθετούνται σε δομές όπου θα τελούν υπό επιτήρηση, δεν θα μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην κοινωνία και θα υποστηρίζονται μέσω κατάλληλων προγραμμάτων.»
Αντί να δίνεται έμφαση αποκλειστικά στην προστασία πιθανών στόχων με αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας ή στην αστυνομική προστασία πιθανών θυμάτων, είναι σημαντικότερο να εφαρμόζεται μια «πρόληψη με επίκεντρο τον δράστη», υποστηρίζει η ειδικός στον εξτρεμισμό. Σύμφωνα με την ίδια, οι αρχές πρέπει να αντιμετωπίζουν τα άτομα που παρουσιάζουν ανησυχητικές ενδείξεις με μεγαλύτερη αυστηρότητα και συνέπεια.
Μετά την καταδίκη του τον Μάιο, στον Αμπντούλ Μπ. επιβλήθηκε η υποχρέωση να συμμετάσχει σε πρόγραμμα απεξτρεμισμού. Παρακολούθησε δύο συμβουλευτικές συνεδρίες στον οργανισμό «Violence Prevention» του Βερολίνου. Όπως δήλωσε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Die Zeit ο επικεφαλής του οργανισμού, Τόμας Μίκε, ο Αμπντούλ Μπ. ήταν «ευγενικός, συγκρατημένος και αινιγματικός». Από τις συναντήσεις αυτές, πρόσθεσε, «δεν προέκυψε η παραμικρή συγκεκριμένη ένδειξη απειλής».
Μιλώντας στο Euronews, η Σένενμπαχ ασκεί κριτική στα υφιστάμενα προγράμματα. Όπως επισημαίνει, απουσιάζουν κοινά πρότυπα τόσο για τη διαδικασία απεξτρεμισμού όσο και για την αξιολόγηση του βαθμού ριζοσπαστικοποίησης.
«Δεν υπάρχει επιστημονική μέθοδος που να επιτρέπει την ορθή εκτίμηση του τι ακριβώς σημαίνει ριζοσπαστικοποίηση και πότε μπορεί να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει πραγματικά απεξτρεμιστεί.»
Παράλληλα, σημειώνει ότι δεν υπάρχει ενιαία εκπαίδευση για το προσωπικό που εργάζεται σε τέτοια προγράμματα και δομές. Ως αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις οι εργαζόμενοι ενδέχεται να μην διαθέτουν την απαραίτητη εξειδίκευση.
«Τα προγράμματα απεξτρεμισμού στη Γερμανία πρέπει να επανεξεταστούν. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν πόσο αποτελεσματικά είναι ούτε δεδομένα για το αν άτομα που συμμετείχαν σε αυτά υποτροπίασαν.»
Η Σένενμπαχ θεωρεί επίσης προβληματικό το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στα προγράμματα παραμένουν συχνά ελεύθεροι κατά τη διάρκειά τους, γεγονός που τους επιτρέπει να εξακολουθούν να διατηρούν επαφές με το εξτρεμιστικό τους περιβάλλον.
Η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος προειδοποιεί για υψηλό επίπεδο απειλής
Σύμφωνα με την Έκθεση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος (Verfassungsschutz) για το 2025, στη Γερμανία δραστηριοποιούνται 28.645 ισλαμιστές. Από αυτούς, οι 9.110 χαρακτηρίζονται ως άτομα με προσανατολισμό στη βία.
Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός τους παρουσιάζει σταδιακή αύξηση. Το 2024 η Υπηρεσία είχε καταγράψει 28.280 ισλαμιστές, ενώ το 2023 ο αριθμός ανερχόταν σε 27.200.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία, οι περισσότεροι ριζοσπαστικοποιούνται μέσω του διαδικτύου:
«Σημαντικό ρόλο δεν παίζει μόνο η κατανάλωση προπαγανδιστικού υλικού, το οποίο μπορεί να βρεθεί ακόμη και σε δημοφιλείς πλατφόρμες όπως το Instagram και το TikTok, αλλά κυρίως η εκτεταμένη –και συχνά διεθνής– δικτύωση με ομοϊδεάτες μέσω διαδικτυακών εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, καναλιών και φόρουμ.»
«Υπάρχουν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και με κάθε μορφωτικό υπόβαθρο που ριζοσπαστικοποιούνται», επισημαίνει η Ρεμπέκα Σένενμπαχ.
Όπως εξηγεί, οι έφηβοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στη ριζοσπαστικοποίηση, κυρίως σε «φάσεις της προσωπικής τους εξέλιξης».
Στους ενήλικες, πέρα από την ισλαμιστική ιδεολογία, κυρίαρχο παράγοντα αποτελεί η βία που έχουν βιώσει κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με την ίδια, αυτό δεν αφορά μόνο τον ισλαμισμό, αλλά και άλλες μορφές εξτρεμισμού.
«Για τους ριζοσπαστικοποιημένους δράστες, το βασικό κίνητρο είναι να σώσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους από την κόλαση», αναφέρει η ειδικός στον εξτρεμισμό.
«Παράλληλα, επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία και να στείλουν μήνυμα και προς τους μη ριζοσπαστικοποιημένους μουσουλμάνους ότι και εκείνοι θα μπορούσαν να γίνουν θύματα.»
Η ίδια προσθέτει ότι οτιδήποτε θεωρείται «χαράμ», δηλαδή απαγορευμένο σύμφωνα με το Ισλάμ, μπορεί να αποτελέσει πιθανό στόχο επίθεσης.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος εκτιμά ότι η απειλή από την ισλαμιστική τρομοκρατία στη Γερμανία παραμένει σταθερά υψηλή.
Όπως αναφέρει η έκθεσή της, τόσο το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) όσο και η Αλ Κάιντα εξακολουθούν να επιδιώκουν είτε να πραγματοποιήσουν τρομοκρατικές επιθέσεις στη Δύση είτε να υποκινήσουν άλλους να τις διαπράξουν.