Επίθεση στο CSD Βερολίνου: Ειδικοί τη βλέπουν ως μέρος στρατηγικής ισλαμιστών, εξετάζουν τον κίνδυνο νέων χτυπημάτων και τα μέτρα προστασίας
Μετά την, όπως όλα δείχνουν, ισλαμιστικά υποκινούμενη επίθεση στον Christopher Street Day του Βερολίνου, στην οποία μια γυναίκα σκοτώθηκε και πολλοί άνθρωποι τραυματίστηκαν, ο φερόμενος ως δράστης, Αμπντούλ Μπαλούτ, είναι πλέον νεκρός.
Ο θάνατός του όμως δεν σημαίνει το τέλος των ερευνών. Αντίθετα, στο επίκεντρο βρίσκεται τώρα το ερώτημα αν ο στις αρχές ήδη γνωστός ισλαμιστής έδρασε μόνος του, αν είχε συνεργούς – και αν η επίθεση θα μπορούσε να έχει αποτραπεί.
Για τους ειδικούς στην τρομοκρατία μια τέτοια επίθεση δεν αποτελεί έκπληξη. Εδώ και χρόνια οι υπηρεσίες ασφαλείας προειδοποιούν για τον διαρκή κίνδυνο από ριζοσπαστικοποιημένους μεμονωμένους δράστες, που δρουν στο πνεύμα της τρομοκρατικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος» (ΙΚ) και επιλέγουν σκόπιμα στόχους με υψηλό συμβολισμό.
Εδώ και πολύ καιρό, στρατηγική του ΙΚ είναι να ενθαρρύνει μεμονωμένους δράστες σε όλη την Ευρώπη να πραγματοποιούν επιθέσεις σε συμβολικούς χώρους, κυρίως μέσω κοινωνικών δικτύων όπως το Instagram και το TikTok, λέει ο Ελ Ντιφραουί μιλώντας στο Euronews.
Ο γερμανογάλλος ειδικός στον ισλαμισμό, δρ Ασίμ Ελ Ντιφραουί, που εδώ και πολλά χρόνια μελετά τον τζιχαντισμό, τη ριζοσπαστικοποίηση και τα τρομοκρατικά δίκτυα και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, με διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις, θεωρεί την επίθεση μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής του αποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους.
Η επίθεση εντάσσεται στο μοτίβο προηγούμενων επιθέσεων σε Παρίσι, Λονδίνο ή Βερολίνο. Εναντίον αυτής της λεγόμενης «μικροτρομοκρατίας» δεν υπάρχουν εύκολα μέτρα προστασίας.
«Το ψευδοχαλιφάτο του ΙΚ στο Ιράκ και τη Συρία μπορεί να έχει ηττηθεί στρατιωτικά, αλλά η ιδεολογία του είναι ζωντανή. Επιθέσεις όπως αυτή είναι ένα μέσο για να επανέλθει το ΙΚ στη δημόσια συζήτηση. Αυτή η στρατηγική του ΙΚ θα απασχολεί την Ευρώπη για πολλές ακόμη δεκαετίες. Το βασικό μήνυμα είναι: αυτό δεν τελειώνει.»
Και άλλοι ερευνητές της τρομοκρατίας διακρίνουν στοιχεία της γνωστής στρατηγικής του ΙΚ. Ο ειδικός στην τρομοκρατία Πέτερ Νόιμαν δήλωσε στην εφημερίδα Bild ότι η επίθεση εντάσσεται στο μοτίβο ισλαμιστικών επιθέσεων σε λεγόμενους «μαλακούς στόχους». Εκδηλώσεις με υψηλό συμβολισμό αποτελούν εδώ και χρόνια αγαπημένους στόχους της τζιχαντιστικής προπαγάνδας.
Οι υπηρεσίες ασφαλείας προειδοποιούν εδώ και δεκαετίες για τον κίνδυνο των λεγόμενων επιθέσεων χαμηλού κόστους. Σε αυτές, οι δράστες δεν χρειάζονται ούτε σύνθετα δίκτυα ούτε περίπλοκες βομβιστικές επιθέσεις. Αρκούν οχήματα ή μαχαίρια για να προκαλέσουν με ελάχιστα μέσα τη μέγιστη δυνατή προσοχή.
Θα μπορούσε να έχει αποτραπεί η επίθεση;
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι ο 21χρονος φερόμενος ως δράστης, Αμπντούλ Μπαλούτ, ήταν ήδη εδώ και καιρό γνωστός στις υπηρεσίες ασφαλείας: βαριά σωματική βλάβη, ληστρική εκβίαση, ένας κατ’ επανάληψη παραβάτης με ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση.
Ο Ελ Ντιφραουί θεωρεί δικαιολογημένα τα επικριτικά ερωτήματα προς τις αρχές ασφαλείας. «Φυσικά μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν οι αρχές έγιναν εδώ απρόσεκτες. Δεν θα έπρεπε ο Αμπντούλ Μπαλούτ να φοράει τουλάχιστον ένα ηλεκτρονικό βραχιολάκι;»
Το αν οι αρχές διέπραξαν λάθη αναμένεται τώρα να αποτελέσει αντικείμενο της έρευνας. Πολιτικοί από διάφορα κόμματα έχουν ήδη ζητήσει πλήρη διαλεύκανση.
Ο Αμπντούλ Μπαλούτ είχε προσπαθήσει πολλές φορές πέρυσι να ενταχθεί στην τρομοκρατική οργάνωση «Ισλαμικό Κράτος». Σύμφωνα με την Εισαγγελία του Βερολίνου, επιχείρησε να φτάσει μέσω Τουρκίας, Μαυριτανίας και Λιβάνου στη Συρία, ώστε να ενταχθεί εκεί στο ΙΚ. Στον Λίβανο ήρθε σε επαφή με φερόμενα μέλη του ΙΚ, συνελήφθη και αργότερα καταδικάστηκε σε τρεις μήνες φυλάκιση. Κατά την επιστροφή του στη Γερμανία συνελήφθη εκ νέου στο αεροδρόμιο BER του Βερολίνου.
Τον Μάιο καταδικάστηκε σε 22 μήνες φυλάκιση επειδή προσπάθησε να ενταχθεί στο ΙΚ – με αναστολή. Ο Μπαλούτ όφειλε να συμμετάσχει σε πρόγραμμα αποριζοσπαστικοποίησης. Είχε ήδη παρουσιαστεί σε δύο συναντήσεις· η τρίτη ήταν προγραμματισμένη για το πρωί της Δευτέρας.
Τα προγράμματα αποριζοσπαστικοποίησης είναι αναντικατάστατα;
Ένα τέτοιο σεμινάριο αποριζοσπαστικοποίησης για επαγγελματίες στο σωφρονιστικό σύστημα ή στην εργασία με νέους είχε συνδιαμορφώσει ο Ασίμ Ελ Ντιφραουί το 2019 για την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων. Στο ερώτημα αν αυτά τα προγράμματα αποδίδουν, ο Ελ Ντιφραουί απαντά: «Δεν υπάρχει εναλλακτική. Ο Αμπντούλ Μπαλούτ ήταν Γερμανός πολίτης. Κάποιοι ξεφεύγουν από το δίχτυ και δεν είναι πια προσβάσιμοι ούτε για άρτια καταρτισμένους ειδικούς. Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίζονται αυτές οι περιπτώσεις και τα συγκεκριμένα άτομα να τίθενται υπό ιδιαίτερη παρακολούθηση.»
Αυτό όμως, σύμφωνα με τον Ελ Ντιφραουί, δεν αμφισβητεί την ίδια την ιδέα της αποριζοσπαστικοποίησης. Για πολλούς, η επανένταξη στην κοινωνία λειτουργεί. «Και ζούμε σε ένα κράτος δικαίου, όπου δεν μπορείς απλώς να κλείνεις ανθρώπους στη φυλακή για χρόνια.»
Η επίθεση στο CSD αναμένεται να αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης των γνωστών ισλαμιστών επικίνδυνων δραστών. Συζητούνται αυστηρότερα μέτρα παρακολούθησης, στενότερη συνεργασία των ευρωπαϊκών υπηρεσιών ασφαλείας καθώς και το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις γνωστοί εξτρεμιστές μπορούν να τεθούν υπό εντατικότερη ή και ηλεκτρονική επιτήρηση.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος εκτίμησε το 2025 ότι το «βίαιο ισλαμιστικό δυναμικό προσώπων» στη Γερμανία ανέρχεται σήμερα σε 9.110 άτομα.
Τον Ιανουάριο, η κοινοβουλευτική ομάδα της AfD στο Bundestag υπέβαλε επερώτηση σχετικά με την «αποτελεσματικότητα και αξιολόγηση των ομοσπονδιακών προγραμμάτων αποριζοσπαστικοποίησης» και ζήτησε να μάθει ποια βήματα έχουν γίνει από το 2020 για τη συστηματική καταγραφή της αποτελεσματικότητας των μέτρων αποριζοσπαστικοποίησης που απευθύνονται σε νέους.
Στην απάντησή της, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναφέρει: «Η μέτρηση της αποτελεσματικότητας και η αξιολόγηση στον τομέα της αποριζοσπαστικοποίησης ενέχει εγγενείς προκλήσεις, τις οποίες η ομοσπονδιακή κυβέρνηση γνωρίζει.» Και συνεχίζει επισημαίνοντας ότι «οι δείκτες αποτελεσματικότητας, οι οποίοι συλλέγονται και αξιολογούνται στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αποτίμησης κάθε περίπτωσης, μπορούν να ποσοτικοποιηθούν μόνο σε περιορισμένο βαθμό και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ατομικές προϋποθέσεις των ωφελούμενων.»
Όσον αφορά την αποχώρηση από μια ριζοσπαστική σκηνή, σημειώνει ότι η τελική αξιολόγηση του ατόμου και «της επιτυχίας της αποχώρησής του» από τους συμβούλους εξόδου είναι πάντοτε μια προσωρινή εκτίμηση και, βάσει αυτής, μια πρόβλεψη για τη μελλοντική του συμπεριφορά. Δεν μπορούν να αξιολογηθούν οριστικά, για παράδειγμα, οι ατομικές μελλοντικές συνθήκες ζωής του ατόμου που επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί, οι οποίες ενδεχομένως θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «υποτροπή» σε παλιά, εξτρεμιστικά μοτίβα συμπεριφοράς.
Παρά ταύτα, η Γερμανία επενδύει εδώ και χρόνια στην πρόληψη και την αποριζοσπαστικοποίηση. Η κρατική Γραμμή Συμβουλευτικής για τη Ριζοσπαστικοποίηση του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF) χειρίζεται από το 2012 αιτήματα συμβουλευτικής και παραπέμπει σε προγράμματα αποριζοσπαστικοποίησης. Ωστόσο, σαφές ποσοστό επιτυχίας δεν υπάρχει: οι ειδικοί μπορούν να καταγράψουν μεμονωμένες περιπτώσεις αποχώρησης, αλλά δεν μπορούν να μετρήσουν αξιόπιστα πόσες ριζοσπαστικοποιήσεις αποτρέπονται μόνιμα.
Οι ειδικοί στην τρομοκρατία προειδοποιούν για νέες επιθέσεις
Μια χώρα με μεγάλη εμπειρία από ισλαμιστικά υποκινούμενες επιθέσεις είναι η Γαλλία. Από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στα γραφεία του Charlie Hebdo το 2015 και τις επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι με 130 νεκρούς, η χώρα βρίσκεται στο στόχαστρο τζιχαντιστικών ομάδων. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η επίθεση με φορτηγό στη Νίκαια το 2016 με 86 νεκρούς, η δολοφονία του εκπαιδευτικού Σαμιέλ Πατί το 2020, καθώς και άλλες επιθέσεις με μαχαίρι και τρομοκρατικά χτυπήματα που συχνά διαπράχθηκαν από ριζοσπαστικοποιημένους μεμονωμένους δράστες.
Οι γαλλικές υπηρεσίες ασφαλείας θεωρούνται σήμερα ιδιαίτερα έμπειρες στην αντιμετώπιση της απειλής του ισλαμιστικού τρόμου. «Το ΙΚ προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει την εικόνα κεντρικών δομών. Εκτιμάται ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένας εμίρης ή χαλίφης, ο οποίος βρίσκεται στην Πουντλάνδη», λέει ο Γάλλος ερευνητής της τρομοκρατίας και ειδικός στον ισλαμισμό Ντομινίκ Τομά στο Euronews. (Σημ.: Η Πουντλάνδη είναι περιοχή στο βορειοανατολικό τμήμα της Σομαλίας, στο Κέρας της Αφρικής)
«Η επαρχία Χορασάν στο Αφγανιστάν είναι η πιο δραστήρια σε επίπεδο επικοινωνίας και προπαγάνδας. Λόγω του μεγάλου αριθμού Ουζμπέκων και Τατζίκων μαχητών, αλλά και Τσετσένων, διαθέτει διαύλους και δίκτυα μέχρι την Ευρώπη. Αυτό προκαλεί μεγάλη ανησυχία στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών. Σε αυτούς προστίθενται φυσικά Σύροι, Ιρακινοί και Λιβανέζοι», σημειώνει ο Ντομινίκ Τομά.
Ερευνά τα τζιχαντιστικά κινήματα στο κορυφαίο κοινωνιολογικό ίδρυμα «École des hautes études en sciences sociales» (EHSS) στο Παρίσι και συμβουλεύει εδώ και χρόνια ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις γαλλικές αρχές σε ζητήματα ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Στα γνωστότερα βιβλία του συγκαταλέγεται το Générations djihadistes – Al-Qaïda, État islamique: histoire d'une lutte fratricide (ελλ.: «Γενιές τζιχαντιστών – Αλ Κάιντα, Ισλαμικό Κράτος: Η ιστορία ενός αδελφοκτόνου αγώνα»).
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα παραμείνουμε σε μικρότερες επιθέσεις από τους λεγόμενους σχεδόν μοναχικούς δράστες ή αν οι υποστηρικτές του ΙΚ στη διασπορά θα μπορούσαν στο μέλλον να σχεδιάσουν και να πραγματοποιήσουν και μεγαλύτερες επιθέσεις», σημειώνει ο Τομά.
Και στην Αφρική, το ΙΚ επεκτείνεται αυτή την περίοδο. Οι σημαντικότερες επαρχίες του βρίσκονται στη Δυτική Αφρική, τον Σαχέλ, καθώς και στη Μοζαμβίκη, τη Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
«Η Αλ Κάιντα, αντίθετα, δεν φαίνεται αυτή την περίοδο να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για επιθέσεις των παρακλαδιών της στην Ευρώπη. Η οργάνωση ασχολείται κυρίως με τις τοπικές εξελίξεις – για παράδειγμα με μια ενδεχόμενη ανάληψη της εξουσίας στο Μάλι, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε τμήματα της Υεμένης, η Αλ Κάιντα επεκτείνει επιπλέον διακριτικά και σε μεγάλο βαθμό υπόγεια τον έλεγχό της σε ορισμένες περιοχές», εξηγεί ο ερευνητής της τρομοκρατίας Τομά.
«Είναι πολύ δύσκολο να αποτραπούν τέτοιες επιθέσεις», λέει στο Euronews η Αν-Κλεμεντίν Λαρόκ. Η Γαλλίδα ιστορικός είναι μία από τις γνωστότερες ειδικούς για τον ισλαμισμό και τα τζιχαντιστικά κινήματα στη Γαλλία. Τις πιο δύσκολες να αντιμετωπιστούν, σύμφωνα με τη Λαρόκ, είναι οι ενέργειες που δεν κατευθύνονται και δεν διατάσσονται άμεσα από το ΙΚ.
Είναι σχεδόν αδύνατο να παρακολουθείται κάθε άτομο – να υπάρχει ένας άνδρας ή μια γυναίκα των υπηρεσιών ασφαλείας πίσω από κάθε ριζοσπαστικοποιημένο άτομο είναι απλώς ανέφικτο.»
Η Αν-Κλεμεντίν Λαρόκ φοβάται κυρίως ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν στο μέλλον μικρότερο ρόλο παγκοσμίως στον αγώνα κατά του τζιχαντισμού. Η Λαρόκ διδάσκει, μεταξύ άλλων, στο γαλλικό ίδρυμα-πρότυπο Sciences Po και συμβουλεύει αρχές καθώς και διεθνείς οργανισμούς σε ζητήματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας.
Ο Ελ Ντιφραουί υπογραμμίζει ότι η εξαιρετικά τεταμένη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, με τις αιματηρές συγκρούσεις, ιδιαίτερα μεταξύ του Ισραήλ και των τρομοκρατικών οργανώσεων Χαμάς και Χεζμπολάχ, συμβάλλει στο να συνεχίζουν να ριζοσπαστικοποιούνται νέοι Ευρωπαίοι από το ΙΚ.