Ο άνδρας, υπήκοος Βρετανίας και Αζερμπαϊτζάν, κρατείται στην Κύπρο ενώ εξελίσσεται η διαδικασία έκδοσής του. Πρόκειται για την πρώτη βρετανική έρευνα στο εξωτερικό βάσει του Νόμου περί Εθνικής Ασφάλειας.
Ένας άνδρας με διπλή υπηκοότητα, βρετανική και αζερική, κρατείται στην Κύπρο εν αναμονή της εξέτασης αιτήματος έκδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι αρχές τον κατηγορούν για κατασκοπεία στη βρετανική βάση της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας στο Ακρωτήρι.
Ο 44χρονος, που είναι κάτοικος Ίσλινγκτον στο βόρειο Λονδίνο, συνελήφθη από τις κυπριακές αρχές στις 17 Ιουλίου βάσει του βρετανικού αιτήματος, σύμφωνα με ανακοίνωση της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου.
Οι βρετανικές αρχές υποστηρίζουν ότι πραγματοποίησε «εχθρική παρακολούθηση» της βάσης του Ακρωτηρίου και στη συνέχεια μοιράστηκε πληροφορίες με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC). Ο συλληφθείς δεν έχει καταδικαστεί και η διαδικασία βρίσκεται στο στάδιο της έκδοσης.
Τι ερευνούν οι βρετανικές αρχές
Η έρευνα διεξάγεται από την Αντιτρομοκρατική Αστυνομία του Λονδίνου και αφορά περιστατικά που φέρονται να σημειώθηκαν στη βάση RAF Ακρωτηρίου από τις 11 Μαΐου έως τις 22 Ιουνίου 2025.
«Φέρεται να πραγματοποίησε εχθρική παρακολούθηση της βάσης, η οποία αποτελεί απαγορευμένο χώρο, και στη συνέχεια να μοιράστηκε πληροφορίες με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, μια ξένη υπηρεσία πληροφοριών», αναφέρει η ανακοίνωση της Μητροπολιτικής Αστυνομίας.
Η Εισαγγελική Υπηρεσία του Στέμματος έχει εγκρίνει την απαγγελία κατηγοριών βάσει των άρθρων 3 και 4 του βρετανικού Νόμου περί Εθνικής Ασφάλειας του 2023. Οι συγκεκριμένες διατάξεις αφορούν την παροχή βοήθειας σε ξένη υπηρεσία πληροφοριών και την είσοδο ή επιθεώρηση απαγορευμένου χώρου με σκοπό επιζήμιο για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η βρετανική νομοθεσία περιλαμβάνει στους απαγορευμένους χώρους και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας.
Πρόκειται, σύμφωνα με τη βρετανική αστυνομία, για την πρώτη έρευνα κατά την οποία ο συγκεκριμένος νόμος εφαρμόζεται σε φερόμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν σε υπερπόντιο έδαφος.
«Η υπόθεση δείχνει ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον Νόμο περί Εθνικής Ασφάλειας στο εξωτερικό, όταν βρετανικές στρατιωτικές βάσεις φέρονται να αποτελούν στόχο εχθρικής κρατικής δραστηριότητας», δήλωσε η επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής Αστυνομίας του Λονδίνου, Έλεν Φλάναγκαν.
Ένα αναπάντητο ερώτημα
Τον Ιούνιο του 2025 είχε συλληφθεί στην Κύπρο ένας Βρετανός αζερικής καταγωγής, ως ύποπτος για κατασκοπεία και αδικήματα που συνδέονταν με την τρομοκρατία.
Δημοσιεύματα του Κυπριακού Τύπου ανέφεραν τότε ότι είχε εντοπιστεί να κινείται ύποπτα κοντά στη βάση του Ακρωτηρίου, στην περιοχή της Λεμεσού.
Η κυπριακή αστυνομία δεν είχε δημοσιοποιήσει περισσότερες πληροφορίες για την ταυτότητα ή τη φερόμενη δραστηριότητά του.
Δεν έχει διευκρινιστεί αν επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο, αν και Κυπριακά ΜΜΕ το προηγούμενο διάστημα είχαν αναφερθεί στο ίδιο όνομα.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου δεν απάντησε σε σχετικό ερώτημα του Γαλλικού Πρακτορείου.
Γιατί είναι σημαντική η βάση του Ακρωτηρίου
Η RAF Ακρωτηρίου είναι μία από τις βασικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου στην ανατολική Μεσόγειο. Βρίσκεται στην Κυρίαρχη Περιοχή Βάσης Ακρωτηρίου, κοντά στη Λεμεσό, και δεν υπάγεται διοικητικά στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Το Ακρωτήρι και η Δεκέλεια είναι οι δύο περιοχές επί των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε κυριαρχία όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη βρετανική αποικιακή διοίκηση το 1960.
Η στρατηγική σημασία της βάσης επανήλθε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Στις 2 Μαρτίου, μη επανδρωμένο αεροσκάφος τύπου Shahed έπληξε εγκαταστάσεις στο Ακρωτήρι, προκαλώντας μικρές ζημιές.
Το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης είχε επίσης απειλήσει ότι θα επιτεθεί σε βρετανικές βάσεις που θα χρησιμοποιούνταν από αμερικανικές δυνάμεις για πλήγματα κατά του Ιράν.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία ανέφερε ότι βρετανικές και κυπριακές υπηρεσίες έχουν πραγματοποιήσει «τεράστιο όγκο κοινής εργασίας». Η συνεργασία συνεχίζεται με τη συμμετοχή της Εισαγγελικής Υπηρεσίας του Στέμματος και της βρετανικής Εθνικής Υπηρεσίας Εγκλήματος, μέχρι να κριθεί το αίτημα έκδοσης.