Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια κατά 0,25, στο 2,5%, καθώς το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο με το Ιράν ανεβάζει τον πληθωρισμό και οδηγεί σε δεύτερη αύξηση των επιτοκίων μέσα σε τρεις μήνες
Η Φρανκφούρτη «σφίγγει» ξανά τη νομισματική πολιτική. Το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αύξησε την Πέμπτη το επιτόκιο καταθέσεων από 2,25% σε 2,5%. Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση από τις 11 Ιουνίου, όταν η ΕΚΤ είχε προχωρήσει σε αυτή την ενέργεια για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια.
Η ΕΚΤ καθορίζει τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης μέσω τριών βασικών επιτοκίων, με το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να λειτουργεί ως κύριο σημείο αναφοράς.
Το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης αυξήθηκε στο 2,65% και το επιτόκιο της πάγιας διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,9%.
Στην ανακοίνωσή της, η κεντρική τράπεζα επισήμανε ότι «η σύρραξη στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει για παρατεταμένο διάστημα πολύ πάνω από τον στόχο», διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι «με τη σημερινή απόφαση, το Διοικητικό Συμβούλιο παραμένει σε θέση για να διαχειριστεί την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύρραξη».
Οι προβλέψεις των υπηρεσιών της ΕΚΤ εξακολουθούν να εκτιμούν ότι ο συνολικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% φέτος. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για το 2027 και το 2028 αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω, σε 2,5% και 2,1% αντίστοιχα, σε σχέση με τον Ιούνιο.
Πρόβλημα ενέργειας, όχι ζήτησης
Η απόφαση ακολουθεί την πορεία του πληθωρισμού του Αυγούστου, που ανέβηκε στο 3,3%, από 2,9% τον Ιούλιο, επίπεδο που είναι το υψηλότερο από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Το κόστος της ενέργειας εξηγεί σχεδόν εξ ολοκλήρου την άνοδο, καθώς ο πληθωρισμός στην ενέργεια εκτινάχθηκε στο 14,3% από 10,3%, την ώρα που οι συγκρούσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ κρατούν περιορισμένη την προσφορά αργού πετρελαίου. Το πρόβλημα παραμένει, καθώς το Brent ξεπέρασε ξανά τα 100 δολάρια το βαρέλι την Τετάρτη λόγω των νέων εκατέρωθεν επιθέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Κατά τα λοιπά, η εικόνα είναι καλύτερη.
Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια, τα τρόφιμα, το αλκοόλ και τον καπνό, υποχώρησε μάλιστα στο 2,4% από 2,5% τον Αύγουστο, ενώ ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, το σκέλος που επηρεάζεται περισσότερο από τους μισθούς, έπεσε στο 3% από 3,3%. Εξακολουθούν να υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι η ακριβή ενέργεια διαχέεται στο υπόλοιπο της οικονομίας.
Αυτή η διάκριση βρίσκεται στο επίκεντρο και της ίδιας της ανάλυσης της ΕΚΤ.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε νωρίτερα μέσα στον μήνα, οι οικονομολόγοι της διαπίστωσαν ότι οι δυσμενείς παράγοντες στην προσφορά ενέργειας ευθύνονται για περίπου το 90% της αύξησης του πληθωρισμού στην ενέργεια μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου φέτος.
«Αυτή τη φορά η ενεργειακή διαταραχή στην πλευρά της προσφοράς κυριαρχεί, ενώ η ζήτηση και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης παίζουν δευτερεύοντα ρόλο», έγραψαν οι οικονομολόγοι, σε αντιπαραβολή με την έξαρση του 2021-22 που προκάλεσε πολύ πιο επιθετική αντίδραση.
Ενιαίο επιτόκιο για πολύ διαφορετικές οικονομίες
Ο μέσος όρος του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κρύβει μεγάλες αποκλίσεις.
Τον Αύγουστο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,5% στην Ισπανία, 2,9% στη Γερμανία και 2,7% στη Γαλλία, τρεις οικονομίες που αντιμετωπίζουν το ίδιο ενεργειακό σοκ με εμφανώς διαφορετικά αποτελέσματα.
Η ανάπτυξη περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα.
Η οικονομία της ευρωζώνης αποδεικνύεται πιο ανθεκτική απ’ ό,τι αναμενόταν, αλλά η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει αναθέρμανση και, ακόμη και στο 2,5%, το επιτόκιο καταθέσεων παραμένει εντός του εύρους που η ΕΚΤ θεωρεί ουδέτερο. Μια περαιτέρω αύξηση θα σήμαινε ότι η πολιτική πρέπει να στοχεύει πλέον στη συγκράτηση της οικονομίας.
Η Κριστίν Λαγκάρντ είχε προαναγγείλει αυτή την κίνηση τον Ιούλιο, όταν το συμβούλιο κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια αλλά ζήτησε από τις υπηρεσίες της ΕΚΤ να καταρτίσουν σενάρια για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ενόψει Σεπτεμβρίου.
«Το βάρος της απόδειξης ανήκει στα δεδομένα», είχε δηλώσει τότε η Λαγκάρντ, προσθέτοντας ότι «η πλήρης πληθωριστική επίδραση του ενεργειακού σοκ δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί».
Η απόφαση της Πέμπτης συνοδεύεται από νέες προβλέψεις των υπηρεσιών, αλλά η ημερομηνία λήξης των στοιχείων είναι περίπου δύο εβδομάδες πριν από τη συνεδρίαση, γεγονός που σημαίνει ότι ούτε η τελευταία άνοδος στις τιμές του πετρελαίου ούτε το άλμα στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων σε υψηλά 15 ετών έχουν συμπεριληφθεί.
Το βλέμμα στρέφεται τώρα στους ομολόγους της Φρανκφούρτης.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα ανακοινώσει την απόφασή της στις 16 Σεπτεμβρίου και η Τράπεζα της Ιαπωνίας στις 18, με τις δύο να αναμένεται να εξετάσουν τις δικές τους αυξήσεις.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Αγγλίας θα αποφασίσει στις 17 Σεπτεμβρίου και αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, καθώς αυτή τη στιγμή έχει πολύ υψηλότερο βασικό επιτόκιο από τις υπόλοιπες, στο 3,75%.