Ο αιγυπτιακός νόμος επιτρέπει θανατική ποινή για σοβαρά αδικήματα ναρκωτικών, ενώ μεταρρύθμιση του 2024 προβλέπει πλήρη έφεση για κακουργήματα στο Ανώτατο Ακυρωτικό. Το Euronews εξετάζει τη διαδικασία μέχρι την οριστικοποίηση της θανατικής καταδίκης.
Η δημοφιλής Αιγύπτια τηλεπαρουσιάστρια Σάρα Χαλίφα θα υπογράψει την Τρίτη τα έγγραφα της έφεσης κατά της θανατικής καταδίκης της, δήλωσε ο δικηγόρος της Μοχάμεντ Ελ-Γκεντί.
Η Χαλίφα καταδικάστηκε την περασμένη εβδομάδα μαζί με άλλους 11 κατηγορούμενους σε υπόθεση παρασκευής και διακίνησης συνθετικών ναρκωτικών.
Η ίδια αρνείται σταθερά οποιαδήποτε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καπνίσει ούτε τσιγάρο στη ζωή της.
Το Euronews εξέτασε τι προβλέπει η αιγυπτιακή νομοθεσία για την επιβολή θανατικής ποινής σε υποθέσεις ναρκωτικών και τι μπορεί να σημαίνει η διαδικασία έφεσης για τη Χαλίφα και τους συγκατηγορούμενούς της.
Γιατί μια υπόθεση ναρκωτικών μπορεί να επιφέρει θανατική ποινή;
Η αιγυπτιακή νομοθεσία για τα ναρκωτικά επιτρέπει την επιβολή θανατικής ποινής για ορισμένα από τα πιο σοβαρά αδικήματα, ενώ η απλή κατοχή για προσωπική χρήση δεν συνεπάγεται τις ίδιες κατηγορίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 33, η θανατική ποινή μπορεί να επιβληθεί για αδικήματα όπως η εισαγωγή ναρκωτικών χωρίς άδεια, η παρασκευή τους με σκοπό τη διακίνηση και η συγκρότηση, διεύθυνση ή συμμετοχή σε σπείρα διακίνησης ναρκωτικών.
Οι εισαγγελικές αρχές κατηγόρησαν τους 28 κατηγορούμενους στην υπόθεση της Χαλίφα ότι συμμετείχαν σε οργανωμένο δίκτυο που εισήγαγε υλικά για την παρασκευή ναρκωτικών και μοίραζε τις ευθύνες για τον εφοδιασμό, την παραγωγή, την αποθήκευση και τη διανομή.
Η Χαλίφα, που γεννήθηκε στο Κάιρο και είναι γνωστή από την εκπομπή εγκληματολογικού περιεχομένου «Mission Impossible», κατηγορήθηκε ότι διέθεσε χρήματα για την αγορά υλικών της επιχείρησης, ταξίδεψε στο εξωτερικό για να συναντήσει ανώτερα μέλη του δικτύου και βοήθησε στον συντονισμό των δραστηριοτήτων του.
Ο αδελφός της Μοχάμεντ, ο οποίος επίσης καταδικάστηκε σε θάνατο, κατηγορήθηκε ότι παρασκεύαζε τα ναρκωτικά και βοηθούσε στον έλεγχο των παρτίδων μετά την παραγωγή τους.
Οι ιατροδικαστικοί εμπειρογνώμονες εντόπισαν μεταξύ των κατασχεθέντων ουσιών τη MDMB-4en-PINACA. Πρόκειται για συνθετικό κανναβινοειδές που παράγεται σε εργαστήριο και μπορεί να έχει παρόμοια, αλλά πολύ ισχυρότερα και απρόβλεπτα, αποτελέσματα από την κάνναβη.
Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα αναφέρει ότι η ουσία έχει συνδεθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών δηλητηρίασης.
Το νομικό καθεστώς της ουσίας αποτέλεσε επίσης θέμα στη δίκη. Επιτροπή που ορίστηκε από το δικαστήριο ανέφερε ότι η MDMB-4en-PINACA δεν κατονομάζεται ρητά στον κατάλογο ελεγχόμενων ναρκωτικών της Αιγύπτου, κατέληξε όμως ότι καλύπτεται από τη νομοθεσία επειδή η χημική δομή και οι επιδράσεις της είναι παρόμοιες με ουσίες που ήδη περιλαμβάνονται.
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε αυτή την ερμηνεία, αλλά το δικαστήριο έκανε δεκτά τα πορίσματα της επιτροπής.
Τι ακολουθεί για τη Χαλίφα;
Η Αίγυπτος τροποποίησε την ποινική διαδικασία το 2024, εισάγοντας πλήρες στάδιο έφεσης για τα κακουργήματα.
Παλαιότερα, οι αποφάσεις για κακουργήματα δεν ακολουθούσαν την ίδια δικονομική δομή δύο βαθμών. Με το νέο σύστημα, όποιος καταδικάζεται για κακούργημα μπορεί να ασκήσει έφεση σε ανώτερο ποινικό δικαστήριο, το λεγόμενο Εφετείο Κακουργημάτων.
Το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Αιγύπτου αναφέρει ότι η αλλαγή επιτρέπει στο εφετείο να επανεξετάσει την υπόθεση. Στην πράξη, οι δικαστές μπορούν να επανεξετάσουν τα αποδεικτικά στοιχεία, την εισαγγελική επιχειρηματολογία και τον ρόλο που αποδίδεται σε κάθε κατηγορούμενο.
Το δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει την απόφαση, να μεταβάλει την ποινή ή να ακυρώσει την καταδίκη.
Μόνο μετά από αυτό το στάδιο μπορεί τυχόν περαιτέρω προσβολή να φτάσει στο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Αιγύπτου.
Το Ακυρωτικό έχει διαφορετικό ρόλο: δεν ξαναδικάζει συνολικά την υπόθεση, αλλά εξετάζει κυρίως αν εφαρμόστηκε σωστά ο νόμος και αν υπήρξαν σοβαρά δικονομικά προβλήματα.
Πριν το δικαστήριο του Καΐρου επιβάλει επισήμως τη θανατική ποινή στη Χαλίφα, παρέπεμψε τη δική της υπόθεση και εκείνες 12 ακόμη κατηγορουμένων στον Μεγάλο Μουφτή της Αιγύπτου.
Σύμφωνα με την αιγυπτιακή δικονομία, οι δικαστές που σκοπεύουν να επιβάλουν θανατική ποινή πρέπει να συμφωνήσουν ομόφωνα και να ζητήσουν τη γνώμη του Μουφτή πριν ανακοινώσουν επίσημα την απόφαση.
Η γνώμη του Μουφτή είναι συμβουλευτική και δεν δεσμεύει το δικαστήριο.
Αφού έλαβε τη γνώμη, το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τη Χαλίφα και 11 ακόμη κατηγορούμενους. Το δικαίωμά τους σε έφεση παρέμεινε σε ισχύ.
Μπορεί μια θανατική καταδίκη να αλλάξει στην έφεση;
Πρόσφατες υποθέσεις δείχνουν ότι τα Εφετεία Κακουργημάτων στην Αίγυπτο μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά προηγούμενες αποφάσεις.
Τον Αύγουστο, το Εφετείο Κακουργημάτων στη Μανσούρα ακύρωσε θανατική καταδίκη σε άσχετη υπόθεση ανθρωποκτονίας και αντί γι’ αυτό επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 ετών. Το δικαστήριο εξέτασε μάρτυρες και μελέτησε τα δικογραφικά έγγραφα πριν αλλάξει την ποινή.
Τα εφετεία έχουν επίσης μειώσει σημαντικά ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών. Τον Μάρτιο, το Εφετείο Κακουργημάτων στο Κάιρο μείωσε ισόβια κάθειρξη σε επταετή ποινή για κατηγορούμενο που είχε καταδικαστεί για διακίνηση του ναρκωτικού που είναι ευρύτερα γνωστό ως «ice».
Η υπεράσπιση είχε αμφισβητήσει ζητήματα όπως η νομιμότητα της σύλληψης και της έρευνας, καθώς και μια φερόμενη ομολογία.
Στην πολύκροτη υπόθεση του Καρίμ Σαλίμ, γνωστού στα αιγυπτιακά μέσα ως «Σειριακός δολοφόνος της Πέμπτης Συνοικίας», το Εφετείο Κακουργημάτων επικύρωσε τη θανατική ποινή του και το Ακυρωτικό στη συνέχεια απέρριψε την προσφυγή του, καθιστώντας την απόφαση τελεσίδικη.
Οι υποθέσεις αυτές δεν δείχνουν πώς θα κριθεί η έφεση της Χαλίφα, καταδεικνύουν όμως ότι η πρώτη έφεση μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά μια απόφαση.
Αν το Ακυρωτικό τελικά επικυρώσει μια θανατική καταδίκη ή απορρίψει την τελευταία προσφυγή εναντίον της, η ποινή καθίσταται τελεσίδικη.
Ακολουθούν στη συνέχεια χωριστές διαδικασίες πριν η ποινή μπορέσει να εκτελεστεί, μεταξύ των οποίων η διαβίβαση της υπόθεσης, μέσω του υπουργού Δικαιοσύνης, στον πρόεδρο, ο οποίος μπορεί να απονείμει χάρη στον καταδικασθέντα ή να μειώσει την ποινή.
Τι έχει αλλάξει μετά την απόφαση;
Η Χαλίφα δεν έχει κάνει νέες δημόσιες δηλώσεις μετά την απόφαση. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ωστόσο, αρνήθηκε επανειλημμένα οποιαδήποτε εμπλοκή με τα ναρκωτικά και επέμεινε ότι είναι αθώα.
Άλλος δικηγόρος της ομάδας υπεράσπισης, ο Μοχάμεντ Χαμούντα, έχει ζητήσει η διαδικασία της έφεσης να τύχει ευρύτερης δημοσιογραφικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων της υπεράσπισης και των καταθέσεων μαρτύρων.
Ξεχωριστά δικαστικά έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα αυτή την εβδομάδα προσφέρουν νέες λεπτομέρειες για υπόθεση επίθεσης, στην οποία η Χαλίφα καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση.
Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης ο Φάθι ελ-Αμπιάντ, άλλος κατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση ναρκωτικών, τον οποίο οι εισαγγελείς περιέγραψαν ως έναν από τους φερόμενους ιδρυτές του δικτύου. Ήταν επίσης μεταξύ όσων καταδικάστηκαν σε θάνατο μαζί με τη Χαλίφα.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο οδηγός είχε ενημερώσει τον αδελφό του, ο οποίος εργαζόταν στο υπουργείο Εσωτερικών της Αιγύπτου, για το πού μπορούσε να εντοπιστεί ο ελ-Αμπιάντ.
Το δικαστήριο ανέφερε ότι η Χαλίφα πληροφορήθηκε το γεγονός και στη συνέχεια παρέσυρε τον οδηγό στο διαμέρισμά της στην περιοχή Αγκόυζα του Καΐρου. Δύο άλλοι κατηγορούμενοι έφτασαν αργότερα και τον ξυλοκόπησαν, τον γδύσαν και τον βιντεοσκόπησαν, ενώ ο ελ-Αμπιάντ παρέμενε σε επικοινωνία τηλεφωνικά.
Το υλικό εντοπίστηκε όταν οι ανακριτές εξέτασαν το κινητό τηλέφωνο της Χαλίφα στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση ναρκωτικών.