Η Δικαστική Αστυνομία της Πορτογαλίας με αυτήν την επιτυχία της έφτασε τους 28 τόνους τα ναρκωτικά που έχουν κατασχεθεί μέχρι στιγμής φέτος, ποσότητα μεγαλύτερη από το σύνολο του 2025 - Ερωτηματικά ωστόσο προκαλεί ο θάνατος ενός από τους συλληφθέντες
Οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που κατέπλευσε τα ξημερώματα της Τρίτης στο λιμάνι του Σίνες οδήγησαν στην κατάσχεση πέντε τόνων κοκαΐνης που βρίσκονταν στο πλοίο, αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Δικαστική Αστυνομία (Polícia Judiciária - PJ).
Με αυτή την κατάσχεση, οι εθνικές αρχές ανεβάζουν σε περίπου 28 τόνους τη συνολική ποσότητα κοκαΐνης που έχει δεσμευθεί από την αρχή του έτους, ξεπερνώντας τον όγκο που καταγράφηκε σε ολόκληρο το 2025, σύμφωνα με τον Ζοάο Ολιβέιρα, διευθυντή της Εθνικής Μονάδας Καταπολέμησης Διακίνησης Ναρκωτικών της PJ, τον οποίο επικαλείται το πρακτορείο Lusa.
Οι ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στο λιμάνι του Σίνες, όπως επιβεβαίωσε στο Euronews επίσημη πηγή της αρχής, εντάσσονται στην «Επιχείρηση SkyDrop», η οποία προχώρησε επίσης «στην εξάρθρωση εγκληματικής ομάδας που είχε ως αντικείμενο την εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών στην ευρωπαϊκή ήπειρο» μέσω της συγκεκριμένης π΄τυλης εισόδου, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση.
Το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, «που προερχόταν από χώρα της Λατινικής Αμερικής, εντοπίστηκε και ακινητοποιήθηκε» από τις αρχές «περίπου 640 ναυτικά μίλια από τη Λισαβόνα, δηλαδή 1.185 χιλιόμετρα». Η Δικαστική Αστυνομία κάνει λόγο για επιχείρηση που έγινε υπό«εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες». Πρόκειται για αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε «σε στενό συντονισμό και συνεργασία με το Πορτογαλικό Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία», διευκρινίζει η PJ.
Στο εσωτερικό του πλοίου, πέρα από τους πέντε τόνους ναρκωτικών, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στη συνέχεια «διάφορα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στη ναυσιπλοΐα, στη ρίψη των ναρκωτικών στη θάλασσα και στη μεταφορά της κοκαΐνης».
Στο πλοίο βρίσκονταν επίσης «δύο αλλοδαποί υπήκοοι, σε παράνομη και αδήλωτη κατάσταση», οι οποίοι συνελήφθησαν στη συνέχεια από τις αστυνομικές δυνάμεις, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση. Αργότερα, και στο πλαίσιο των «ανακριτικών ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν» κατά τη διάρκεια της Τρίτης, «εντοπίστηκε και συνελήφθη ακόμη ένα μέλος του πληρώματος, επίσης αλλοδαπός, για τον οποίο υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι συμμετείχε στο εγκληματικό κύκλωμα».
Σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη, στην έδρα της PJ, ο Ζοάο Ολιβέιρα, διευθυντής της Εθνικής Μονάδας Καταπολέμησης Διακίνησης Ναρκωτικών της αρχής, πρόσθεσε ότι οι τρεις συλληφθέντες είναι ιταλικής, κολομβιανής και ινδικής υπηκοότητας, ενώ «το τρίτο αυτό πρόσωπο ήταν μέλος του πληρώματος του πλοίου». Ωστόσο, όπως έγινε γνωστό, ένας από τους τρεις βρέθηκε νεκρός στο κελί όπου κρατούνταν, με τα πορτογαλικά μέσα ενημέρωσης να κάνουν λόγο για αυτοκτονία.
Στη συνέχεια, το πλοίο συνοδεύτηκε «από το Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το λιμάνι του Σίνες, όπου κατέπλευσε» τα ξημερώματα της Τρίτης, αναφέρει η ανακοίνωση της PJ.
«Ιδιαίτερη επιτυχία»
Στην ίδια συνέντευξη Τύπου της Τετάρτης, που μεταδόθηκε από τα δίκτυα RTP και CMTV, ο διευθυντής της Εθνικής Μονάδας Καταπολέμησης Διακίνησης Ναρκωτικών της PJ εξήρε «την εξαιρετικά στενή συνεργασία και τον συντονισμό» μεταξύ της Polícia Judiciária, της Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού, που οδήγησε στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης σε «λειτουργικά αποτελέσματα ιδιαίτερης σημασίας» μέσα σε «λίγες ημέρες».
Κατά τον Ζοάο Ολιβέιρα, «ο υψηλός επαγγελματισμός και η αφοσίωση όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών», σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες «συνέργειες στην εργασία», κατέστησαν δυνατή την αστυνομική επέμβαση, «παρά τις πολύ αντίξοες επιχειρησιακές συνθήκες», με «πολύ θετικά αποτελέσματα» και με «ασφάλεια».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της PJ, η επιχείρηση ήταν αποτέλεσμα έρευνας που ξεκίνησε τον Αύγουστο και αναπτύχθηκε «στο πλαίσιο της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας και σε στενή συνεργασία και συντονισμό με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου (National Crime Agency) και της Ισπανίας (Policía Nacional)». Πραγματοποιήθηκε «στο πλαίσιο του MAOC-N (Maritime Analysis and Operations Centre – Drugs)», μιας πρωτοβουλίας οκτώ κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, που συγχρηματοδοτείται από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.