Loader
Διαφήμιση

Η ώρα της κρίσης για την Ισλανδία: τι σημαίνει το δημοψήφισμα για την ΕΕ

Κριστρούν Φροσταδότιρ, πρωθυπουργός της Ισλανδίας, και Αντόνιο Κόστα, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Κριστρούν Φροστατρίρ, πρωθυπουργός της Ισλανδίας, και Αντόνιου Κόστα, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πνευματικά Δικαιώματα  FRANCOIS LENOIR/EUROPEAN UNION
Πνευματικά Δικαιώματα FRANCOIS LENOIR/EUROPEAN UNION
Από Mared Gwyn Jones & Luca Bertuzzi & Ioannis Giagkinis
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button
Αντιγραφή/Επικόλληση το λινκ του βίντεο πιο κάτω: Copy to clipboard Σύνδεσμος αντιγράφηκε!

Το Σάββατο διεξάγεται η ψηφοφορία για την επανέναρξη συνομιλιών ένταξης στην ΕΕ - Η αλιεία το σημαντικότερο σημείο τριβής - Σε δοκιμασία η διεύρυνση - Τί δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Οι Ισλανδοί καλούνται το Σάββατο να ψηφίσουν για το αν θα επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή θα βάλουν στο ράφι την προοπτική πλήρους συμμετοχής για το ορατό μέλλον.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Η ψηφοφορία της 29ης Αυγούστου έχει παρουσιαστεί από την ισλανδική κυβέρνηση ως ευκαιρία «τώρα ή ποτέ» είτε για να αγκαλιάσει η χώρα την προοπτική ένταξης στην ΕΕ, είτε για να διατηρήσει το σημερινό καθεστώς της στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, μια θέση που εξασφαλίζει στο Ρέικιαβικ πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, αλλά όχι θέση στο τραπέζι των Βρυξελλών.

Καθοριστικής σημασίας είναι ότι το δημοψήφισμα θα κρίνει μόνο αν η Ισλανδία θα ξαναρχίσει τις συνομιλίες με τις Βρυξέλλες. Οποιαδήποτε απόφαση για επίσημη ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να απαιτήσει δεύτερο δημοψήφισμα, ενδεχομένως ήδη από το 2028.

«Είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η ψηφοφορία αφορά την εξασφάλιση εντολής για διαπραγμάτευση», δήλωσε η πρωθυπουργός Κρίστρουν Φροσταδιρ στο εθνικό κοινοβούλιο τον Μάιο. «Δεν πιστεύω ότι πρέπει να κολλήσουμε στη ρητορική. Θα καταλήξουμε σε μια καλή συμφωνία. Ο λαός θα έχει την πρώτη κουβέντα σε αυτό και θα έχει και την τελευταία».

Το Euronews εξηγεί τι σημαίνει κάθε πιθανό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Σαββάτου.

Γιατί τώρα;

Η σχέση της Ισλανδίας με την ΕΕ κάθε άλλο παρά γραμμική ήταν. Το νησιωτικό κράτος υπέβαλε αίτηση ένταξης στην Ένωση το 2009, μετά από μια βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση. Οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης τελικά ανεστάλησαν όταν μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση συνασπισμού ανέλαβε την εξουσία το 2013.

Μέχρι τότε, η οικονομία της Ισλανδίας είχε ανακάμψει δυναμικά, αφαιρώντας έναν από τους βασικούς λόγους υπέρ της ένταξης, ενώ η δημόσια υποστήριξη για την ιδέα είχε ξεθωριάσει καθώς οι διαπραγματεύσεις σκόνταφταν στο ευαίσθητο ζήτημα της αλιείας.

Ως αποτέλεσμα, το 2015 η ισλανδική κυβέρνηση ενημέρωσε τις Βρυξέλλες ότι δεν είχε πρόθεση να επαναλάβει τις συνομιλίες προσχώρησης και ότι η Ισλανδία δεν έπρεπε πλέον να θεωρείται υποψήφια χώρα.

Η αναστροφή ήρθε το 2024, όταν ανέλαβε καθήκοντα μια κυβέρνηση συνασπισμού υπέρ της ΕΕ. Η συμφωνία συγκυβέρνησης περιλάμβανε δέσμευση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, έως το 2027, σχετικά με το αν θα επαναληφθούν οι συνομιλίες προσχώρησης.

Έκτοτε, σημαντικές γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αναδιαμορφώσει τη διεθνή σκηνή, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί να θέσει υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ τη Γροιλανδία, μπερδεύοντάς την κατά καιρούς με την Ισλανδία. Την ίδια στιγμή η Αρκτική εξελίσσεται σε επίκεντρο σπάνιων γαιών και νέων εμπορικών διαδρομών.

Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, η υπουργός Εξωτερικών Ποργκερουρ Κατρίν Γκουναρσντοτιρ έγραψε ότι «το διεθνές σύστημα με το οποίο ζούμε από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κλονίζεται», προσθέτοντας ότι η βαθύτερη συνεργασία με την ΕΕ αποτελεί «κρίσιμο παράγοντα» για τη θωράκιση των συμφερόντων της Ισλανδίας.

Ωστόσο, η απόφαση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ελήφθη πριν από αυτές τις μετατοπίσεις στη διεθνή πολιτική, και οι προβληματισμοί γύρω από τις αμυντικές συμμαχίες και την ασφάλεια της Ισλανδίας δεν έχουν ακόμη ενταχθεί σε μια εκστρατεία που παραμένει σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη σε οικονομικά ζητήματα.

Πώς εξελίσσεται η εκστρατεία για το δημοψήφισμα;

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αναμέτρηση θα κριθεί στο νήμα.

Δημοσκόπηση της Maskína τον Ιούλιο κατέγραψε την υποστήριξη στο «Ναι» στο 53% και στο «Όχι» στο 47%, υποδηλώνοντας ότι η συμμετοχή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το αποτέλεσμα.

Μια άλλη δημοσκόπηση της Gallup, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, έδειξε ότι το 46% των ψηφοφόρων στηρίζει το «Ναι», το 46% το «Όχι» και το 8% παραμένει αναποφάσιστο.

Παρότι η ψηφοφορία έχει παρουσιαστεί ως κρίσιμη με φόντο τη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική σκηνή, ζητήματα της καθημερινότητας όπως η γεωργία και η αλιεία έχουν αναδειχθεί σε βασικές ανησυχίες των ψηφοφόρων.

Η αλιεία έχει εξελιχθεί σε κεντρικό και ευαίσθητο στοιχείο της συζήτησης, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους – τα ψάρια και τα θαλάσσια προϊόντα αντιστοιχούν σε περίπου 40% των εξαγωγών της Ισλανδίας – αλλά και επειδή ο έλεγχος των χωρικών υδάτων της χώρας συνδέεται βαθιά με την εθνική κυριαρχία και ταυτότητα.

Το βασικό αγκάθι σε οποιεσδήποτε μελλοντικές διαπραγματεύσεις θα είναι πιθανότατα η σχέση της Ισλανδίας με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική (CFP) της ΕΕ, η οποία καθορίζει τα όρια αλιευμάτων και τις ποσοστώσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Η κύρια ομοσπονδία της αλιευτικής βιομηχανίας της Ισλανδίας, SFS, έχει προειδοποιήσει ότι η ένταξη στην ΕΕ θα άφηνε τη χώρα χωρίς «τη δυνατότητα να ενεργεί ως ανεξάρτητο παράκτιο κράτος».

Κυβερνητικά στελέχη της Ισλανδίας αναγνωρίζουν ότι τα κεφάλαια που αφορούν τη γεωργία και την αλιεία είναι πιθανό να αποδειχθούν τα πιο δύσκολα να κλείσουν. Η διαδικασία προσχώρησης ανεστάλη το 2013, πριν υιοθετηθεί επίσημη διαπραγματευτική θέση για την αλιεία.

Έκθεση της ισλανδικής κυβέρνησης για το θέμα επισημαίνει «ζητήματα όπως η τυπική αρμοδιότητα επί των θαλάσσιων πόρων, οι περιορισμοί στις επενδύσεις και η εκπροσώπηση σε διεθνές επίπεδο».

Η διαμάχη ήταν ιδιαίτερα έντονη γύρω από το σκουμπρί, τους λεγόμενους «πολέμους του σκουμπριού», καθώς η Ισλανδία είχε υιοθετήσει μονομερή θέση ως προς τις ποσοστώσεις για το σκουμπρί, την οποία η ΕΕ θεωρούσε υπερβολική, ενώ η Ισλανδία αντιτασσόταν στις ρυθμίσεις που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της ΕΕ, της Νορβηγίας και των Νήσων Φερόε.

Τι συμβαίνει αν επικρατήσει το «Ναι»;

Καθοριστικό είναι ότι μια ψήφος υπέρ του «Ναι» δεν θα σήμαινε ότι η Ισλανδία εντάσσεται αυτομάτως στην Ένωση· θα άνοιγε τον δρόμο για εντατικές διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους το σκανδιναβικό κράτος θα γινόταν νέο μέλος.

Στην πράξη, αυτό θα απαιτούσε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συστήσει μια ειδική ομάδα εργασίας, παρόμοια με εκείνη που έχει ήδη συσταθεί για την τρέχουσα πρωτοπόρο στις συνομιλίες ένταξης, το Μαυροβούνιο, ασκώντας πρόσθετη πίεση σε έναν μηχανισμό διεύρυνσης που είναι ήδη επιβαρυμένος.

«Αν οι Ισλανδοί επιλέξουν να επιδιώξουν την ένταξη στην ΕΕ, η Ισλανδία θα είναι σίγουρα στην πρώτη γραμμή αυτής της διαδικασίας», δήλωσε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας, σχολιάζοντας το δημοψήφισμα.

Η Ισλανδία έχει ήδη κλείσει 11 από τα 33 κεφάλαια που απαρτίζουν τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης, με τις Βρυξέλλες να εκτιμούν ότι η διαδικασία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα ή δύο χρόνια, καθώς η χώρα είναι ήδη βαθιά ενταγμένη στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά.

Παρόλα αυτά, το βασικό αγκάθι – η αλιεία – αναμένεται να παραμείνει.

«Οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης αντικατοπτρίζουν πάντα τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υποψήφιας χώρας», έγραψε η επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ, Μάρτα Κος, στην πλατφόρμα Bluesky, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι Βρυξέλλες ίσως είναι ανοικτές σε αναζήτηση κοινού τόπου στο ευαίσθητο αυτό ζήτημα.

Το Ρέικιαβικ είναι πολύ πιθανό να επιδιώξει ειδικές ρυθμίσεις ή εξαιρέσεις από την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, κάτι που οι Βρυξέλλες ίσως αναγκαστούν να εξετάσουν στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο αυτό θα μπορούσε να ανοίξει και τον ασκό του Αιόλου, καθώς οι οργανώσεις αλιείας στην Ιρλανδία ζητούν ήδη τις ίδιες εξαιρέσεις για τον κλάδο τους με όσες τυχόν δοθούν στην Ισλανδία στο πλαίσιο μελλοντικών συνομιλιών προσχώρησης.

Η Επιτροπή έχει θέσει τη διεύρυνση στην κορυφή των πολιτικών προτεραιοτήτων της. Μια επίσημη απόφαση της Ισλανδίας να επαναλάβει τις συνομιλίες προσχώρησης θα έδινε στο κεκτημένο της διεύρυνσης την πολυπόθητη δυναμική, προσθέτοντας γεωγραφική και οικονομική ισορροπία στη λίστα των υποψήφιων μελών – και πιθανώς καθιστώντας ευκολότερη την κύρωση της διεύρυνσης για τα πιο σκεπτικιστικά κράτη μέλη.

Τι συμβαίνει αν επικρατήσει το «Όχι»;

Μια ψήφος «Όχι» θα αποτελούσε πλήγμα για την προσπάθεια διεύρυνσης της ΕΕ, η οποία έχει αποκτήσει δυναμική τα τελευταία τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ασταθή εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, που ανέδειξε τις Βρυξέλλες σε άγκυρα σταθερότητας.

Οι αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν περιορίσει τις δημόσιες τοποθετήσεις για το δημοψήφισμα, ώστε να μην δώσουν την εντύπωση ότι παρεμβαίνουν στις υποθέσεις του Ρέικιαβικ. Ωστόσο, ιδιωτικά, αναγνωρίζουν ότι ένα πράσινο φως για την έναρξη διαπραγματεύσεων θα αποτελούσε σημαντική ώθηση στην πολιτική διεύρυνσης.

Ένα αποτέλεσμα «Όχι» θα υποδήλωνε επίσης ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΕ παραμένει ανεπαρκώς ελκυστική για πλουσιότερα, βόρεια κράτη, ειδικά σε μια συγκυρία όπου μια συμμαχία σκανδιναβικών χωρών επιχειρεί να μειώσει τον προϋπολογισμό των Βρυξελλών στο πλαίσιο σκληρών διαπραγματεύσεων.

Σε αντίθεση με την Ισλανδία, οι άλλες υποψήφιες χώρες της ΕΕ είναι φτωχότερες από τα υφιστάμενα κράτη μέλη, με αισθητά χαμηλότερα επίπεδα ΑΕΠ ανά κάτοικο.

Η ίδια η Ισλανδία έχει επίσης παρουσιάσει την ψηφοφορία ως μια κομβική απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι ένα «Όχι» θα σιγήσει τη συζήτηση γύρω από τη μελλοντική ένταξη της χώρας στην ΕΕ για χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες, καθώς η πρωθυπουργός Φροσταδιρ και τα κυβερνώντα φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα υποστούν βαριά ήττα, ενώ οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις θα ενισχυθούν.

Ένα αρνητικό αποτέλεσμα θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνο, καθώς οι ψηφοφόροι δεν θα απέρριπταν την ίδια την ένταξη στην ΕΕ, αλλά ακόμη και την προοπτική να μάθουν πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια συμφωνία ένταξης.

Για τις Βρυξέλλες, αυτό θα σήμαινε σοβαρή υποχώρηση της δυναμικής της διεύρυνσης και θα έκλεινε παράλληλα μια στρατηγική ευκαιρία για την ενίσχυση της παρουσίας της ΕΕ στον Βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική για γενιές.

Ένα «Όχι» θα άνοιγε επίσης νέα ερωτήματα σχετικά με το πώς το Ρέικιαβικ μπορεί να αξιοποιήσει τα υφιστάμενα πλαίσια συνεργασίας ώστε να εμβαθύνει τους δεσμούς του με την ΕΕ σε ζητήματα όπως η ασφάλεια και η άμυνα, σε ένα μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Διεύρυνση ΕΕ: Η ώρα της αλήθειας για τις Βρυξέλλες

Γαλλία: Κάλεσμα στην Ισλανδία να ξεκινήσει και πάλι συνομιλίες ένταξης στην ΕΕ

Σουηδία: Μέτρα για αποτροπή επιθέσεων σε σχολεία μετά την τραγωδία στη Φάγκεστα