Στο άρθρο του, ο Νίκος Αναστασιάδης απαριθμεί μία σειρά από υποθέσεις και αναφορές του βιβλίου, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, δεν επιβεβαιώθηκαν από την έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής.
Ο πρώην πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Αναστασιάδης, σε άρθρο που απέστειλε στα μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζει ότι η κρίση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς επηρεάστηκε από το κλίμα που είχε διαμορφωθεί δημόσια και από τη λογική των λεγόμενων λαϊκών δικαστηρίων. Παράλληλα, στρέφεται εναντίον του Μακάριου Δρουσιώτη και όσων αποκαλεί «οπαδούς του μηδενισμού», κατηγορώντας τους για παραποίηση της πραγματικότητας.
Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας εστιάζει στο γεγονός ότι η Αρχή απέρριψε, σύμφωνα με τον ίδιο, το σύνολο των ισχυρισμών που αφορούσαν διαφθορά μέσω αθέμιτου πλουτισμού, οικειοποίησης χρημάτων ή περιουσιακών στοιχείων, καθώς και ενέργειες που φέρονταν να είχαν προκαλέσει ζημιά στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «ύστερα από δύο και μισό χρόνια ερευνών, με κόστος 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, με την ακρόαση 150 μαρτύρων, με κατάθεση τεκμηρίων από 41 νομικά και κυβερνητικά τμήματα, ο συνολικός αριθμός των οποίων ανέρχεται στα 793, οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί του συγγραφέα που περιέχονται στο βιβλίο “Κράτος Μαφία” και αφορούν τη δήθεν κάρπωση του οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους και/ή την όποια ιδιοτελή πράξη είτε προς όφελος του κ. Αναστασιάδη είτε εις βάρος του δημοσίου από τον τέως Πρόεδρο καταρρέουν και απορρίπτονται από την Αρχή, ως ανυπόστατοι και νομικά αστήρικτοι».
«Τα σημεία που καταρρίφθηκαν»
Στο άρθρο του, ο Νίκος Αναστασιάδης απαριθμεί μία σειρά από υποθέσεις και αναφορές του βιβλίου, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, δεν επιβεβαιώθηκαν από την έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το κεφάλαιο που αφορά τον «νόμο Ριμπολόβλεφ», το υποκεφάλαιο περί «ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης», η υπόθεση της σύλληψης της Ριμπολόβλεβα, καθώς και το υποκεφάλαιο «Ο ολιγάρχης ζητά εξηγήσεις». Αναφέρεται επίσης στο «σχέδιο φαγώματος του Κώστα Κληρίδη», στην αγορά οικοπέδου από την Αρχιεπισκοπή από τη σύζυγο του τέως Προέδρου, αλλά και στις καταγγελίες για οικειοποίηση εισφοράς της Focus.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσει ζητήματα που συνδέονται με πολιτογραφήσεις και ταξίδια, τον διορισμό του Βλαντιμίρ Στραλκόφσκι στην Τράπεζα Κύπρου, καταγγελίες για υφαρπαγή μεγάλης έκτασης τουρκοκυπριακής περιουσίας και τον ισχυρισμό ότι επιχειρήθηκε εξαγορά της Τράπεζας Κύπρου μέσω Στραλκόφσκι ώστε να καταστεί ελεγχόμενη από τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ο τέως Πρόεδρος κάνει ακόμη αναφορά στους ισχυρισμούς ότι η πρώτη συμφωνία του Eurogroup απορρίφθηκε έπειτα από οδηγίες του Πούτιν και ότι υπήρξε προσπάθεια ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου με στόχο την προστασία Ρώσων καταθετών.
Κριτική προς την Αρχή κατά της Διαφθοράς
Παρά την απόρριψη σειράς καταγγελιών, ο Νίκος Αναστασιάδης ασκεί έντονη κριτική τόσο στους λειτουργούς επιθεώρησης όσο και στα μέλη της Αρχής για ορισμένα από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν.
Χαρακτηρίζει «λυπηρό, ατυχές, αν όχι απαράδεκτο, το γεγονός ότι οι λειτουργοί επιθεώρησης αλλά και τα πέντε μέλη της Αρχής Κατά της Διαφθοράς, υποκύπτοντας στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιούργησαν τα λαϊκά δικαστήρια και οι μηδενιστές, προχώρησαν σε ευρήματα που αποδίδουν στον τέως Πρόεδρο την πιθανή διάπραξη αδικημάτων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων».
Ο ίδιος εκφράζει παράλληλα απογοήτευση για το περιεχόμενο και τη διατύπωση της ανακοίνωσης της Αρχής, θεωρώντας ότι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του ως προς την πληρότητα και την τεκμηρίωση των συμπερασμάτων.
Όπως σημειώνει, «αντί να είναι προϊόν ενδελεχούς μελέτης τα ευρήματα των λειτουργών επιθεώρησης και να αποτελεί πόρισμα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς, η ανακοίνωση περιορίζεται σε παραπομπές στα ευρήματα των λειτουργών, που […] είναι προϊόν ασυγγνώστου αμέλειας».
Σύμφωνα με τον τέως Πρόεδρο, οι λειτουργοί επιθεώρησης υπέπεσαν επίσης σε σοβαρά λάθη, τα οποία, όπως υποστηρίζει, οδήγησαν σε εσφαλμένες εκτιμήσεις αναφορικά με το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων.
Η κριτική του επεκτείνεται και στον τρόπο παρουσίασης των ισχυρισμών του συγγραφέα. Ο Νίκος Αναστασιάδης θεωρεί ότι η Αρχή θα έπρεπε να είχε προσδιορίσει ρητά, ανά κεφάλαιο, ποιοι ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό και, ως εκ τούτου, να τους χαρακτηρίσει «είτε προϊόν μυθοπλασίας ή συκοφαντικές αναφορές».
Επιπλέον, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να είχε γίνει αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μακάριου Δρουσιώτη. Θέτει ακόμη ζήτημα για το γεγονός ότι δεν διερευνήθηκε κατά πόσο ο συγγραφέας ενδέχεται να είχε διαπράξει αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 22 του Περί Σύστασης της Αρχής Κατά της Διαφθοράς Νόμου.
Ο τέως Πρόεδρος αμφισβητεί, παράλληλα, τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι επτά εισηγήσεις των λειτουργών επιθεώρησης που αφορούν πιθανή διάπραξη αδικημάτων από τον ίδιο.
Όπως επισημαίνει, «οι επτά εισηγήσεις των Λειτουργών Επιθεώρησης για πιθανή διάπραξη αδικημάτων εκ μέρους του τέως Προέδρου, που βασίζονται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οφείλονται είτε σε εσφαλμένη χρονικά σύζευξη γεγονότων, είτε σε νομικά αβάσιμα συμπεράσματα, είτε και στην αμφιβόλου αξιόπιστη μαρτυρία του συγγραφέα».
Επαναφέρει επίσης την ένστασή του για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι Λειτουργοί Επιθεώρησης «παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του τέως Προέδρου ή να του δώσουν το δικαίωμα να ακουστεί για όλα όσα τους οδήγησαν στα συμπεράσματα και στις επτά εισηγήσεις για πιθανή διάπραξη αδικημάτων».
Παρά τις επικρίσεις του, ο Νίκος Αναστασιάδης διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί πως υπήρξε «κακή πίστη» ούτε από τους λειτουργούς επιθεώρησης ούτε από τον πρόεδρο και τα μέλη της Αρχής.
Καταλήγοντας, σημειώνει: «Αυτό που τους καταλογίζω είναι την έλλειψη ισχυρής βούλησης να αντισταθούν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι λαϊκοί δικαστές, οι μυθοπλάστες και οι δολοφόνοι χαρακτήρων».