Η ναυτική επανεξοπλιστική κούρσα στην Ευρώπη εντείνεται: ποιες χώρες οδηγούν την άμυνα στη θάλασσα και γιατί ο χάρτης μπορεί να παραπλανά
Οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις επενδύουν μαζικά στη θάλασσα. Οι αμυντικές δαπάνες της ΕΕ αυξήθηκαν στα 418 δισ. ευρώ το 2025, κατά 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,4% του ΑΕΠ. Η θαλάσσια άμυνα είναι ένας από τους κλάδους που αναπτύσσονται ταχύτερα. Η παραγωγή ναυτικών μέσων και εξοπλισμού σε ολόκληρη την Ένωση έχει φτάσει τα 117,8 δισ. ευρώ από το 2016, με την ετήσια παραγωγή να αγγίζει τα 13,7 δισ. ευρώ μόνο για το 2025.
Ποιοι χτίζουν τα ευρωπαϊκά ναυτικά
Στα χαρτιά, τέσσερις χώρες κυριαρχούν σε αυτή την παραγωγή. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία αντιπροσωπεύουν το 87% της βιομηχανικής βάσης θαλάσσιας άμυνας της ΕΕ και κατέλαβαν το 82% της συνολικής αξίας παραγωγής πέρυσι. Μόνο η Γαλλία παρήγαγε το 37% των μέσων θαλάσσιας άμυνας της Ένωσης το 2025, με τη Γερμανία και την Ιταλία να ακολουθούν με 19% η καθεμία και την Ισπανία με 8%. Συνολικά, οι τέσσερις αυτές χώρες αντιστοιχούν και στο 60% των συνολικών αμυντικών δαπανών της ΕΕ.
Για τον Κριστόφ Τιτγκά, γενικό γραμματέα της SEA Europe, της ένωσης ναυπηγείων και θαλάσσιου εξοπλισμού, αυτό το μοτίβο δεν είναι τυχαίο: «η συγκέντρωση είναι πραγματική και δομική, όχι συμπτωματική», αντανακλώντας δεκαετίες ναυπηγικής ιστορίας και γεωγραφίας συγκεντρωμένες σε λίγα κράτη. Τα υποβρύχια αποτελούν επίσης τομέα ανάπτυξης, αντιστοιχούν πλέον στο 27% της παραγωγής θαλάσσιας άμυνας της ΕΕ, ενώ οι ίδιες τέσσερις χώρες παράγουν το 93% των ναυτικών εξαγωγών της Ένωσης.
Μια στρεβλή εικόνα;
Ωστόσο, η βιομηχανική παραγωγή δεν ταυτίζεται με τη στρατιωτική δέσμευση, σύμφωνα με τον Κρις Κρεμίδας-Κόρτνι, ανώτερο σύμβουλο στο European Policy Centre, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αφήγηση των τεσσάρων χωρών παραβλέπει ορισμένα από τα πιο εκτεθειμένα ναυτικά της Ευρώπης. «Η βιομηχανική συγκέντρωση δεν ισοδυναμεί με δέσμευση στη θαλάσσια άμυνα», σημειώνει, κατονομάζοντας την Ελλάδα και τη Σουηδία ως «κραυγαλέες παραλείψεις».
Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους συμβατικούς στόλους υποβρυχίων στην Ευρώπη και διατηρεί απαιτητική επιχειρησιακή παρουσία σε όλο το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα. Το μικρότερο ναυτικό της Σουηδίας είναι σχεδιασμένο ειδικά για τη Βαλτική και στηρίζεται σε μια ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Η πραγματική δοκιμασία, όπως λέει ο Κρεμίδας-Κόρτνι, είναι η ολοκλήρωση και όχι το μέγεθος. «Η Ευρώπη δεν χρειάζεται όλοι να αναπτύξουν στόλο αντίστοιχο της Ιταλίας ή της Γαλλίας, αλλά χρειάζεται αξιόπιστες κατανεμημένες δυνάμεις, συνδεδεμένες μέσω διαλειτουργικών συστημάτων και κοινής θαλάσσιας εικόνας», υποστηρίζει, τονίζοντας ότι αυτή η προσέγγιση πρέπει να επεκταθεί πέρα από την Ένωση ώστε να περιλάβει το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία.
Αν το κριτήριο είναι το ποσοστό του ΑΕΠ και όχι η ακαθάριστη παραγωγή, ο χάρτης μετατοπίζεται προς ανατολάς. Η Πολωνία δαπανά το υψηλότερο ποσοστό ΑΕΠ για την άμυνα από κάθε άλλο κράτος μέλος, 4,48% του ΑΕΠ, μπροστά από τη Λιθουανία (4,00%), τη Λετονία (3,73%) και την Εσθονία (3,38%), όλα κράτη πρώτης γραμμής που συνορεύουν με τη Ρωσία ή τον σύμμαχό της, τη Λευκορωσία. Η Γερμανία έχει υπερδιπλασιάσει το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει στην άμυνα από το 2021, από 1,27% σε 2,14%, και στοχεύει να φτάσει τα 162 δισ. ευρώ σε ετήσιες αμυντικές δαπάνες μέχρι το 2029.
Ο Τιτγκά υποστηρίζει ότι ούτε οι βιομηχανικοί γίγαντες ούτε τα κράτη πρώτης γραμμής μπορούν να σηκώσουν μόνα τους το βάρος της θαλάσσιας ασφάλειας της ΕΕ: «μόνο τέσσερις χώρες της ΕΕ δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια ευρείας βάσης θαλάσσια ασφάλεια, γιατί η στρατηγική συλλογικής ασφάλειας απαιτεί διαλειτουργικές δυνατότητες, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και ουσιαστική κατανομή βαρών σε ολόκληρη την Ένωση».
Τι οδηγεί σε αυτές τις δαπάνες
Πίσω από όλες αυτές τις δαπάνες βρίσκεται ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και οι θαλάσσιες απειλές που ακολούθησαν. Ένας «σκιώδης στόλος» δεξαμενόπλοιων που τελούν υπό κυρώσεις και φέρονται να χρησιμοποιούνται για επιτήρηση και δολιοφθορά έχει θέσει την ΕΕ σε επιφυλακή. Μια σειρά περιστατικών διακοπής υποθαλάσσιων καλωδίων στη Βαλτική Θάλασσα, ανάμεσά τους τα BCS East-West Interlink, C-Lion1 και Estlink 2 στα τέλη του 2024, ώθησαν τις Βρυξέλλες να υιοθετήσουν ένα Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια Καλωδίων το 2025, παράλληλα με τη ναυτική αποστολή περιπολιών «Baltic Sentry» του ΝΑΤΟ.
Η ΕΕ αναθεώρησε τη Στρατηγική Θαλάσσιας Ασφάλειας το 2023. Η προηγούμενη στρατηγική είχε διαμορφωθεί με έμφαση στην «πειρατεία, την παράνομη αλιεία, τις μεταναστευτικές ροές»· η επικαιροποιημένη εκδοχή στοχεύει στην αντιμετώπιση κρατικά υποστηριζόμενων απειλών, εξηγεί ο Τιτγκά. Προειδοποιεί επίσης ότι η τρέχουσα στρατηγική παραμένει άτονη: «τα εργαλεία έχουν πολλαπλασιαστεί, αλλά λείπουν ακόμη η χρηματοδότηση και η αρχιτεκτονική διακυβέρνησης που θα μετέτρεπαν τη στρατηγική σε απτά αποτελέσματα».
Πώς συμβάλλει η ΕΕ στη χρηματοδότηση;
Ένα πακέτο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για υποθαλάσσιες υποδομές, που ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, προβλέπει 347 εκατ. ευρώ, παράλληλα με μια ξεχωριστή πρωτοβουλία 92 εκατ. ευρώ για την παρακολούθηση των ωκεανών που ξεκίνησε στα μέσα του 2026. Ο Τιτγκά χαρακτηρίζει και τα δύο «πρώτο βήμα», αλλά σημειώνει ότι τα ποσά είναι «πολύ μακριά από το επαρκές, αν η ΕΕ θέλει να αντιμετωπίζει όπως πρέπει τις καθημερινές απειλές με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη».
Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να καλύψουν αυτό το κενό μέσω άλλων διαύλων: της δανειακής διευκόλυνσης SAFE ύψους 150 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του οδικού χάρτη «Readiness 2030», του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, από το οποίο το 68,4% έχει κατευθυνθεί σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία, και των κοινών ναυπηγικών προγραμμάτων του PESCO, όπως η ευρωπαϊκή κορβέτα περιπολίας υπό ιταλική ηγεσία.
Τον Μάρτιο του 2026, η ΕΕ παρουσίασε επίσης μια Βιομηχανική Στρατηγική για τη Θάλασσα, εντάσσοντας για πρώτη φορά τη ναυπηγική σε ένα πανευρωπαϊκό βιομηχανικό πλαίσιο αντί να την αφήνει σε εθνικούς πρωταθλητές, και δέσμευσε 325 εκατ. ευρώ για ναυτικά και υποθαλάσσια αμυντικά έργα.
Η πραγματική δοκιμασία για την κατανομή βαρών θα έρθει όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύσει την έκθεση προόδου για τη θαλάσσια στρατηγική τον Οκτώβριο του 2026. Προς το παρόν, ο Τιτγκά εκτιμά ότι η ΕΕ πρέπει να επικεντρωθεί στο να διασφαλίσει ότι διαθέτει «τα αναγκαία εργαλεία και τις επενδύσεις για να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες προκλήσεις που αντιμετωπίζει στα πέριξ της, αλλά και σε όλα τα παγκόσμια σημεία συμφόρησης που δημιουργούν απειλές για την ασφάλεια εφοδιασμού, το εμπόριο και την οικονομία της ΕΕ».