Η Γαλλία πιέζεται στις αγορές λόγω χρέους, ελλείμματος και πολιτικής αβεβαιότητας: οι αποδόσεις των ιταλικών BTP υποχωρούν κάτω από τα γαλλικά ομόλογα
Για χρόνια, κάθε φορά που γινόταν λόγος για τον κίνδυνο γύρω από το δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη, το όνομα της Ιταλίας ήταν σχεδόν αναπόφευκτο. Σήμερα η εικόνα αλλάζει. Η Γαλλία έχει πλέον γίνει η βασική πηγή ανησυχίας για τους ευρωπαίους επενδυτές ομολόγων, ενώ τα ιταλικά κρατικά ομόλογα εμφανίζουν σχετικά πιο σταθερές επιδόσεις.
Τη μεταβολή αυτή στην αντίληψη καταγράφει ο Financial Times, σύμφωνα με τον οποίο για το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού η απόδοση των γαλλικών δεκαετών κρατικών ομολόγων παρέμεινε υψηλότερη από εκείνη των ιταλικών BTP, ανατρέποντας μια σχέση που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν δομική.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η απόδοση που ζητούν οι επενδυτές στα κρατικά ομόλογα αποτελεί, στην ουσία, μια μέτρηση του αντιλαμβανόμενου κινδύνου: όσο υψηλότερη είναι, τόσο μεγαλύτερο είναι το ασφάλιστρο που απαιτεί η αγορά για να δανείσει χρήματα σε ένα κράτος.
Το προσπέρασμα των γαλλικών ομολόγων έναντι των BTP
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στα πιο πρόσφατα στοιχεία της αγοράς. Στις 27 Αυγούστου η απόδοση του ιταλικού δεκαετούς κινήθηκε γύρω στο 4,07%, ενώ η γαλλική βρισκόταν περίπου στο 4,07%, με το γαλλικό ομόλογο να παραμένει ελαφρώς υψηλότερο σε ορισμένες μετρήσεις μέσα στην ημέρα. Τις προηγούμενες ημέρες η διαφορά ήταν πιο έντονη: στις 24 Αυγούστου, για παράδειγμα, το γαλλικό δεκαετές έκλεισε γύρω στο 4,12% έναντι περίπου 4,09% για το ιταλικό BTP.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ιταλία έχει μετατραπεί ξαφνικά σε χώρα με χαμηλό χρέος ή χωρίς κινδύνους. Αντιθέτως, το ιταλικό χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην ευρωζώνη. Όμως η αγορά φαίνεται πλέον να εστιάζει και στην πορεία των δημόσιων οικονομικών και στην πολιτική σταθερότητα, όχι μόνο στο απόλυτο μέγεθος του χρέους.
Σύμφωνα με τον Tomasz Wieladek της T. Rowe Price, τον οποίο επικαλείται ο Financial Times, υπάρχουν ενδείξεις ανακατανομής των επενδύσεων από τα γαλλικά προς τα ιταλικά ομόλογα. Ως παράγοντες που ευνοούν τη Ρώμη επισημαίνονται η δημοσιονομική πειθαρχία και η μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα.
Η Γαλλία χειρότερα από την Ιταλία στο έλλειμμα
Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί η σύγκριση έχει αποκτήσει ενδιαφέρον.
Το 2025 το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας ήταν ίσο με 5,1% του ΑΕΠ, έναντι 3,1% για την Ιταλία.Η Γαλλία βρέθηκε μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με το υψηλότερο έλλειμμα, ενώ η Ρώμη συνέχισε να μειώνει το έλλειμμα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ιδιαίτερη παραμένει η σύγκριση και ως προς το χρέος. Στα τέλη του 2025 το ιταλικό δημόσιο χρέος αντιστοιχούσε στο 137,1% του ΑΕΠ, έναντι 115,6% για τη Γαλλία. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 και οι δύο λόγοι αυξήθηκαν: 138,9% για την Ιταλία και 117,6% για τη Γαλλία.
Η Ιταλία εξακολουθεί, λοιπόν, να έχει σαφώς υψηλότερο χρέος. Η διαφορά, για τους επενδυτές, εντοπίζεται κυρίως στην κατεύθυνση των δημόσιων οικονομικών και στην πολιτική ικανότητα παρέμβασης.
Το Παρίσι αντιμετωπίζει δύσκολη μάχη για τον προϋπολογισμό
Η πίεση στα γαλλικά ομόλογα εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για το Παρίσι.
Η κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Σεμπαστιέν Λεκόρν πρέπει να διαχειριστεί μια δύσκολη κοινοβουλευτική διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό του 2027. Η κυβερνητική πλειοψηφία δεν διαθέτει σταθερή στήριξη και το Κοινοβούλιο είναι έντονα κατακερματισμένο μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024. Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει το έλλειμμα μέσω μέτρων εξοικονόμησης, αλλά ετοιμάζεται για σκληρές διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο όσο πλησιάζουν οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027. Σύμφωνα με το Reuters, η πολιτική αβεβαιότητα μπορεί να δυσκολέψει περαιτέρω την πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενώ οι επενδυτές παρακολουθούν στενά το ενδεχόμενο η προεκλογική εκστρατεία να καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την έγκριση αντιδημοφιλών μέτρων περικοπής δαπανών.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει ήδη αυξηθεί αισθητά: η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ξεπέρασε το 4,13% τις τελευταίες ημέρες, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, σύμφωνα με το Reuters.
Γιατί η Ιταλία αντιμετωπίζεται διαφορετικά
Το παράδοξο είναι ότι η Ιταλία, παρότι έχει υψηλότερο χρέος, σήμερα θεωρείται από μέρος της αγοράς ως σχετικά πιο προβλέψιμη.
Το έλλειμμα μειώθηκε από 3,4% του ΑΕΠ το 2024 σε 3,1% το 2025. Η χώρα έχει, επίσης, διατηρήσει μεγαλύτερη πολιτική συνέχεια σε σχέση με τη Γαλλία, στοιχείο που οι επενδυτές θεωρούν σημαντικό όταν αξιολογούν την ικανότητα μιας κυβέρνησης να τηρεί τους δημοσιονομικούς στόχους.
Ο Financial Times υπογραμμίζει ακριβώς αυτήν την αλλαγή οπτικής: η Ιταλία, που παραδοσιακά θεωρούνταν ένα από τα βασικά αδύνατα σημεία της ευρωζώνης, επωφελείται από μια πιο θετική αντίληψη, ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξανόμενο ασφάλιστρο κινδύνου.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η αγορά έχει «αναβαθμίσει» οριστικά την Ιταλία. Το χρέος παραμένει πολύ υψηλό και, στο πρώτο τρίμηνο του 2026, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ανέβηκε στο 138,9%. Η εμπιστοσύνη μπορεί, επομένως, να μεταβληθεί γρήγορα, αν η πορεία των δημόσιων οικονομικών επιδεινωθεί.
Ο νέος κίνδυνος για την ευρωζώνη
Η γαλλική περίπτωση υπερβαίνει, λοιπόν, τη στενή σύγκριση με την Ιταλία. Η Γαλλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης και ένας από τους βασικούς εκδότες χρέους στην περιοχή, επομένως μια δομική αύξηση του ασφάλιστρου που απαιτούν οι επενδυτές θα είχε ευρύτερες επιπτώσεις στο κόστος χρηματοδότησης στην Ευρώπη.
Το κεντρικό ζήτημα, για τις αγορές, είναι πλέον ο συνδυασμός υψηλού χρέους, επίμονου ελλείμματος και πολιτικής αστάθειας. Πρόκειται για εικόνα που δεν αφορά μόνο το Παρίσι: σύμφωνα με τον Financial Times, μετά το τέλος των μαζικών αγορών τίτλων από τις κεντρικές τράπεζες, οι αγορές έχουν γίνει πιο ευαίσθητες στις πολιτικές και δημοσιονομικές συνθήκες κάθε χώρας ξεχωριστά.
Για την Ιταλία πρόκειται για μια αντιστροφή οπτικής: η Ρώμη δεν θεωρείται πλέον αυτομάτως το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων. Ωστόσο αυτό το νέο πλεονέκτημα μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστο. Αν το Παρίσι καταφέρει να καταλήξει σε μια αξιόπιστη συμφωνία για τα δημόσια οικονομικά, η διαφορά στην αντίληψη μπορεί να περιοριστεί γρήγορα. Αντιθέτως, αν η σύγκρουση για τον προϋπολογισμό και η προεδρική εκστρατεία εντείνουν την αβεβαιότητα, η πίεση στα γαλλικά ομόλογα μπορεί να συνεχιστεί.
Το γεγονός ότι οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων υπερβαίνουν πλέον εκείνες των BTP, λοιπόν, δείχνει κυρίως το εξής: στις ευρωπαϊκές αγορές χρέους δεν αρκεί πια να εξετάζει κανείς πόσα χρωστά μια χώρα. Όλο και μεγαλύτερη σημασία έχει και το πόσο αξιόπιστη θεωρείται η πορεία της για να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά της.