Εννέα υποψήφιες χώρες σπεύδουν προς την ΕΕ, ενώ τρεις από τις πλουσιότερες δημοκρατίες της Ευρώπης μένουν εκτός: Ασθενεί η έλξη της Ένωσης για τους ευημερούντες;
Η Ουκρανία και η Μολδαβία έχουν ολοκληρώσει τον έλεγχο της συμβατότητας της νομοθεσίας τους με το κεκτημένο της ΕΕ. Το Μαυροβούνιο έχει κλείσει 18 από τα 33 διαπραγματευτικά κεφάλαια, επιδιώκοντας τον αυτοαποκαλούμενο στόχο «28 μέχρι το 28» για ένταξη. Αλβανία ελπίζει να ολοκληρώσει τις συνομιλίες έως το 2027. Όλες αυτές οι υποψήφιες χώρες είναι πιο φτωχές, με λιγότερο ασφαλείς θεσμούς ή πιο κοντά στα σύνορα της Ρωσίας απ’ όσο θα είναι ποτέ η Ισλανδία, και όλες θέλουν να μπουν.
Η Ισλανδία, πιο πλούσια και πιο σταθερή από τα περισσότερα σημερινά κράτη μέλη της ΕΕ, είπε όχι. Στις 29 Αυγούστου, οι ψηφοφόροι απέρριψαν την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με 52,8% έναντι 47,2%. Η Ισλανδία παραμένει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη ζώνη Σένγκεν, συνδεδεμένη με την ενιαία αγορά όπως πριν. Απλώς δεν ήθελε να γίνει κάτι παραπάνω.
Γιατί η Ισλανδία λέει όχι
Για τις υποψήφιες χώρες, η ένταξη στην ΕΕ αλλάζει ριζικά τα δεδομένα. «Τα οφέλη της συμμετοχής στην ΕΕ είναι διαφορετικά για εύπορες, ήδη ενταγμένες χώρες», λέει η Τινατίν Αχβλεδιανί, επικεφαλής του προγράμματος διεύρυνσης στο Centre for European Policy Studies (CEPS).
Χώρες όπως η Ουκρανία ή το Μαυροβούνιο αποκτούν γεωπολιτικό αγκυροβόλιο, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ένα πλαίσιο μεταρρυθμίσεων που καθιστά την οπισθοδρόμηση πολιτικά δαπανηρή. Η Ισλανδία είχε ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής διάστασης μέσω του ΕΟΧ και διέθετε εγγυημένη ασφάλεια από το ΝΑΤΟ. Αυτό που έμενε ουσιαστικά στο τραπέζι ήταν πολιτικό: μια έδρα στους θεσμούς των Βρυξελλών με αντάλλαγμα την παραχώρηση περισσότερης εθνικής κυριαρχίας.
«Αυτά τα οφέλη είναι λιγότερο απτά για τους ψηφοφόρους σε σχέση με την οικονομική σύγκλιση ή την εδραίωση της δημοκρατίας», λέει η Αχβλεδιανί. «Για τις χώρες που διαθέτουν ήδη ευημερία, σταθερότητα και πρόσβαση στην αγορά, η ΕΕ πρέπει να διατυπώσει πιο ισχυρό πολιτικό επιχείρημα υπέρ της ένταξης.» Η Ισλανδία είναι το δοκιμαστικό πεδίο αυτής της προσέγγισης και, όπως η ίδια αναγνωρίζει, η ΕΕ δεν το έκανε αρκετά πειστικά.
Η εκστρατεία υπέρ του «ναι» είχε ουσιαστικά επιχειρήματα στη φαρέτρα της: επιτόκιο 8% από την κεντρική τράπεζα, έναντι 2,25% στην ΕΚΤ, και κλιμακούμενες εντάσεις στην Αρκτική μετά την αναθέρμανση, επί Ντόναλντ Τραμπ, των συζητήσεων για την απόκτηση της Γροιλανδίας. Δεν ήταν αρκετά. Ακόμη και το επιχείρημα της ασφάλειας, που έφερε εξαρχής το ζήτημα της ένταξης της Ισλανδίας στην ΕΕ ξανά στην πολιτική ατζέντα, δεν μπόρεσε από μόνο του να ανατρέψει το αποτέλεσμα. «Οι ανησυχίες για την ασφάλεια βοήθησαν να επανέλθει το ερώτημα της σχέσης της Ισλανδίας με την ΕΕ στην πολιτική ατζέντα, ιδίως λόγω της μεταβαλλόμενης διατλαντικής σχέσης, του συνεχιζόμενου πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και της ολοένα πιο αμφισβητούμενης Αρκτικής», λέει η Αχβλεδιανί. «Όμως η ασφάλεια από μόνη της δεν αρκούσε για να κερδηθεί το δημοψήφισμα.»
Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι αυτό που έγειρε την πλάστιγγα των Ισλανδών προς το «όχι» ήταν τα ψάρια. Περίπου το 90% των αλιευτικών επιχειρήσεων της χώρας τάχθηκαν ξεκάθαρα κατά της ένταξης, μη θέλοντας να υπαγάγουν τα νερά τους στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ. Η Αχβλεδιανί χαρακτηρίζει την αλιεία στην Ισλανδία «όχι απλώς έναν οικονομικό κλάδο», αλλά κάτι «στενά συνδεδεμένο με την εθνική ταυτότητα». Γι’ αυτό, υποστηρίζει, κέρδισε η καμπάνια του «όχι»: «οι ψηφοφόροι ζυγίζουν τελικά τους γεωπολιτικούς κινδύνους απέναντι σε πολύ συγκεκριμένα ιδιωτικά και εσωτερικά συμφέροντα. Για την Ισλανδία, η αλιεία και η κυριαρχία ήταν πιο άμεσες και πολιτικά πιο έντονες από το ευρύτερο στρατηγικό επιχείρημα υπέρ βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.»
Ο Μίκα Άαλτολα, Φινλανδός ευρωβουλευτής της κεντροδεξιάς ομάδας του ΕΛΚ, επεκτείνει την ίδια λογική στη γεωργία. Η παραγωγή πρόβειου κρέατος, γαλακτοκομικών και θερμοκηπιακών προϊόντων στην Ισλανδία επιβιώνει «πίσω από υψηλούς τελωνειακούς δασμούς», τους οποίους οι κανόνες της ΕΕ θα αναδιαμόρφωναν. «Η πρωτογενής παραγωγή σε σκληρό περιβάλλον είναι ζήτημα ύπαρξης», λέει, «και τα υπαρξιακά ζητήματα δεν μοιράζονται.»
Τι σημαίνει για τις Βρυξέλλες
Οι Βρυξέλλες προσδοκούσαν διαφορετικό αποτέλεσμα, και όχι χωρίς λόγο. Διπλωμάτες περιέγραφαν ένα ισλανδικό «ναι» ως δοκιμασία της ελκυστικότητας της Ένωσης, απόδειξη ότι μπορεί να προσελκύσει μια πλούσια, λειτουργούσα δημοκρατία και όχι μόνο κράτη που αναζητούν διάσωση ή μεταρρυθμίσεις. Ορισμένοι αξιωματούχοι ήλπιζαν ότι μια παράλληλη ώθηση με την πρόοδο της ένταξης του Μαυροβουνίου θα έκανε την ευρύτερη ατζέντα διεύρυνσης πιο εύκολη στο να προβληθεί στις επιφυλακτικές πρωτεύουσες αλλού στο μπλοκ.
Η ίδια η Αχβλεδιανί είχε υποστηρίξει αυτό το επιχείρημα πριν από την ψηφοφορία, λέγοντας ότι ένα «ναι» θα έδειχνε πως η ΕΕ είναι ελκυστική όχι μόνο για φτωχότερους ή λιγότερο σταθερούς υποψήφιους. Το «όχι» δυσκολεύει αυτή την αφήγηση, αν και η ίδια είναι προσεκτική ως προς την έκταση της ζημιάς: «Δεν είναι καλή είδηση για το αφήγημα της διεύρυνσης, αλλά δεν συνιστά απόρριψη του ευρωπαϊκού εγχειρήματος», λέει. «Το όχι σημαίνει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την Ισλανδία ως απόδειξη αυτής της πρόσθετης ελκυστικότητας.» Αυτό που επιβεβαιώνει, κατά την άποψή της, είναι ένα δομικό όριο στην πρόταση των Βρυξελλών: «η οικονομική ολοκλήρωση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική ολοκλήρωση.»
Η Ισλανδία δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση ανάμεσα στα εύπορα ευρωπαϊκά κράτη εκτός ΕΕ. Η Νορβηγία έχει ενσωματώσει περίπου τα τρία τέταρτα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο δικό της δίκαιο μέσω του ΕΟΧ, χωρίς ποτέ να έχει γίνει δημοψήφισμα υπέρ της πλήρους ένταξης στις Βρυξέλλες. Δημοσκοπήσεις φέτος δείχνουν μόλις 37% υπέρ της ένταξης, έναντι 49% κατά – μια εικόνα αμετάβλητη από τότε που οι Νορβηγοί απέρριψαν δύο φορές την ένταξη, το 1972 και το 1994. Η Ελβετία, αντί να διεκδικήσει θέση στο τραπέζι, πέρασε την περασμένη χρονιά εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο τις διμερείς συμφωνίες της. Τα εύπορα κράτη εκτός ΕΕ έχουν κάτι που λείπει από τους υπόλοιπους υποψήφιους: εφαρμόσιμες εναλλακτικές λύσεις στην πλήρη ένταξη, που προσφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού οφέλους χωρίς το πολιτικό κόστος.
Προειδοποιητικό σήμα ή μεμονωμένη περίπτωση;
Δεν ερμηνεύουν όλοι την ψήφο της Ισλανδίας ως ετυμηγορία για τη διεύρυνση αυτή καθαυτή. Η Κριστίνε Λόιχτενμιλερ από το Konrad-Adenauer-Stiftung προτρέπει σε προσεκτική ανάγνωση. Η Ισλανδία, λέει, «είναι μια πολύ ειδική περίπτωση» που έχει διαμορφωθεί από δεκαετίες συζήτησης γύρω από την αλιεία και την κυριαρχία. Μια ψήφος κατά «αντανακλά πρωτίστως τις ιδιαίτερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της Ισλανδίας» παρά λέει πολλά για τη διεύρυνση γενικότερα.
Η Αχβλεδιανί συμφωνεί ότι η Ισλανδία είναι ειδική περίπτωση, αλλά όχι κλειστό κεφάλαιο. Βλέπει ένα μήνυμα που φτάνει κατευθείαν στο Όσλο. «Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ΕΕ δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως η βαθιά οικονομική ολοκλήρωση θα οδηγήσει αυτόματα σε πολιτική ένταξη. Για χώρες όπως η Νορβηγία – και ενδεχομένως άλλες εύπορες ευρωπαϊκές δημοκρατίες – το ερώτημα είναι ποια πρόσθετη αξία προσφέρει η πλήρης ένταξη σε σχέση με τις συμφωνίες που ήδη έχουν.»
Για την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τα Δυτικά Βαλκάνια, η απάντηση είναι σαφής: ασφάλεια, χρηματοδότηση, ένας μηχανισμός που κατοχυρώνει τις μεταρρυθμίσεις απέναντι σε μελλοντικές οπισθοδρομήσεις. Για την Ισλανδία, τη Νορβηγία και την Ελβετία, δεν ισχύει το ίδιο. Η Αχβλεδιανί δεν θεωρεί ότι η λύση είναι ένα ειδικό μονοπάτι ένταξης για τις πλούσιες δημοκρατίες. Πιστεύει ότι είναι κάτι πιο απλό – και πιο δύσκολο. «Αυτό που μπορούν να βελτιώσουν οι Βρυξέλλες είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν και εξηγούν τα οφέλη της ένταξης: πολιτική επιρροή, συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση και στρατηγικό βάρος στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας», λέει.
Η πραγματική γραμμή διαχωρισμού στην ευρωπαϊκή πολιτική δεν είναι ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊκούς και αντιευρωπαϊκούς. Είναι ανάμεσα σε όσους ασκούν επιρροή εντός των θεσμών των Βρυξελλών και σε όσους προτιμούν να κρατήσουν τον έλεγχο εκτός αυτών. Όπως το διατύπωσε η Αχβλεδιανί, «αν η ΕΕ θέλει να παραμείνει ελκυστικό γεωπολιτικό εγχείρημα, πρέπει όχι μόνο να ζητά από τους υποψήφιους τι οφείλουν να κάνουν για να ενταχθούν, αλλά και να εξηγεί με σαφήνεια τι τους προσφέρει η ένταξη σε αντάλλαγμα.»