Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Τέχνη και έγκλημα: Η σκοτεινή πλευρά του εμπορίου αρχαιοτήτων και έργων τέχνης

Από Euronews
euronews_icons_loading
Τέχνη και έγκλημα: Η σκοτεινή πλευρά του εμπορίου αρχαιοτήτων και έργων τέχνης
Πνευματικά Δικαιώματα  euronews

Για τους περισσότερους, τα μουσεία είναι οι χώροι που πηγαίνουμε για να δούμε έργα τέχνης ή αρχαία αντικείμενα. Αλλά όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα προτιμούν να τα έχουν πολύ πιο κοντά τους, πληρώνοντας εκατομμύρια για να φιλοξενούν αποκλειστικά εκθέματα στο σαλόνι ή στο γραφείο τους. Η συλλογή έργων τέχνης και αρχαιοτήτων αγγίζει τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Αλλά είτε πρόκειται για έναν σπάνιο πίνακα είτε για ένα μοναδικό γλυπτό, υπάρχει δυστυχώς μια σκοτεινή πλευρά στην αγορά τέχνης και αυτό είναι το λαθρεμπόριο.

Ας ρίξουμε μια ματιά στα στατιστικά στοιχεία. Το παράνομο εμπόριο έργων τέχνης αποτελεί περίπου το 5% του συνόλου του κλάδου. Και παρόλο που αυτό μπορεί να φαίνεται μικρό, είναι ένα επίμονο και αυξανόμενο πρόβλημα που αμαυρώνει όλο και περισσότερο τον κόσμο της τέχνης. Στην κορύφωση της πανδημίας, όλος ο πλανήτης ήταν σε lock down.

Η δραστηριότητα στη μαύρη αγορά αρχαιοτήτων ήταν πιο έντονη από ποτέ, με τζίρο 10 δισεκατομμύρια δολάρια σε μόλις δύο χρόνια. Τώρα, οργανισμοί όπως η UNESCO και η Interpol τονίζουν πολύ συχνά, ότι τα χρήματα δεν καταλήγουν στους ανθρώπους των οποίων ο βιοπορισμός εξαρτάται από την εξεύρεση πολιτιστικών θησαυρών και μεγάλα ποσά κατευθύνονται στη χρηματοδότηση εγκληματικών δραστηριοτήτων.

Οι άγνωστοι θησαυροί που γίνονται λεία αρχαιοκαπήλων

Η UNESCO, η οργάνωση του ΟΗΕ για τον πολιτισμό και την εκπαίδευση ηγείται για δεκαετίες της παγκόσμιας προσπάθειας για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς με ασφαλή τρόπο. Ο Ερνέστο Οτόνε Ραμίρεζ είναι ο βοηθός γενικός διευθυντής για τον Πολιτισμό στην UNESCO. Μας εξηγεί γιατί ανθεί το λαθρεμπόριο:

«Εδώ και 20, 30 χρόνια, έχει γίνει μια πολύ μεγάλη αλλαγή σε ορισμένα μέρη της αγοράς. Το λαθρεμπόριο αντιπροσωπεύει το 5% της αγοράς με τεράστια ποσά χρημάτων να αφορούν αυτές τις συμφωνίες. Έχει γίνει ευκολότερη η παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων. Πολλές από αυτές είναι από μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς και υπάρχουν πολλά μέρη που δεν γνωρίζουμε. Ο λόγος είναι πολύ συγκεκριμένος: όλες αυτές οι τοποθεσίες που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία έρευνας δεν είναι εγγεγραμμένες πουθενά. Επομένως πρόκειται για αρχαιότητες που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν».

Κυνηγώντας τους αρχαιοκάπηλους

Η πώληση κλεμμένων αρχαιοτήτων συμβαίνει σε όλο τον κόσμο, επομένως χρειάζεται ένα διεθνές δίκτυο επιβολής του νόμου. Αυτός είναι ο ρόλος της Interpol. Η οργάνωση έχει ένα ολόκληρο τμήμα αφιερωμένο στην καταπολέμηση εγκλημάτων που σχετίζονται με τα πολιτιστικά αγαθά. Πιστεύει ότι αντιμετωπίζουμε μια άνευ προηγουμένου λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρών που έχουν βιώσει πόλεμο. Όταν τα αντικείμενα φτάσουν σε συλλέκτες ή μουσεία, είναι δύσκολο να πούμε, αν έχουν παρθεί παράνομα.

Πιο πρόσφατα, η Interpol ενίσχυσε τις προσπάθειές της για τον εντοπισμό αρχαιοτήτων χρησιμοποιώντας απλά ένα smartphone. Λάνσαρε μια εφαρμογή που ονομάζεται ID-art που μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό των λεγόμενων «αρχαιοτήτων βαμμένες με αίμα».

Ο Κοράντο Κατέζι είναι επικεφαλής της μονάδας έργων τέχνης της Interpol: «Επειδή είναι παγκόσμιο φαινόμενο, οι χώρες πρέπει να συνεργαστούν. Ο ρόλος της Interpol είναι πρωτίστως να υποστηρίζει τις χώρες μέλη μας και τις εξειδικευμένες μονάδες μας στον τομέα αυτό. Ένα εργαλείο που έχουμε αναπτύξει είναι η ID Art, η πρώτη μας εφαρμογή για κινητά. Με τη συγκεκριμένη εφαρμογή, μπορείτε να καταλάβετε εάν ένα αντικείμενο περιλαμβάνεται στη βάση δεδομένων μας. Εάν εμφανιστεί το αντικείμενο, σημαίνει ότι έχει κλαπεί. Το πιο ιδιαίτερο πράγμα, ένα κόκκινο κουμπί, θα σας επιτρέψει να αναφέρετε στην Interpol το αντικείμενο που βρήκατε. Η εφαρμογή ID Art είναι το τέλειο εργαλείο για αστυνομικούς, τελωνειακούς, εμπόρους έργων τέχνης, το ευρύ κοινό και τους καλλιτέχνες. Στην Ισπανία και τη Ρουμανία, για παράδειγμα, ορισμένες εξειδικευμένες μονάδες έχουν ήδη ανακτήσει αντικείμενα τέχνης χάρη στην εφαρμογή».

Ενώ η UNESCO και η Interpol ευαισθητοποιούν και εκπαιδεύουν τους συλλέκτες έργων τέχνης και το κοινό σχετικά με τα κλεμμένα πολιτιστικά αγαθά, μπορούν να γίνουν περισσότερα για την πάταξη του εγκλήματος; Η Ντέμπορα Λερ, από το Antiquities Coalition τονίζει: «Αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι μια αναβάθμιση του διεθνούς νομοθετικού πλασισίου. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως έγκλημα. Και γι’ αυτό πρέπει να υπάρχουν αυστηρές ποινές. Αν αντιπαραθέσουμε, για παράδειγμα, τι είναι κλοπή, η διάρρηξη και είσοδος, είναι το ίδιο με τη διάρρηξη και την είσοδο σε έναν αρχαιολογικό χώρο ή σε ένα μουσείο ή ότι αγοράζουμε ουσιαστικά κλοπιμαία. Πρέπει να εξετάσουμε αυτά τα ζητήματα γιατί συχνά αυτά τα χρήματα ενισχύουν το οργανωμένο έγκλημα. Αλλά επίσης, είναι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».

Παρά την πανδημία, ο τομέας της τέχνης και των αρχαιοτήτων έχει καταφέρει να ανθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, με περισσότερες πωλήσεις και δημοπρασίες από ποτέ. Και ενώ το λαθρεμπόριο αποτελεί μόνο ένα μικρό τμήμα της αγοράς, έχει τη δυνατότητα να αμαυρώσει τη φήμη ορισμένων πολύ μεγάλων παικτών της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων συλλεκτών και πολλών από τα κορυφαία μουσεία του κόσμου.