Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI Σαμ Άλτμαν καταθέτει ότι θεωρεί πως ο Έλον Μασκ «εγκατέλειψε» την εταιρεία και την έφερε σε «πολύ δύσκολη θέση», καθώς οι δυο τους διεκδικούσαν τον έλεγχο.
Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, ανέβηκε την Τρίτη στο βήμα του μάρτυρα για να υπερασπιστεί το επαγγελματικό του έργο σε μια δίκη (πηγή στα Αγγλικά) που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον Έλον Μασκ, αντικρούοντας καταθέσεις που δυσφημούσαν την ηγεσία του σε μια κρίσιμη περίοδο για τη δημιουργό του ChatGPT.
Η δίκη, που βρίσκεται πλέον στην τρίτη της εβδομάδα, ενδέχεται να κρίνει τη μελλοντική δομή της OpenAI, μετά τη συγκέντρωση επενδύσεων δισεκατομμυρίων δολαρίων για το κορυφαίο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης αιχμής της εταιρείας, το ChatGPT.
Η αγωγή του Μασκ υποστηρίζει ότι ο Άλτμαν τον έπεισε να δωρίσει 38 εκατ. δολάρια στην OpenAI όταν λειτουργούσε ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, για να μετατραπεί όμως η εταιρεία σε κερδοσκοπική το 2018. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η χρηματοδότησή του προοριζόταν ρητά για φιλανθρωπικό σκοπό.
Δεχόμενος καταιγισμό ερωτήσεων από έναν εκ των δικηγόρων του Μασκ, ο Άλτμαν είπε ότι δεν συμφωνεί με τις καταθέσεις στη δίκη που τον παρουσιάζουν ως ανέντιμο.
«Πιστεύω ότι είμαι έντιμος και αξιόπιστος επιχειρηματίας», δήλωσε ο Άλτμαν.
Το σώμα ενόρκων, που έχει ήδη ακούσει μαρτυρίες για τον χαρακτήρα του Άλτμαν από μια σειρά πρώην συμμάχων και αντιπάλων του, θα κρίνει τελικά την υπόθεση. Ωστόσο, οι συνέπειες της απόφασης μπορεί να έχουν ευρύ αντίκτυπο.
Η σχέση Άλτμαν-Μασκ
Ο Άλτμαν ανέφερε στην κατάθεσή του ότι ανησυχούσε για τις προσπάθειες του Μασκ να ελέγξει την OpenAI στα πρώτα της χρόνια, καθώς οι δύο άνδρες διεκδικούσαν τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου το 2015. Εκείνη την περίοδο, η εταιρεία επιχειρούσε να αναπτύξει ένα είδος τεχνητής νοημοσύνης ανώτερο από τον άνθρωπο, την αποκαλούμενη τεχνητή γενική νοημοσύνη**.**
«Ένας από τους λόγους που ιδρύσαμε την OpenAI ήταν ότι δεν πιστεύαμε πως η AGI μπορεί να βρίσκεται υπό τον έλεγχο ενός μόνο ανθρώπου, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του», είπε ο Άλτμαν.
Για τον Άλτμαν, υπήρξε «μια ιδιαίτερα ανατριχιαστική στιγμή, όταν οι συνιδρυτές μου ρώτησαν τον κ. Μασκ: “Αν έχετε τον έλεγχο, τι θα γίνει όταν πεθάνετε;”».
Ο Άλτμαν κατέθεσε ότι ο Μασκ απάντησε πως ο έλεγχος της OpenAI «θα πρέπει να περάσει στα παιδιά μου», κάτι με το οποίο είπε ότι δεν ένιωθε καθόλου άνετα.
Όταν η OpenAI έκανε τα πρώτα της βήματα, ο Άλτμαν και ο Μπρόκμαν σκόπευαν να συγκεντρώσουν 100 εκατ. δολάρια (85,4 εκατ. ευρώ) για να ξεκινήσει η εταιρεία το 2015, αλλά, σύμφωνα με μια ανάρτηση σε ιστολόγιο (πηγή στα Αγγλικά) της OpenAI το 2024, ο Μασκ τους παρότρυνε να ανεβάσουν τον στόχο στο 1 δισ. δολάρια (854 εκατ. ευρώ) σε δεσμεύσεις χρηματοδότησης. Ο Μασκ φέρεται να είπε ότι θα κάλυπτε «ό,τι δεν βάλει κανείς άλλος».
Ωστόσο, για να επιτύχουν την AGI, ο Άλτμαν και ο Μπρόκμαν συνειδητοποίησαν ότι χρειάζονταν τεράστιους υπολογιστικούς πόρους και «δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο», ποσά που δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, όπως ανέφερε η ανάρτηση.
Μαζί με τον Μασκ αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια κερδοσκοπική εταιρεία, όμως, σύμφωνα με την ίδια ανάρτηση, ο Μασκ ζητούσε πλειοψηφικό ποσοστό, έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου και τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου. Καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, ο Μασκ φέρεται να «πάγωσε» τη χρηματοδότηση που προοριζόταν για την OpenAI.
Ο Μασκ επιχείρησε επανειλημμένα να απορροφήσει την OpenAI μέσω της Tesla, της αυτοκινητοβιομηχανίας του, κίνηση που δεν θα συμβάδιζε με την αποστολή της εταιρείας.
Η OpenAI ανέφερε το 2024 ότι ο Μασκ αποχώρησε από την εταιρεία για να δημιουργήσει έναν ανταγωνιστή αντίστοιχης εμβέλειας προς τη DeepMind της Google.
Προς το τέλος της κατάθεσής του, ο Άλτμαν είπε ότι στα πρώτα χρόνια της εμπλοκής του Μασκ με την OpenAI τον εκτιμούσε εξαιρετικά, προτού η σχέση τους επιδεινωθεί.
«Ένιωθα ότι μας είχε εγκαταλείψει, ότι δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, ότι έφερε την εταιρεία σε μια πολύ δύσκολη θέση, έθεσε σε κίνδυνο την αποστολή μας και δεν νοιαζόταν πραγματικά για όσα πίστευα ότι τον ενδιέφεραν», είπε ο Άλτμαν.
«Ήταν κάτι εξαιρετικά επώδυνο για μένα... να βλέπω έναν άνθρωπο που σεβόμουν τόσο πολύ να μην το αναγνωρίζει και να συνεχίζει να μας επιτίθεται δημόσια.»