Καθώς οι θεσμοί της ΕΕ δοκιμάζουν την τεχνητή νοημοσύνη για να διαχειριστούν τον αυξανόμενο φόρτο, πολλές εθνικές πρωτεύουσες στερούνται ακόμη προσωπικού, εργαλείων και δικτύων για να συμβαδίσουν με τις Βρυξέλλες.
Η συζήτηση για την ανάγκη η ΕΕ να επιταχύνει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, να περιορίσει τη χρήση βέτο και γενικότερα να ενισχύσει το θεσμικό της πλαίσιο μόνο καινούργια δεν είναι.
Το χάσμα αυτό έχει πλέον και έντονη τεχνολογική διάσταση, καθώς οι θεσμοί της ΕΕ δοκιμάζουν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση του φόρτου εργασίας τους, την ώρα που πολλές πρωτεύουσες μένουν πίσω στο ίδιο πεδίο.
Ωστόσο, σπάνια ανοίγει η συζήτηση για το αν τα επιμέρους κράτη μέλη συμβαδίζουν με τον ολοένα και ταχύτερο ρυθμό παραγωγής νομοθεσίας της ΕΕ ή αν καταφέρνουν να αποτυπώσουν αποτελεσματικά τις εθνικές τους θέσεις.
Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρεται να εξετάζει την αποστολή στελεχών της στις πρωτεύουσες των κρατών μελών, ώστε να ενισχύσει την τοπική επιρροή και την ενημέρωση γύρω από τις πολιτικές της, τα ίδια τα κράτη μέλη δεν κάνουν το αντίστοιχο για τη δική τους παρουσία στις Βρυξέλλες.
Διαθεσμικές τριβές
Το μέγεθος δεν είναι βέβαια το παν. Ορισμένα μικρότερα κράτη μέλη είναι αποτελεσματικά παρά τις πιο λιτές γραφειοκρατίες· ωστόσο τα περισσότερα αντιμετωπίζουν πλήθος προβλημάτων λόγω του ξεπερασμένου τρόπου με τον οποίο χειρίζονται τα ευρωπαϊκά ζητήματα.
Το πρόβλημα εκτείνεται από την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και τη δυσκολία στην προσέλκυση και διατήρηση ικανών στελεχών, έως τον ελλιπή συντονισμό μεταξύ των Μονίμων Αντιπροσωπειών και των πρωτευουσών, την απουσία οριζόντιας προσέγγισης στη διαχείριση της ευρωπαϊκής πολιτικής σε επίπεδο υπουργείων και την αδυναμία υιοθέτησης νέων τεχνολογικών λύσεων εκεί όπου οι δημοσιονομικοί ή πολιτικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν την ενίσχυση των υπηρεσιών.
Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά αφήνουν ορισμένα κράτη μέλη να λειτουργούν περισσότερο ως απλοί παρατηρητές και αντιδρώντες, παρά ως ενεργοί συμμετέχοντες στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ.
Για τα συγκεκριμένα κράτη, η προληπτική διαμόρφωση της νομοθετικής ατζέντας της ΕΕ είναι εκτός συζήτησης.
Τώρα που η συζήτηση για την Ενιαία Αγορά και για μια πιο πραγματιστική ομοσπονδιακή πορεία της ΕΕ αποκτά βάρος, τα κράτη μέλη –ιδίως τα μικρότερα– οφείλουν να υιοθετήσουν τις βέλτιστες πρακτικές των πιο αποτελεσματικών χωρών αλλά και των ευρωπαϊκών θεσμών και να ενισχύσουν την εκπροσώπησή τους στα ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής.
Τι διακυβεύεται
Οι εκπρόσωποι των εθνικών κυβερνήσεων συμμετέχουν σε περίπου 140 επιτροπές και ομάδες εργασίας στις Βρυξέλλες, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πολιτικών με άμεσο αντίκτυπο στις οικονομίες, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες τους.
Και με τον ρυθμό παραγωγής νομοθεσίας της ΕΕ να αυξάνεται, οι μέθοδοι που απέδιδαν στο παρελθόν ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες του σήμερα ή του αύριο.
Το ακριβές μέγεθος και αντικείμενο των Μονίμων Αντιπροσωπειών των χωρών στις Βρυξέλλες είναι διαβόητα δύσκολο να καταγραφεί. Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση του δανικού think tank Europa το 2019, ο αριθμός του προσωπικού κυμαινόταν από 69 έως 200 άτομα, ανάλογα με το κράτος μέλος.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, χώρες της Δυτικής Ευρώπης όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Αυστρία βρίσκονταν στην κορυφή με 150 έως 200 υπαλλήλους. Η μεσαία ομάδα — Ρουμανία (που εκείνη την περίοδο προήδρευε του Συμβουλίου της ΕΕ), Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Σουηδία, Πολωνία, Τσεχία, Φινλανδία και Ιρλανδία — διέθετε 103 έως 147 υπαλλήλους.
Η τρίτη ομάδα — κυρίως μικρότερα ή ανατολικά κράτη μέλη της ΕΕ όπως Λιθουανία, Πορτογαλία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Λουξεμβούργο, Κροατία, Δανία, Εσθονία, Κύπρος, Σλοβενία και Λετονία — διέθετε μόλις 89 έως 69 υπαλλήλους, δηλαδή δύο έως τρεις φορές λιγότερους από τους δυτικούς εταίρους τους.
Αν και το μέγεθος δεν ταυτίζεται με την ποιότητα, οι χώρες με υποστελεχωμένες αντιπροσωπείες δυσκολεύονται συχνά να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή στα ευρωπαϊκά ζητήματα.
Το έλλειμμα σε ανθρώπινο δυναμικό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό κατά τη διάρκεια των Προεδριών τους στο Συμβούλιο της ΕΕ, όταν η πρόσληψη εξωτερικών ειδικών είναι δύσκολη και ο βασικός κορμός υπαλλήλων λειτουργεί στα όρια των αντοχών του.
Ανισόρροπα οικοσυστήματα φορέων σε όλη την ΕΕ
Η ατζέντα των υπευθύνων χάραξης πολιτικής σε δημοκρατικές χώρες διαμορφώνεται φυσιολογικά και υπό την επιρροή των ψηφοφόρων τους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους φορείς της οικονομίας, επιμέρους ειδικούς, διαμορφωτές γνώμης και τον μη κυβερνητικό τομέα.
Ωστόσο, όσον αφορά τα ευρωπαϊκά ζητήματα σε κράτη μέλη με περιορισμένα οικοσυστήματα, η σύνδεση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πολιτική και τους διάφορους φορείς είναι ασθενής.
Έτσι, οι υπεύθυνοι πολιτικής σπάνια λαμβάνουν έγκαιρη και ουσιαστική ανατροφοδότηση όταν τη χρειάζονται περισσότερο, με αποτέλεσμα να καλούνται να αποφασίσουν βασιζόμενοι σχεδόν αποκλειστικά στον διάλογο μεταξύ θεσμών ή στις περιορισμένες επαφές με λίγους, ιδιαίτερα δραστήριους φορείς.
Η απουσία φιλανθρωπικής κουλτούρας απέναντι στις ΜΚΟ στον ευρωπαϊκό ιδιωτικό τομέα και η έλλειψη μιας προσέγγισης βασισμένης σε οικοσυστήματα εκ μέρους των κλαδικών ενώσεων σε όλη την ΕΕ αξίζουν ξεχωριστή ανάλυση. Ωστόσο, τα μικρότερα κράτη μέλη είναι εκείνα που υφίστανται τις μεγαλύτερες συνέπειες.
Εκεί, οι βιομηχανίες είναι μικρότερες και οι εγχώριοι επαγγελματικοί σύνδεσμοι συχνά αναγκάζονται να λειτουργούν ως ομπρέλες για πολλούς κλάδους προκειμένου να επιβιώσουν, κάτι που περιορίζει την εξειδίκευση. Επιπλέον, ο μικρός σε μέγεθος δημοσιογραφικός κλάδος δεν διαθέτει την απαιτούμενη δυνατότητα για να καλύπτει έγκαιρα και με επαρκές πλαίσιο τα ευρωπαϊκά θέματα.
Η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου για την ευρωπαϊκή πολιτική στα μικρότερα κράτη μέλη είναι χαμηλή – στην καλύτερη περίπτωση καθυστερημένη, στη χειρότερη ανύπαρκτη.
Πολύ συχνά, η δημόσια συζήτηση για μια ευρωπαϊκή νομοθεσία ξεκινά μόνον στο στάδιο της ενσωμάτωσής της στο εθνικό δίκαιο, μια φάση όπου οι δυνατότητες αλλαγών είναι περιορισμένες. Ως αποτέλεσμα, ο διάλογος μένει επιφανειακός, παγιδευμένος ανάμεσα στα λαμπερά επίσημα δελτία τύπου της ΕΕ και σε μια ηττοπαθή, υπερβολικά επικριτική και απαισιόδοξη προσέγγιση.
Μηχανισμοί διαβούλευσης της ΕΕ και της Ιρλανδίας ως πρότυπο
Παρότι οι μηχανισμοί διαβούλευσης της ΕΕ, όπως η πλατφόρμα «Have Your Say», δέχονται αρκετή κριτική, παραμένουν συμπεριληπτικά και διαφανή μοντέλα που θα έπρεπε να αναπαραχθούν και σε εθνικό επίπεδο.
Χώρες όπως η Ιρλανδία έχουν ήδη υιοθετήσει αυτή την προσέγγιση, μέσω ανοικτών και διαφανών συστημάτων δημόσιας διαβούλευσης.
Στην Ιρλανδία, καλούνται διάφοροι φορείς να καταθέσουν τις απόψεις τους όχι μόνο για τις προτεραιότητες της εκάστοτε ιρλανδικής Προεδρίας της ΕΕ, αλλά και για συγκεκριμένα νομοθετικά κείμενα που βρίσκονται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης, όπως η πρόσφατη ιρλανδική πρόσκληση για σχόλια σχετικά με τον Κανονισμό για τα ψηφιακά δίκτυα της ΕΕ.
Παρότι ορισμένοι φοβούνται ότι ο εγχώριος δημόσιος τομέας δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί τις αντικρουόμενες απόψεις – κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγχυση – οι παραδοσιακές μέθοδοι δημόσιας διαβούλευσης που χρησιμοποιούν τα περισσότερα κράτη (όπως οι κλειστές συναντήσεις στρογγυλής τράπεζας και οι ad hoc συσκέψεις) είναι πλέον προφανώς ανεπαρκείς.
Η δημιουργία νέων πλαισίων που θα επιτρέπουν σε όλους τους ενδιαφερόμενους, ανεξάρτητα από το πόσο πολωμένες είναι οι θέσεις τους, να εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους για τα ευρωπαϊκά ζητήματα, θα ενίσχυε τη διαφάνεια, θα αύξανε τη λογοδοσία των πολιτικών, θα ενδυνάμωνε την εμπιστοσύνη στους εγχώριους και ευρωπαϊκούς θεσμούς και θα τόνωνε συνολικά το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά πράγματα.
Τι μπορεί να γίνει πέρα από την ενίσχυση του προσωπικού
Το επιχείρημα ότι η γραφειοκρατία είναι ήδη υπερβολικά μεγάλη είναι δύσκολο να αντικρουστεί, ιδίως σε χώρες με πιο αυστηρή προσέγγιση στις δημόσιες δαπάνες και στο δημόσιο χρέος.
Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά ζητήματα δεν είναι πεδίο στο οποίο οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να περικόπτουν δαπάνες, ειδικά τώρα που η ΕΕ κινείται προς μια πιο ενοποιημένη Ενιαία Αγορά με εναρμονισμένους κανόνες και λιγότερες Οδηγίες, οι οποίες στο παρελθόν άφηναν μεγαλύτερα περιθώρια προσαρμογής στις εγχώριες ανάγκες και οπτικές.
Τα διαθέσιμα στοιχεία για τον αριθμό των υπαλλήλων στους ίδιους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς θα έπρεπε από μόνα τους να αποτελούν επαρκές επιχείρημα για τα υπουργεία Οικονομικών και τους επικριτές, ώστε να αντιληφθούν ότι η ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία είναι εκτεταμένη, σύνθετη και απαιτεί ουσιαστική επένδυση για να μπορεί κανείς να συμμετάσχει εποικοδομητικά.
Ωστόσο, η απλή αύξηση των κονδυλίων για προσλήψεις ή η δημιουργία πλατφορμών διαβούλευσης με φορείς σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μαγικές λύσεις.
Άλλα προβλήματα, όπως ο ανεπαρκής οριζόντιος συντονισμός μεταξύ υπουργείων, η δυσκολία διατήρησης της θεσμικής μνήμης και οι πιεστικές χρονικές προθεσμίες, μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν τεχνολογικά, από εξειδικευμένες λύσεις τεχνητής νοημοσύνης (μια σημαντική ευκαιρία για την ευρωπαϊκή τεχνολογική βιομηχανία) έως άλλα εργαλεία.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η ενασχόληση με την ανάπτυξη τέτοιων εργαλείων, η συλλογή σχετικών δεδομένων και η χαρτογράφηση των διοικητικών δομών θα ωθήσουν φυσικά τις χώρες να επανεξετάσουν τον σημερινό τρόπο λειτουργίας τους στα ευρωπαϊκά θέματα.
Τέλος, η πρόσφατη Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας περιλαμβάνει σχέδια για την εισαγωγή νέων ψηφιακών εργαλείων, με στόχο την αναβάθμιση της διαδικασίας παραγωγής νόμων.
Η Επιτροπή φέρεται να επιδιώκει να καταστεί «έτοιμη για την τεχνητή νοημοσύνη», ενώ η κυβέρνηση της Εσθονίας θέτει την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης – και στον δημόσιο τομέα – σε ύψιστη πολιτική προτεραιότητα.
Όλα δείχνουν ότι τόσο οι θεσμοί της ΕΕ όσο και ορισμένα κράτη μέλη έχουν αντιληφθεί πως, εφόσον η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και εξοικονομεί χρόνο στον ιδιωτικό τομέα, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου χρήσιμη και στον δημόσιο – είτε στο εσωτερικό τους είτε στις Βρυξέλλες.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο EU Tech Loop (πηγή στα Αγγλικά) και αναδημοσιεύεται στο Euronews στο πλαίσιο συμφωνίας συνεργασίας.