Οι ταξιδιωτικές πλατφόρμες προβάλλουν τα αργά ταξίδια ως τάση του 2026, τονίζοντας περιβαλλοντικά και ψυχολογικά οφέλη, μπορούν όμως όλοι να τα αντέξουν οικονομικά;
Ένας νέος αγγλισμός αιωρείται πάνω από τον ισπανικό τουριστικό κλάδο και τις εταιρείες μάρκετινγκ. Αυτό που παλιότερα ήταν μια απλή κυριακάτικη εκδρομή στο Μοναστήρι του Σάντο Ντομίνγκο δε Σίλος, γενέτειρα της καστιλιάνικης γλώσσας, τώρα πωλείται ως καταφύγιο μέσα στη σιωπή. Μια βόλτα στη Σιέρα Θεμπογιέρα, στην περιοχή των Καμέρος στη Λα Ριόχα; Ένας φυσικός χώρος για να χαθείς.
Στην τελευταία προσπάθεια να διαφημιστούν «ασυνήθιστοι» προορισμοί σε μια χώρα που απορρόφησε 96,8 εκατομμύρια τουρίστες (σχεδόν τον διπλό αριθμό από τον πληθυσμό της) το 2025, ακόμη και το επίσημο τουριστικό πόρταλ της Ισπανίας έχει υιοθετήσει τον όρο τουρισμός 'slow', δηλαδή ταξίδι χωρίς βιασύνη. Οι γκουρού του κλάδου ορίζουν αυτή τη νέα τάση ως «τουρισμό που επιδιώκει να ενισχύσει την απόλαυση της εμπειρίας, προσανατολισμένο στην κατανάλωση, μέσα από αργούς ρυθμούς μετακίνησης».
Οι φορείς που ειδικεύονται σε αυτό το υποείδος υποστηρίζουν ότι ο πιο ήρεμος τουρισμός μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία ανάδειξης μικρότερων ή αγροτικών προορισμών, ενισχύοντας τις τοπικές κοινότητες και συνεργαζόμενος μαζί τους ώστε να αναπτυχθούν με βιώσιμο τρόπο.
Αυτό, σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, έχει λογική: οι τουριστικές ορδές τείνουν να συγκεντρώνονται σε ελάχιστα σημεία και οι κυβερνήσεις (με πρόσφατες καμπάνιες στη Γαλλία ή την Ιαπωνία) προσπαθούν να τις κατευθύνουν σε άλλες γωνιές του χάρτη τους, ώστε να αποφευχθεί ο συνωστισμός και να μοιραστεί η πίτα ενός από τους πιο προσοδοφόρους κλάδους παγκοσμίως. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, οι μισοί ταξιδιώτες συγκεντρώνονται σε τρεις περιφέρειες, την Καταλονία, τα Κανάρια Νησιά και τις Βαλεαρίδες, παρότι η χώρα είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε έκταση στην Ευρώπη.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν προλειάνει το έδαφος για αυτό το φαινόμενο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις διαστρεβλώνουν την έννοια προς χάριν της αισθητικής. Influencers όπως η Σόνια Μότα (@simplyslowtraveler) φτάνουν τους 1,1 εκατ. ακολούθους στο Instagram με ένα feed βασισμένο σε ουδέτερους τόνους, μεσογειακά στερεότυπα και μεγάλες επενδύσεις χρημάτων. Με μια απλή αναζήτηση στο Google μπορεί ήδη κανείς να βρει ανερχόμενα ταξιδιωτικά γραφεία που προσπαθούν να ανέβουν στο ίδιο κύμα, προσφέροντας «προσωποποιημένες» εμπειρίες σε γκρουπ.
Ωστόσο, αρκετοί δοκιμιογράφοι επισημαίνουν ότι το φαινόμενο αυτό, παρά τη σημερινή του ενίσχυση, δεν είναι καινούργιο και φέρει συγκεκριμένες κοινωνιολογικές αποχρώσεις ως προς τον τρόπο που οι άνθρωποι τοποθετούνται σε σχέση με τον ρόλο τους ως τουρίστες και με τον τοπικό πληθυσμό.
Τα υπέρ και τα κατά του ταξιδιού 'slow'
Στο «The Tourist: A New Theory of the Leisure Class» (1976), ο Ντιν ΜακΚάναλ εισήγαγε την έννοια της «σκηνοθετημένης αυθεντικότητας»: οι τουριστικοί χώροι χτίζουν μια απομίμηση της γνήσιας τοπικής ζωής. Με άλλα λόγια, ο ταξιδιώτης μπορεί να συνειδητοποιεί ότι του προσφέρεται μια παράσταση αποκομμένη από την καθημερινότητα των ντόπιων, αλλά την αποδέχεται.
Στο «Time to transform the way we travel?» (πηγή στα Ισπανικά), ομάδα ακαδημαϊκών από την Αυστραλία και την Κίνα επισημαίνει, αφενός, τα οφέλη των ταξιδιών 'slow': την πρόθεση μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, την προσπάθεια αναζήτησης μιας αυθεντικής και ουσιαστικής εμπειρίας (παρά τις αντιφάσεις που ανέδειξε ο ΜακΚάναλ) ή τη δημιουργία δεσμού με τον τόπο επίσκεψης.
Οι ειδικοί αναδεικνύουν επίσης μια ακόμη από τις πιο συχνά προβαλλόμενες διαστάσεις του ταξιδιού 'slow': την αναζήτηση ευεξίας ή εσωτερικής ανασκόπησης απέναντι σε έναν επιταχυνόμενο κόσμο. Ωστόσο, θέτουν μια σειρά από ζητήματα προς εξέταση. Μπορεί πράγματι να αλλάξει ριζικά η βιωσιμότητα ενός ταξιδιού εφόσον ο ταξιδιώτης εξαρτάται από το αεροπλάνο για να φτάσει στον προορισμό του;
Ακόμη κι αν δεχθούμε την παραίτηση από τις αεροπορικές μετακινήσεις, μήπως αυτού του είδους τα ταξίδια περιορίζονται αναγκαστικά στις πιο εύπορες περιοχές του πλανήτη, που μπορούν να αντέξουν οικονομικά άλλες μορφές μεταφοράς; Δεν είναι το ίδιο, για παράδειγμα, να προσπαθεί κανείς να μετακινηθεί με τρένο ή τροχόσπιτο στην Ευρώπη, μία από τις μικρότερες και πλουσιότερες ηπείρους του κόσμου, και να το κάνει στη Νότια Αμερική, όπου η έλλειψη υποδομών και οι τεράστιες αποστάσεις καθιστούν σχεδόν αδύνατο να αποφύγει κανείς τα αεροπλάνα όταν θέλει να ταξιδέψει σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα, θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει την ιδέα της επιμήκυνσης της διαμονής σε έναν συγκεκριμένο προορισμό, αντί της προσπάθειας επίσκεψης πολλών σημείων. Κάτι τέτοιο προτείνουν πλατφόρμες όπως η «Tintablanca», ένας εκδοτικός οίκος που ειδικεύεται στα ταξίδια και υποστηρίζει την επιλογή ενός και μοναδικού προορισμού για να «τον ζήσεις στο έπακρο». «Πρόκειται για την ενοικίαση ενός μικρού διαμερίσματος στο ρωμαϊκό Τραστέβερε ή στο παρισινό Μαρέ και τη βίωση της καθημερινότητας του τόπου», γράφουν.
Όμως, μπορεί ένας τουρίστας με χαμηλό εισόδημα και λίγες ημέρες άδειας να επιτρέψει στον εαυτό του, όπως ρομαντικοποιεί αυτή η έκδοση, «να κατεβαίνει κάθε πρωί στον ίδιο φούρνο, να μάθει να χαιρετά τον σερβιτόρο στο καφέ της γωνίας στη γλώσσα του ή να απομνημονεύσει τον ακριβή ήχο από τις καμπάνες της κοντινότερης εκκλησίας»; Με έναν μέσο όρο 22 ημερών άδειας τον χρόνο (εκ των οποίων οι 14,3 ημέρες αφιερώνονται σε ταξίδια) και διάμεσο μισθό στην Ισπανία που διαμορφώθηκε στα 24.500 ευρώ το 2024, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή.