Ο Χαλίφα και 11 ακόμη κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν θανατικές ποινές σε μεγάλη υπόθεση διακίνησης συνθετικών ναρκωτικών, με αναμενόμενες εφέσεις και νέες νομικές προσφυγές.
H Αιγύπτια γνωστή τηλεπαρουσιάστρια Σάρα Χαλίφα τηλεπαρουσιάστρια αντιμετωπίζει την ποινή της εκτέλεσης, μετά την απόφαση δικαστηρίου του Καΐρου που την καταδίκασε σε θάνατο για τη χρηματοδότηση και τον συντονισμό δικτύου συνθετικών ναρκωτικών.
Ο δικηγόρος της δηλώνει ότι θα ασκήσει έφεση, ενώ νομικοί εκτιμούν ότι η υπόθεση κάθε άλλο παρά έχει κλείσει.
Η Σάρα Χαλίφα, γνωστή ως παρουσιάστρια της εκπομπής εγκλήματος «Mission Impossible» στο ιδιωτικό κανάλι Al-Mehwar και για την επιχειρηματική της δραστηριότητα στον χώρο των εκδηλώσεων, καταδικάστηκε το Σάββατο μαζί με άλλους 11 κατηγορούμενους σε μια μεγάλη υπόθεση παρασκευής και διακίνησης συνθετικών ναρκωτικών.
Σε εννέα κατηγορούμενους επιβλήθηκαν ποινές ισόβιας κάθειρξης και επτά αθωώθηκαν. Σε όσους καταδικάστηκαν σε θάνατο επιβλήθηκε επιπλέον χρηματικό πρόστιμο 500.000 αιγυπτιακών λιρών (8.000 ευρώ).
Ο αδελφός της Χαλίφα, Μοχάμεντ, ήταν μεταξύ των καταδικασθέντων σε θάνατο, με κατηγορίες για παρασκευή και δοκιμή ναρκωτικών.
Ο συνήγορός της, Μοχάμεντ Ελ-Γκέντι, δήλωσε ότι η υπεράσπιση θα ασκήσει έφεση και θα εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο νομικό μέσο.
Ανώτερο ποινικό δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει τα στοιχεία και τον ρόλο κάθε κατηγορούμενου, επικυρώνοντας, μειώνοντας ή ανατρέποντας τις ποινές. Είναι επίσης δυνατή περαιτέρω προσφυγή στο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Αιγύπτου.
Πριν από την απόφαση του Σαββάτου, το δικαστήριο είχε παραπέμψει τη Χαλίφα και 12 ακόμη κατηγορούμενους στον Μεγάλο Μουφτή της Αιγύπτου, όπως προβλέπεται διαδικαστικά πριν από την επιβολή θανατικής ποινής από ποινικό δικαστήριο. Η γνώμη του Μουφτή είναι συμβουλευτική και δεν δεσμεύει το δικαστήριο.
Τελικά, οι 12 από τους 13 αυτούς κατηγορούμενους καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Πέρα από το κοινό χασίς
Τα αιγυπτιακά μέσα ενημέρωσης αρχικά περιέγραψαν την υπόθεση ως διακίνηση συνθετικού χασίς, όμως τα ιατροδικαστικά ευρήματα που παρουσιάστηκαν στη δίκη έδειξαν ότι οι ουσίες ήταν συνθετικά κανναβινοειδή, χημικές ενώσεις παρασκευασμένες σε εργαστήριο που μιμούνται ορισμένες από τις επιδράσεις της κάνναβης στον εγκέφαλο, αλλά μπορεί να είναι σημαντικά πιο ισχυρές και απρόβλεπτες.
Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα περιγράφει την ουσία MDMB-4en-PINACA ως ισχυρό συνθετικό κανναβινοειδές, το οποίο τέθηκε υπό διεθνή έλεγχο το 2021, μετά από σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας λόγω σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και θανάτων.
Τα συνθετικά κανναβινοειδή μπορούν να προκαλέσουν ψύχωση, σπασμούς, προβλήματα στην καρδιά και στα νεφρά και, σε σοβαρές περιπτώσεις, θάνατο.
Η επιτροπή ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ουσία δεν αναφερόταν ρητά στον κατάλογο ελεγχόμενων ναρκωτικών της Αιγύπτου, αλλά κατέληξε ότι υπάγεται στην αιγυπτιακή νομοθεσία, καθώς η χημική της δομή και οι επιδράσεις της ήταν παρόμοιες με ήδη καταγεγραμμένες ουσίες.
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε αυτήν την ερμηνεία, αλλά το δικαστήριο αποδέχθηκε τα πορίσματα της επιτροπής.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2025, όταν οι αιγυπτιακές αρχές καταπολέμησης των ναρκωτικών ανακοίνωσαν ότι είχαν αποκαλύψει δίκτυο που εισήγαγε πρώτες ύλες για την παρασκευή συνθετικών ναρκωτικών.
Η αστυνομία πραγματοποίησε αρχικά έφοδο σε δύο διαμερίσματα στο Κάιρο και κατέσχεσε περίπου 200 κιλά ναρκωτικών, πρώτες ύλες και εξοπλισμό.
Καθώς η έρευνα διευρυνόταν, οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι η συνολική ποσότητα των κατασχεθέντων ξεπέρασε τα 750 κιλά. Η έρευνα διήρκεσε περίπου 40 ημέρες, προτού οι εισαγγελικές αρχές εξασφαλίσουν εντάλματα σύλληψης.
Η εφημερίδα Al-Masry Al-Youm, επικαλούμενη δικαστικές και πηγές ασφαλείας, μετέδωσε ότι, σύμφωνα με τους ερευνητές, οι πρώτες ύλες προέρχονταν από το εξωτερικό και μεταφέρονταν κρυμμένες μέσα σε συσκευασίες καλλυντικών και αποσκευές σε αεροπορικές πτήσεις.
Η εισαγγελία ανέφερε ότι τα μέλη του δικτύου είχαν εξειδικευμένους ρόλους, από την προμήθεια και την παραγωγή μέχρι την αποθήκευση και τη διανομή. Η υπόθεση κατά 28 κατηγορουμένων στηρίχθηκε σε καταθέσεις 20 μαρτύρων και σε ψηφιακά στοιχεία, όπως μηνύματα, φωτογραφίες και βίντεο.
Ο φερόμενος ρόλος της Χαλίφα
Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Χαλίφα χρηματοδότησε τμήματα της επιχείρησης, ταξίδεψε στο εξωτερικό για να συναντήσει ανώτερα μέλη του δικτύου και λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσά τους και σε άλλα μέλη στην Αίγυπτο.
Σύμφωνα με τα πρακτικά της έρευνας που δημοσιοποιήθηκαν στον αιγυπτιακό Τύπο, δύο κατηγορούμενοι που ζούσαν εκτός Αιγύπτου αγόρασαν παρτίδες υλικών από την Κίνα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή των ναρκωτικών, και έλαβαν οδηγίες για τον τρόπο παραγωγής τους.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι άλλα μέλη αναμείγνυαν τα χημικά σύμφωνα με συνταγές που τους παρείχαν ανώτερα στελέχη του δικτύου, δοκίμαζαν τις νέες παρτίδες σε χρήστες ναρκωτικών για να αξιολογήσουν τις επιδράσεις τους και στη συνέχεια τις ζύγιζαν, τις συσκεύαζαν και τις διέθεταν.
Ο αδελφός της Χαλίφα, Μοχάμεντ Χαλίφα, κατονομάστηκε από την εισαγγελία ως ένας από τους εμπλεκόμενους στην παρασκευή και τη δοκιμή των ναρκωτικών και περιλαμβάνεται επίσης στους καταδικασθέντες σε θάνατο.
Οι εισαγγελείς στηρίχθηκαν επίσης σε ψηφιακά στοιχεία που ανακτήθηκαν από το κινητό τηλέφωνο της Χαλίφα.
Σύμφωνα με έγγραφα της εισαγγελίας που κοινοποιήθηκαν στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης, οι ερευνητές εντόπισαν συνομιλίες στο WhatsApp με βίντεο από ουσίες που μοιάζουν με αυτές που κατασχέθηκαν στην υπόθεση, καθώς και επικοινωνίες με άλλα φερόμενα μέλη του δικτύου.
Γραφολογική εξέταση κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η Χαλίφα είχε γράψει σημειώσεις σε κατασχεθέν σημειωματάριο, με ονόματα, αριθμούς και ποσά που, σύμφωνα με την εισαγγελία, συνδέονταν με δαπάνες για τη λειτουργία του κυκλώματος ναρκωτικών.
Η Χαλίφα αρνήθηκε σταθερά οποιαδήποτε εμπλοκή στο δίκτυο.
Το Σάββατο εκδόθηκε επίσης δεύτερη καταδικαστική απόφαση σε βάρος της Χαλίφα σε ξεχωριστή υπόθεση.
Δικαστήριο του Καΐρου την καταδίκασε σε τρία χρόνια φυλάκιση για επίθεση, αφού οι ερευνητές εντόπισαν στο τηλέφωνό της βίντεο που δείχνει έναν νεαρό άνδρα, ταυτοποιημένο ως οδηγό της, να γδύνεται, να δέχεται επίθεση και να βιντεοσκοπείται γυμνός μέσα στο σπίτι της.
Άλλοι δύο κατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση καταδικάστηκαν σε επτά χρόνια φυλάκιση ο καθένας, ενώ ένας τέταρτος σε πέντε χρόνια.
Η Αίγυπτος διατηρεί τη θανατική ποινή για σοβαρά αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών. Η οργάνωση Amnesty International κατέγραψε 23 εκτελέσεις στην Αίγυπτο το 2025, από 13 την προηγούμενη χρονιά, και έχει επικρίνει τη χρήση της θανατικής ποινής στη χώρα για αδικήματα που δεν περιλαμβάνουν εκ προθέσεως ανθρωποκτονία.