Μελέτη προσομοίωσης: Οι Ευρωπαίοι ασθενείς αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις σε νέα φάρμακα λόγω των αμερικανικών πιέσεων για χαμηλότερες τιμές.
Τον περασμένο Μάιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιδίωξε (πηγή στα Αγγλικά)να ευθυγραμμίσει τις τιμές των φαρμάκων με τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ άλλων ανεπτυγμένων χωρών, την αποκαλούμενη τιμολόγηση «της ευνοούμενης χώρας» (MFN). Ωστόσο, η πολιτική αυτή για τις τιμές ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες.
Οι Ευρωπαίοι ασθενείς μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν περισσότερο για ορισμένα νέα φάρμακα, καθώς οι ΗΠΑ υποχρεώνουν τις φαρμακοβιομηχανίες να προσφέρουν τιμές που να αντιστοιχούν σε εκείνες άλλων χωρών υψηλού εισοδήματος, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία, σύμφωνα με νέα μελέτη μοντελοποίησης που δημοσιεύθηκε (πηγή στα Αγγλικά)στο The Lancet.
Οι ερευνητές εξέτασαν 195 φάρμακα υπό καθεστώς πατέντας, τα οποία αντιστοιχούν συνολικά σε 87,9 δισ. δολάρια από την ετήσια δαπάνη των ΗΠΑ. Διαπίστωσαν ότι, για τρία στα τέσσερα φάρμακα που μελετήθηκαν, το ποσό που θα έχαναν οι εταιρείες μειώνοντας τις τιμές στις ΗΠΑ θα υπερέβαινε τις συνολικές ετήσιες πωλήσεις τους στις χώρες που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον καθορισμό των τιμών στις ΗΠΑ.
Για να περιορίσουν τις απώλειες στις ΗΠΑ, την μεγαλύτερη φαρμακευτική αγορά (πηγή στα Αγγλικά) στον κόσμο, οι εταιρείες «θα μπορούσαν να έχουν κίνητρο να καθυστερούν την είσοδο στην αγορά στις χώρες του συστήματος αναφοράς με τις χαμηλότερες τιμές», όπως ανέφεραν οι ερευνητές, καθώς με την καθυστέρηση των λανσαρισμάτων οι φαρμακοβιομηχανίες μπορούν να αποφύγουν να ευθυγραμμίσουν τις τιμές στις ΗΠΑ με αυτά τα χαμηλότερα επίπεδα.
«Οι πολιτικές στις ΗΠΑ μπορεί να επηρεάσουν την πρόσβαση σε φάρμακα παγκοσμίως», ανέφερε σε δελτίο Τύπου η συγγραφέας της μελέτης Κέρστιν Φόκινγκερ από το ETH Ζυρίχης και το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.
Τελικά, αυτοί που θα νιώσουν τις συνέπειες είναι οι ασθενείς.
«Ο κίνδυνος είναι πολύ συγκεκριμένος: αν οι φαρμακευτικές εταιρείες καθυστερούν να λανσάρουν φάρμακα στην Ευρώπη επειδή οι ευρωπαϊκές τιμές μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό των τιμών στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ασθενείς εδώ θα μπορούσαν να περιμένουν περισσότερο για θεραπείες που είναι ήδη διαθέσιμες αλλού», ανέφερε το European Patients Forum σε γραπτό σχόλιο προς το Euronews Health. «Για κάποιον που ζει με σοβαρή ή εξελισσόμενη πάθηση, μια επιπλέον αναμονή μπορεί να έχει πραγματικό αντίκτυπο στην υγεία και την ποιότητα ζωής του.»
Η πολιτική των ΗΠΑ έχει ήδη αντίκτυπο στην Ευρώπη.
Επιπτώσεις στην Ευρώπη
Η Ευρώπη έχει καταγράψει μείωση στα λανσαρίσματα φαρμάκων τους τελευταίους μήνες. Δέκα μήνες μετά το προεδρικό διάταγμα του Τραμπ, τα λανσαρίσματα φαρμάκων στις αγορές της ΕΕ μειώθηκαν περίπου κατά 35% σε σύγκριση με τους προηγούμενους δέκα μήνες, όπως μετέδωσε τον Μάρτιο το Reuters (πηγή στα Αγγλικά).
Παρότι δεν είναι σαφές αν η μείωση συνδέεται άμεσα με την πολιτική των ΗΠΑ, τον Φεβρουάριο ανακοινώθηκε ότι ένα φάρμακο για τη θεραπεία ιδιαίτερα σοβαρών περιπτώσεων υψηλής χοληστερόλης αποσύρθηκε από την αγορά (πηγή στα Αγγλικά), πιθανόν λόγω της πολιτικής του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τις τιμές των φαρμάκων.
«Είναι αλήθεια ότι ακόμη και σε μεγαλύτερες χώρες, όπως η Γερμανία, βλέπουμε εταιρείες να επανεξετάζουν αν θα λανσάρουν ένα προϊόν ή πότε θα το λανσάρουν», δήλωσε ο Αλεξάντερ Νατς, επικεφαλής του λόμπι των βιοτεχνολογικών επιχειρηματιών Eucope, στο Euronews, εξηγώντας ότι η τρέχουσα κατάσταση αναγκάζει τις φαρμακευτικές να σκεφτούν πολύ προσεκτικά πριν από ένα λανσάρισμα.
«Δεν θα πρέπει να περιμένουμε ότι δεν θα έχουμε πρόσβαση σε κανένα φάρμακο, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ότι οι αποφάσεις των εταιρειών θα λαμβάνονται με πολύ μεγαλύτερη προσοχή», πρόσθεσε.
Ο Νατς θεωρεί ότι, για να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα έχει νέα φάρμακα χωρίς καθυστερήσεις, οι κυβερνήσεις πρέπει να είναι διατεθειμένες να δαπανήσουν περισσότερα.
«Πρέπει να γίνει μια συζήτηση, ένας εσωτερικός πολιτικός διάλογος στη Γερμανία και σε άλλες χώρες, για το πόσα είμαστε διατεθειμένοι να ξοδέψουμε για την υγεία», είπε.
Οι χώρες ήδη αισθάνονται αυτή την πίεση στους περιορισμένους προϋπολογισμούς τους.
«Οι χώρες αναφοράς, από τη Γερμανία έως την Ιαπωνία και την Αυστραλία, δέχονται σημαντική πίεση από την αμερικανική κυβέρνηση και τη βιομηχανία να αυξήσουν τις τιμές και τις δαπάνες για φάρμακα», δήλωσε ο Τόμας Χουάνγκ του νοσοκομείου Brigham and Women’s και κύριος συγγραφέας της μελέτης.
«Όμως αυτό συγκρούεται με την πραγματικότητα ότι άλλες χώρες έχουν περιορισμένα περιθώρια στον προϋπολογισμό τους», πρόσθεσε.
Για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες, οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι οι παραγωγοί και οι χώρες ενδέχεται να στραφούν στις τιμές καταλόγου – δηλαδή στην τιμή που ορίζει ο κατασκευαστής πριν από τις εκπτώσεις – αντί στις καθαρές τιμές, οι οποίες ενσωματώνουν εμπιστευτικές επιστροφές.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με τους πρόσφατα αναθεωρημένους φαρμακευτικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια εταιρεία υποχρεούται να κυκλοφορήσει ένα νέο φάρμακο, εφόσον ζητηθεί από μια χώρα, εντός τριών ετών – αλλιώς χάνει δύο χρόνια από τα αποκλειστικά δικαιώματα κυκλοφορίας.
Αυτός ο όρος λειτουργεί ως «αντίβαρο» στις συνέπειες της πολιτικής Τραμπ για τις τιμές των φαρμάκων· ωστόσο, είναι «απίθανο από μόνος του να μεταβάλει ουσιαστικά το μέγεθος των εξοικονομήσεων», όπως έγραψαν οι συγγραφείς. Ο Νατς εμφανίστηκε επίσης επιφυλακτικός ως προς το αν αυτό αρκεί για να αντισταθμίσει τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της αμερικανικής πολιτικής τιμολόγησης.
Πόσα εξοικονομούν οι ΗΠΑ;
Παρότι η πολιτική τιμολόγησης φαρμάκων στις ΗΠΑ ενέχει τον κίνδυνο καθυστερήσεων στην Ευρώπη, θα μπορούσε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να μειώσουν τις δαπάνες τους κατά 5,2 δισ. δολάρια για φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε νοσοκομεία και κατά 6,4 δισ. δολάρια για φάρμακα που αγοράζονται από φαρμακεία, σύμφωνα με τη μελέτη στο Lancet. Αυτές οι εξοικονομήσεις θα μπορούσαν να αυξηθούν σε 21 δισ. και 25,5 δισ. δολάρια, αντίστοιχα, υπό ευρύτερη εφαρμογή της πολιτικής.
Ωστόσο, καθώς 17 εταιρείες έχουν συνάψει εμπιστευτικές συμφωνίες με την κυβέρνηση που τις εξαιρούν από αυτούς τους κανόνες, οι πιθανές εξοικονομήσεις θα μειώνονταν κατά 71%.
Παρότι η τιμολόγηση «ευνοούμενης χώρας» έχει τη δυνατότητα «να προσφέρει πραγματικές εξοικονομήσεις στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ και στους φορολογουμένους … αν όμως οι παραγωγοί μπορούν να αποφύγουν τη συμμετοχή σε αυτά τα μοντέλα συνάπτοντας παράπλευρες συμφωνίες, οι περισσότερες από αυτές τις εξοικονομήσεις ίσως να μην υλοποιηθούν», δήλωσε ο Χουάνγκ.
Το European Patients Forum ανέφερε ότι, αν η «εφαρμογή της πολιτικής τιμολόγησης φαρμάκων στις ΗΠΑ οδηγεί σε καθυστερήσεις λανσαρισμάτων σε άλλες χώρες χωρίς να αποφέρει τις αναμενόμενες εξοικονομήσεις για το Medicare [το αμερικανικό πρόγραμμα ασφάλισης υγείας], αυτό κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια κατάσταση όπου όλοι χάνουν, τόσο τα συστήματα υγείας όσο και οι ασθενείς».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει επίσης το ζήτημα, καθώς οι υπουργοί Υγείας στα μέσα Ιουνίου ανέθεσαν στην επίτροπο Υγείας της ΕΕ να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της πολιτικής «ευνοούμενης χώρας» των ΗΠΑ στην Ένωση: κατά πόσον η MFN οδηγεί σε καθυστερήσεις λανσαρισμάτων, σημαντικά υψηλότερες τιμές και, τελικά, μειωμένη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα.
Στη μελέτη, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί αλλά έχει περιέλθει σε γνώση του Euronews Health, η Επιτροπή αναφέρει ότι προς το παρόν είναι σχεδόν αδύνατο να υποδειχθεί αν οι καθυστερήσεις ή οι πιέσεις στις τιμές συνδέονται άμεσα με τις αμερικανικές πολιτικές τιμολόγησης ή αποτελούν περισσότερο συνέπεια της τρέχουσας αβεβαιότητας γύρω από αυτές, επισημαίνοντας ότι τα επόμενα χρόνια θα φέρουν μεγαλύτερη σαφήνεια.
«Απ’ ό,τι καταλαβαίνω από τη μελέτη της Επιτροπής, ουσιαστικά αναφέρει ότι είναι πολύ νωρίς για να συγκρίνουμε συστηματικά τις επιμέρους τιμές. Μέχρι εδώ καλά, μπορεί να ισχύει. Όμως οι επιπτώσεις είναι πολύ ευρύτερες», δήλωσε ο Νατς, προσθέτοντας ότι «δεν πρόκειται μόνο για αυτή την τιμή· αφορά (και) το αν το συγκεκριμένο προϊόν θα κυκλοφορήσει ποτέ στην Ευρώπη. Θα φτάσει στους ασθενείς στη Γερμανία; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα εδώ».