Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) βρίσκεται στο στόχαστρο κυρώσεων των ΗΠΑ που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ
Το βραβείο Ζαχάροφ για την ελευθερία της σκέψης απονεμήθηκε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), το οποίο επί του παρόντος βρίσκεται στο στόχαστρο του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα.
"Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στον σεβασμό της πολυμέρειας και των διεθνών θεσμών", δήλωσε η Ρ. Μέτσολα στο ημικύκλιο στο Στρασβούργο, υπογραμμίζοντας τη "σημαντική εργασία που έχει γίνει για τον σεβασμό του νόμου και της δικαιοσύνης σε διεθνή κλίμακα".
Το ετήσιο βραβείο αναγνωρίζει άτομα και οργανώσεις που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
Μεταξύ των προηγούμενων βραβευθέντων συγκαταλέγονται ο ηγέτης από τη Νότια Αφρική, Νέλσον Μαντέλα, και ο άλλοτε ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) στις 9 Οκτωβρίου, μετά από επανειλημμένη κριτική σχετικά με το ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε το Δικαστήριο εναντίον του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, καθώς και για την έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν.
«Πρόκειται για ένα μήνυμα ελπίδας και αντίστασης προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν θα εγκαταλείψουμε το κράτος δικαίου και τη διεθνή δικαιοσύνη. Θα σταθούμε στο πλευρό του ΔΠΔ για όσο χρειαστεί», δήλωσε η Γαλλίδα ευρωβουλευτής Κλοέ Ριντέλ, η οποία πρότεινε το Δικαστήριο για το βραβείο.
Οι επικεφαλής των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επέλεξαν το ΔΠΔ έναντι δύο άλλων υποψηφίων που είχαν συμπεριληφθεί στην τελική λίστα: του Τανζανού δικηγόρου Τούντου Λίσου, ο οποίος υφίσταται πολιτικές διώξεις, και των Ιρανών αδελφών Ταρανέ και Ρομίνα Ραχίμι, οι οποίες προτάθηκαν εκ μέρους όσων διώκονται από τις ιρανικές αρχές.
Η πρόταση για το ΔΠΔ κατατέθηκε από την ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), με άλλες πολιτικές ομάδες να στηρίζουν τελικά την υποψηφιότητα.
Η απόφαση εξέπληξε ορισμένους κύκλους, οι οποίοι ανέμεναν ότι θα επικρατούσε ο Λίσου.
Την περασμένη εβδομάδα, ευρωβουλευτές από όλο το πολιτικό φάσμα κάλεσαν την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να προστατεύσει το Δικαστήριο —το οποίο εδρεύει στην Ολλανδία— από τις αμερικανικές κυρώσεις.
Ζήτησαν να αξιοποιηθούν «όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας», και συγκεκριμένα ο «Κανονισμός Αποκλεισμού» (Blocking Statute) της ΕΕ, ο οποίος θωρακίζει τις ευρωπαϊκές εταιρείες και τους πολίτες από τις επιπτώσεις ξένων κυρώσεων.
Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Κάγια Κάλας, χαρακτήρισε την απειλή κυρώσεων κατά του ΔΠΔ ως «απαράδεκτη» στις 9 Οκτωβρίου, επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο. Η ΕΕ, ωστόσο, δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες.
Ο ρόλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το ερωτικό σκάνδαλο και το ιστορικό της κόντρας με τον Τραμπ
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) διέρχεται την πιο δύσκολη περίοδο της ιστορίας του, αφού συνταράχθηκε από ένα σεξουαλικό σκάνδαλο και τις νέες κυρώσεις που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ.
Το ΔΠΔ, που εδρεύει στη Χάγη, δημιουργήθηκε το 2002 για να δικάσει άτομα που κατηγορούνται για τα πιο σοβαρά εγκλήματα: εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία.
Η ιδρυτική συνθήκη του, η Συνθήκη τη Ρώμης προβλέπει ότι το δικαστήριο ενεργεί εξ ονόματος "εκατομμυρίων παιδιών, γυναικών και ανδρών" που υπήρξαν "θύματα ακροτήτων που υπερβαίνουν τη φαντασία και πληγώνουν βαθιά την ανθρώπινη συνείδηση".
Το ΔΠΔ, που θεωρείται διάδοχος του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης στο οποίο είχε ανατεθεί να δικάσει τα εγκλήματα πολέμου των ναζί, λειτουργεί ως "δικαστήριο ύστατης καταφυγής," που ασχολείται με υποθέσεις τις οποίες τα εθνικά δικαστήρια δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δικάσουν.
Η δίκη βασίζεται στην παρουσία ενός εκπροσώπου των θυμάτων, που βλέπουν στο δικαστήριο της Χάγης ένα μέσο για να εξασφαλίσουν δικαιοσύνη την οποία δεν κατάφεραν να αναδείξουν στη χώρα τους.
Από τη δημιουργία του το δικαστήριο αποτελεί ωστόσο στόχο επικρίσεων για το ότι έχει καταδικάσει μόλις 15 άτομα, όλα από την Αφρική, σε περίπου ένα τέταρτο του αιώνα.
Έχει γνωρίσει επίσης ηχηρές αποτυχίες: ο πρώην πρόεδρος της Ακτής Ελεφαντοστού Λοράν Γκμπαγκμπό αθωώθηκε, ο πρώην αντιπρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό Ζαν-Πιερ Μπεμπά απηλλάγη των κατηγοριών στο εφετείο, ενώ οι κατηγορίες σε βάρος του προέδρου της Κένυας Ουχούρου Κενυάτα αποσύρθηκαν.
Το δικαστήριο έχει αυτή τη στιγμή 125 χώρες μέλη. Ωστόσο μεγάλες δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία, το Ισραήλ και η Ρωσία δεν αποτελούν μέλη του.
Η Ουάσινγκτιν ήταν πάντοτε από τους πιο σφοδρούς επικριτές του ΔΠΔ φθάνοντας μέχρι να εγκρίνει νόμο που επιτρέπει στρατιωτική επέμβαση για απελευθέρωση οποιουδήποτε Αμερικανού στρατιωτικού ή αξιωματούχου τελεί υπό κράτηση από το δικαστήριο.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραπ ανέβασε τον τόνο εναντίον του δικαστηρίου, χαρακτηρίζοντάς τον "θεσμό εκτός ελέγχου". Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποσχέθηκε να το διαλύσει "τούβλο το τούβλο".
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει εξοργιστεί με το ΔΠΔ επειδή εξέδωσε ένταλμα σύλληψης του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στενού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών, για εγκλήματα που φέρεται να διαπράχθηκαν στη Γάζα.
Η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε πριν από δύο εβδομάδες κυρώσεις που έχουν σκοπό να παραλύσουν την καθημερινή λειτουργία του δικαστηρίου, σε συνέχεια κυρώσεων που έθεταν στο στόχαστρο ορισμένους αξιωματούχους.
Οι πρόσφατες αυτές κυρώσεις μπορεί να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καταβολή των μισθών των 900 υπαλλήλων του ΔΠΔ και σε μετακινήσεις που συνδέονται με έρευνες. Θα επηρεάσουν επίσης κυρίως την αυτόνομη τεχνολογία του, καθότι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αμερικανικό κολοσσό της πληροφορικής Microsoft.
Οι ΗΠΑ διεξάγουν επίσης διπλωματική εκστρατεία με σκοπό να ασκήσουν πίεση στις χώρες ώστε να αποχωρήσουν από το ΔΠΔ. Έκκληση στην οποία ανταποκρίθηκαν ήδη το Ναούρου, το Τσαντ, η Βενεζουέλα, η Μπουρκίνα Φάσο, το Μαλί και ο Νϊγηρας, που ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους.
Το δικαστήριο έγινε επίσης πρώτη είδηση φέτος μετά την αποπομπή του γενικού εισαγγελέα του Καρίμ Χαν, έπειτα από κατηγορίες για σεξουαλική επίθεση σε βάρος μίας δικηγόρου που ήταν τότε μέλος της ομάδας του. Ο Χαν αρνείται ότι έκανε οτιδήποτε επιλήψιμο και έχει δεσμευθεί να προσβάλει την απόλυσή του.
Το ΔΠΔ θα τεθεί εκ νέου στο στόχαστρο της κριτικής στα τέλη του έτους με την έναρξη της δίκης του πρώην προέδρου των Φιλιππίνων Ροντρίγκο Ντουέρτε, που κατηγορείται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη διάρκεια του "πολέμου κατά των ναρκωτικών".
Θα είναι ο πρώτος πρώην αρχηγός ασιατικού κράτους που δικάζεται από το δικαστήριο στη Χάγη. Κάτι αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια μόλις, η σύλληψή του δίνει στους εισαγγελείς την ελπίδα ότι και άλλοι φυγάδες μπορεί να παραδοθούν στο δικαστήριο.