Περισσότερα από δώδεκα κράτη μέλη της ΕΕ αμφισβητούν τα σχέδια των Βρυξελλών να ευνοήσουν την ηλεκτρική ενέργεια έναντι του αερίου, προειδοποιώντας ότι οι προτάσεις θα υπονόμευαν τον εθνικό έλεγχο στη φορολογία ενέργειας και στις χρεώσεις δικτύων
Περισσότερες από δώδεκα χώρες της ΕΕ έχουν αντιδράσει στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να καταστήσει την ηλεκτρική ενέργεια φθηνότερη από το φυσικό αέριο μέσω ευνοϊκής φορολογίας, προειδοποιώντας ότι οι Βρυξέλλες υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους.
Σε συνεδρίαση των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ στο Λουξεμβούργο την Πέμπτη, η Γερμανία, η Ιταλία, η Μάλτα, η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Σλοβακία, η Φινλανδία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Πολωνία, η Λετονία, η Εσθονία και η Ουγγαρία ήταν μεταξύ των χωρών που ζήτησαν να αποσυρθεί η επίμαχη διάταξη.
Η πρόταση εντάσσεται στις προσπάθειες της Επιτροπής να ενθαρρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να στραφούν από τα ορυκτά καύσιμα στην ηλεκτρική ενέργεια, καθώς η ζήτηση από τη βιομηχανία, τα κέντρα δεδομένων, τις αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα συνεχίζει να αυξάνεται.
Όμως το αυξανόμενο κόστος επέκτασης και λειτουργίας των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης μετακυλίεται ολοένα περισσότερο στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων λογαριασμών.
Η πρόταση της Επιτροπής έρχεται εν μέσω ενεργειακής κρίσης, η οποία έχει επιδεινωθεί από τότε που ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος κατά του Ιράν εκτόξευσε τις τιμές και ενίσχυσε την πίεση προς τις Βρυξέλλες να ελαφρύνουν το βάρος για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία.
Ακόμη και πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ήταν διπλάσιες από αυτές στις ΗΠΑ και την Κίνα, γεγονός που ώθησε τους Ευρωπαίους βιομηχάνους να ζητήσουν «επείγουσα και τολμηρή» δράση.
Σε άτυπη σύνοδο τον περασμένο Φεβρουάριο, οι ηγέτες της ΕΕ δεσμεύτηκαν να μειώσουν τις τιμές ενέργειας, καθιστώντας τη φορολογία ηλεκτρικής ενέργειας πιο ευνοϊκή από αυτή του φυσικού αερίου, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι λογαριασμοί.
Ωστόσο, αρκετές χώρες της ΕΕ υποστηρίζουν ότι η φορολογική πολιτική πρέπει να διαμορφωθεί στο πλαίσιο της αναθεώρησης της Οδηγίας για τη Φορολογία της Ενέργειας, η οποία απαιτεί ομοφωνία, και όχι να αποφασιστεί με ψηφοφορία ειδικής πλειοψηφίας, όπως προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η υπουργός Ενέργειας της Σουηδίας Έμπα Μπους ζήτησε καλύτερη ρύθμιση αντί για περισσότερη γραφειοκρατία.
«Λόγω των πολύ σημαντικών διαφορών στα δίκτυα και στα χαρακτηριστικά τους σε όλη την Ένωση, δεν υπάρχει λύση ενιαίας εφαρμογής για τον σχεδιασμό των τιμολογίων», είπε η Μπους.
Η Ισπανία, η Δανία και το Λουξεμβούργο στήριξαν την Επιτροπή, αν και ζήτησαν ορισμένα περιθώρια ευελιξίας.
«Οι προτάσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν ευελιξία για τα κράτη μέλη ώστε να θέτουν σαφείς πολιτικές προτεραιότητες για φιλόδοξες πολιτικές ηλεκτροποίησης, ώστε να διασφαλίζεται η ταχύτητα και η κλίμακα της επέκτασης των δικτύων», δήλωσε ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Δανίας, Σέρεν Γιάκομπσεν.
Η Γαλλία επιχείρησε να ακολουθήσει μια μέση οδό, ζητώντας να διασφαλιστεί η νομική βάση και προτείνοντας η ρύθμιση να συνδεθεί με συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως μια κρίση στις τιμές του φυσικού αερίου.
Το Λουξεμβούργο πρότεινε να αντικατασταθεί η διάταξη με μια γενική υποχρέωση προώθησης της ηλεκτροποίησης.
Οι Βρυξέλλες απέναντι στον εθνικό έλεγχο
Στο επίκεντρο της πιο έντονης αντίδρασης βρέθηκε το σχέδιο της Επιτροπής να μπορεί να καθορίζει κοινούς κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι χρεώσεις των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά νέα έγκριση από τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η Ιταλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Σλοβακία, η Πολωνία, η Ισπανία, η Φινλανδία και άλλες χώρες υποστήριξαν ότι το σχέδιο θα υπονόμευε την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και θα έδινε στις Βρυξέλλες υπερβολική εξουσία σε αποφάσεις που, κατά την άποψή τους, πρέπει να λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο.
Η Φινλανδία σημείωσε ότι το κοινοβούλιό της είχε καταλήξει επισήμως στο συμπέρασμα πως η πρόταση παραβιάζει αυτήν την αρχή.
«Τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρήσουν επαρκή ευελιξία ώστε να αντανακλούν τις εθνικές τους συνθήκες, τις επενδυτικές ανάγκες και τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Μας ανησυχεί επίσης η έλλειψη συνολικής αξιολόγησης επιπτώσεων», είπε ο εκπρόσωπος του φινλανδικού κράτους, Μίκα Νίκανεν.
Στις καταληκτικές του παρατηρήσεις, ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν επέμεινε στη θέση του, λέγοντας ότι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «έχει πολύ νόημα».
Ο επικεφαλής για την ενέργεια στην ΕΕ είπε ότι οι νομικές υπηρεσίες τόσο της Επιτροπής όσο και του Συμβουλίου έκριναν την πρόταση νομικά βάσιμη.
«Η νομική αυτή διάταξη θα μπορούσε να έχει τόσο άμεση όσο και διαρθρωτική επίδραση στη μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν θα πρέπει να στερήσουμε από τους καταναλωτές και τις βιομηχανίες μας τα οφέλη αυτής της πρότασης», είπε στους υπουργούς Ενέργειας ο Γιόργκενσεν.
Η ιρλανδική Προεδρία, η οποία αυτή την περίοδο μεσολαβεί στις διαπραγματεύσεις της ΕΕ, αναφέρει ότι επιδιώκει έναν συμβιβασμό για τις χρεώσεις δικτύου τον Δεκέμβριο.