Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Το πολιτικό αδιέξοδο της Ιταλίας

Το πολιτικό αδιέξοδο της Ιταλίας
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο ορκίστηκε Πρόεδρος της Ιταλίας. Αυτή είναι η δεύτερη επταετής θητεία για τον Ιταλό Πρόεδρο που τον Ιούνιο θα γίνει 88 ετών.

Η επανεκλογή του έρχεται σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τη χώρα. Τώρα ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο θα προσπαθήσει να βγάλει την Ιταλία από το αδιέξοδο που την έχει οδηγήσει το εκλογικό αποτέλεσμα του Φεβρουαρίου.

Για αυτό το θέμα έχουμε μιλήσει με τον Τζιανφράνκο Πασκίνο, πολιτικό αναλυτή. Όμως πρώτα ας δούμε τι ακριβώς έχει συμβεί στην Ιταλία του τελευταίους μήνες.

Δύο μήνες έχουν περάσει από τις βουλευτικές εκλογές στην Ιταλία και η χώρα συνεχίζει να βρίσκεται στο χάος. Το πολιτικό αδιέξοδο που δημιουργήθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα είναι γρίφος για δυνατούς λύτες.

Η αριστερά, με επικεφαλής τον Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι κατάφερε να πάρει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στη Γερουσία. Εκεί το Δημοκρατικό Κόμμα του Μπερσάνι, ο Λαός της Ελευθερίας του Μπερλουσκόνι και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο αλληλοεξουδετερώθηκαν. Σύμφωνα με τον ιταλικό εκλογικό νόμο, ένα κόμμα για να σχηματίσει κυβέρνηση πρέπει να έχει την απόλυτη πλειοψηφία και στα δύο σώματα.

Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι αναγκάστηκε να ψάξει για συμμάχους. Οι διαπραγματεύσεις με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο μάλιστα, έγιναν διαδικτυακά και οδήγησαν σε αδιέξοδο.

Η εναλλακτική λύση ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Το Δημοκρατικό Κόμμα διχάστηκε. Ο Μπερσάνι δεν μπόρεσε να πείσει τα μέλη του κόμματος του, που διαφωνούσαν.

Χρειάστηκαν έξι ψηφοφορίες για την εκλογή Προέδρου. Το αποτέλεσμα της έκτης ψηφοφορίας έδωσε στον 87χρονο Ναπολιτάνο μια δεύτερη θητεία, πρωτοφανές για τα ιταλικά δεδομένα. Ο Μπερσάνι ανακοίνωσε την παραίτησή του από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος ανοίγοντας το δρόμο για μια εσωκομματική μάχη για την ηγεσία του κόμματος.

Ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο δέχτηκε να επανεκλεγεί για μια ακόμα επταετή θητεία. Τώρα πλέον μπορεί να διαλύσει τη Βουλή και ίσως να δώσει και ένα τέλος στο πολιτικό αδιέξοδο.

Ο μόνος που δεν στήριξε την υποψηφιότητα Ναπολιτάνο ήταν ο Μπέπε Γκρίλο. Ζητώντας από τους υποστηρικτές του να κατέβουν σε διαδηλώσεις, κατηγόρησε τα παραδοσιακά κόμματα ότι είναι υπεύθυνα για την οικονομική ύφεση της χώρας και τη διαφθορά. Μάλιστα συμπλήρωσε ότι έχουν ήδη συμφωνήσει στο σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, ώστε να διατηρηθεί αυτό το status quo.

Ο Τζιανφράνκο Πασκίνο είναι καθηγητής πανεπιστημίου και πολιτικός αναλυτής και είναι μαζί μας από τη Μπολόνια.

Ο Ναπολιτάνο δέχτηκε την πρόταση των δύο μεγάλων πολιτικών συνασπισμών να επανεκλεγεί. Για αντάλλαγμα όμως ζήτησε από τα κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Όλοι οι Ιταλοί αναρωτιούνται πως οι πολιτικοί θα μπορέσουν να τηρήσουν μια τέτοια δέσμευση, δεδομένου ότι τους τελευταίους μήνες η εικόνα που δίνουν είναι πολύ κακή.

Ερωτηθείς για το πόσος καιρός θα περάσει μέχρι τα κόμματα να μην καταφέρουν να τα βρουν ξανά, απάντησε: « Αυτό που εύχομαι είναι να μην συμβεί άμεσα. Νομίζω ότι πρέπει να δώσουν στην κυβέρνηση χρονικό περιθώριο τουλάχιστον ενός χρόνου για να κάνει πολλά απαραίτητα πράγματα. Πρώτον πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις στο εκλογικό σύστημα. Δεύτερον να συνεχιστούν οι οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που άρχισε η κυβέρνηση Μόντι, γιατί αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποφασιστεί κατόπιν διαπραγματεύσεων με την ΕΕ. Πρέπει να τηρηθούν οι δεσμεύσεις και για να συμβεί αυτό χρειάζεται τουλάχιστον ένας χρόνος. Μόνο τότε τα κόμματα θα μπορούν να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν την αντιπαράθεση ή αν θα δημιουργήσουν κάτι καινούριο.»

Σε ότι αφορά το μήνυμα που έστειλε η Ιταλία στην ΕΕ με την επανεκλογή Ναπολιτάνο, ο καθηγητής Πεσκίνο δήλωσε: «Το μήνυμα είναι το εξής: Θυμάστε; Έχουμε έναν εξαιρετικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας με ισχυρή διεθνή παρουσία. Έναν άνθρωπο που μπορεί να συνομιλήσει μαζί σας στα Αγγλικά ή στα Γαλλικά και ο οποίος εκπροσωπεί μια χώρα με πολλά άλυτα προβλήματα. Αυτός είναι: Σας παρακαλούμε συνεχίστε να μας έχετε εμπιστοσύνη. Και νομίζω ότι οι αγορές έχουν ήδη απαντήσει θετικά.»

Αυτή τη στιγμή φαβορί για την πρωθυπουργία φαίνεται να είναι ο Τζουλιάνο Αμάτο. Θα μπορούσε όμως ο Αμάτο μέσα στους επόμενους μήνες να συνεχίσει με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για τη χώρα, αλλά και να καταστρώσει κάποιο σχέδιο για την οικονομία; Η απάντηση του Τζιανφράνκο Πασκίνο ήταν σαφής: «Ο Τζουλιάνο Αμάτο είναι ένας πολιτικός που χαίρει της εκτίμησης του Ιταλού Προέδρου και είμαι σίγουρος ότι ο Ναπολιτάνο θα του δώσει όλη τη στήριξη που χρειάζεται. Ο Αμάτο έχει διεθνές κύρος, μιλάει πολύ καλά Αγγλικά και είναι πρώην υπουργός Οικονομικών. Αυτό είναι κάτι που αξίζει να το θυμόμαστε. Δεν γνωρίζει μόνο τα νομικά ζητήματα, αλλά έχει και μεγάλη πείρα στα οικονομικά θέματα. Με τη στήριξη του προέδρου και με τα κόμματα να κρατούν υπεύθυνη στάση ο Αμάτο θα είναι σε θέση να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις που προανέφερα, και οι οποίες πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε ένα χρόνο. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση, μπορεί να αποτύχουμε να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας και αυτό μπορεί να προκαλέσει ανησυχία στις αγορές κατά της Ιταλίας.»

Όσο για το ενδεχόμενων νέων εκλογών στην Ιταλία στο άμεσο μέλλον, απάντησε: «Αν το σύντομα σημαίνει μέσα στους επόμενους τρεις με έξι μήνες, θα έλεγα όχι. Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στην κυβέρνηση περιθώριο ενός έτους. Καμία κυβέρνηση σε καμία χώρα, ακόμα και στις πιο λειτουργικές δημοκρατίες, δεν μπορεί να εφαρμόσει μακροχρόνια σχέδια αν δεν της επιτραπεί να επιβιώσει για τουλάχιστον ένα χρόνο. Το πρόβλημα είναι ότι πρέπει να επανιδρύσουμε τη χώρα μας. Αυτό είναι αδύνατο να γίνει μέσα σε ένα χρόνο. Σε αυτό το διάστημα όμως μπορεί να σημειωθεί πρόοδος στις κατευθυντήριες γραμμές που ήδη υπάρχουν, οι οποίες έχουν καθοριστεί για την Ιταλία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μπορούμε να συνεργαστούμε. Αυτό μπορούμε να το πετύχουμε. Όλα τα άλλα θα εξαρτηθούν από την αποδοχή που θα έχει η κυβέρνηση και το αν θα μπορέσει να τα καταφέρει, αλλά και από το πόσο τα άλλα κόμματα θα στηρίξουν τον Αμάτο.»