Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Ιταλία: Οι γραφειοκράτες κινούν τα νήματα

euronews_icons_loading
Ιταλία: Οι γραφειοκράτες κινούν τα νήματα
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η Ρώμη είναι η πόλη που συγκεντρώνει όλα τα σύμβολα εξουσίας του τότε και του τώρα στην Ιταλία. Το Πάνθεον, το Καστέλο Σαντ’ Άντζελο, όπου ετάφη ο αυτοκράτορας Αδριανός και ανεγέρθηκε το φρούριο της Εκκλησίας. Το Παλάτσο Μοντετσιτόριο, έδρα της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η Κολούμνα Αντονίνα βρίσκεται μπροστά από τα γραφεία της κυβέρνησης. Εκεί βρίσκεται η προεδρία της Δημοκρατίας. Η κατοικία του ιδιοκτήτη της FIAT Τζιοβάνι Ανιέλι. Κι έπειτα το μνημείο που είναι αφιερωμένο στον βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ τον 2ο, το οποίο χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα για να γιορτάσει την ένωση της Ιταλίας. Σε αυτήν την πόλη η εξουσία ασκείται διαδοχικά για 2767 χρόνια.

Ο Ματέο Ρέντζι ορκίστηκε πρωθυπουργός της Ιταλίας στις 22 Φεβρουαρίου. Η κυβέρνησή του είναι η τρίτη που αναλαμβάνει εδώ και λιγότερο από δύο χρόνια. Όπως και οι προηγούμενες, αποτελεί προϊόν συμβιβασμού μεταξύ αντίπαλων πολιτικών ομάδων με στόχο τις μεταρρυθμίσεις που θα ανορθώσουν την ιταλική οικονομία.

Μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχουν λεχθεί και γραφτεί πολλά, αλλά – αντίθετα – έχουν γίνει πολύ λίγα. Είναι σαν η πολιτική εξουσία να έχει χάσει τη δύναμη της λήψης αποφάσεων.

Όπως εξηγεί ο δημοσιογράφος της Corriere della Sera Σέρτζιο Ρίτσο, «τα τελευταία χρόνια, οι γραφειοκράτες κυριαρχούν στη νομοθετική διαδικασία. Εκείνοι είναι που φτιάχνουν τους νόμους. Τους γράφουν εντός των υπουργείων κι έπειτα ο νόμος πάει στη Βουλή και εγκρίνεται. Όμως, πριν τεθεί σε ισχύ, χρειάζονται επιπλέον κανονισμούς. Κι αυτό το αναλαμβάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που έγραψαν τον νόμο. Έτσι, μοναδική δουλειά του Κοινοβουλίου είναι να επικυρώσει αυτά που οι γραφειοκράτες γράφουν εντός των υπουργείων. Μια κατάσταση που δημιουργεί τεράστιες συγκρούσεις συμφερόντων».

Μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν ψηφιστεί 480 νόμοι για την αλλαγή στο φορολογικό σύστημα. Εξ αυτών, περίπου 60 κατάφεραν να απλοποιήσουν τη φορολογία. Οι υπόλοιποι έκαναν το σύστημα ακόμη πιο περίπλοκο.

Όμως για την εφαρμογή του νόμου, απαιτείται ένα ακόμη βήμα: Ένας κανονισμός, τον οποίο θα αναλάβουν γραφειοκράτες.

Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης Αντόνιο Κατρικαλά υπήρξε για χρόνια και μέχρι πριν λίγους μήνες μέλος αυτής της ελίτ. Όπως λέει, «σε πολλές περιπτώσεις, ο κανονισμός είναι αναγκαίος εξαιτίας του τεχνικού κομματιού του νόμου, το οποίο είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Άλλες φορές, χρειάζεται κανονισμός για να υπάρξει πολιτική συμφωνία. Κάτι είναι οξύμωρο; Οι βουλευτές αποφασίζουν την εκ των υστέρων επίλυση του ζητήματος με έναν κανονισμό. Αν και αυτό δεν συμβαίνει πάντα».

Μια Βουλή που αδυνατεί να αποφασίσει συνεπάγεται ακόμη μεγαλύτερη δύναμη στους ανώτερους αξιωματούχους της δημόσιας διοίκησης, στους οποίους πλέον απονέμονται πολιτικές ευθύνες. Δεν εκλέγονται και δεν χρειάζεται να παραιτηθούν όταν αλλάζει η κυβέρνηση. Επομένως, έχουν στα χέρια τους πραγματική εξουσία.

«Όταν διορίζεται ένας υπουργός, προσλαμβάνει έναν γενικό διευθυντή με πενταετή θητεία. Έπειτα, ενάμιση χρόνο μετά, όταν η κυβέρνηση έχει πέσει και την αντικαθιστά μια νέα με αντίθετες αντιλήψεις, ο νέος υπουργός κληρονομεί τον γενικό διευθυντή που είχε προσλάβει ο προκάτοχός του. Τώρα, ο γενικός διευθυντής πρέπει να διαλέξει: Ή αλλάζει πολιτικές πεποιθήσεις – κάτι που οι γραφειοκράτες μας κάνουν συχνά – ή κάνει αντιπολίτευση στον υπουργό», μας λέει ο αποσυρθείς κοινοβουλευτικός σύμβουλος Λουίτζι Τιβέλι.

Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι της δημόσιας διοίκησης πρέπει – κατά το Σύνταγμα – να επιλέγονται με ανοιχτό διαγωνισμό μεταξύ των μελών του Συμβουλίου του Κράτους, των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου και κάποιων άλλων κλειστών κύκλων. Άρα, οι γραφειοκράτες του σήμερα είναι οι δικαστές του αύριο – ή και το αντίστροφο. Εδώ εγείρονται ερωτήματα.

Ο καθηγητής Δικαίου Στέφανο Ροντοτά εξηγεί: «Συχνά, ο κρατικός σύμβουλος καταλήγει να είναι ο δικαστής που εφαρμόζει το νόμο. Διότι, υπάρχουν νόμοι που στην κυριολεξία έχει γράψει ή που συνέγραψε μαζί με τον υπουργό. Έπειτα, αν επιστρέψει στην έδρα του, θα βγάλει μια απόφαση σε μια δικαστική αίθουσα, η οποία θα είναι σύμφωνη με το νόμο που ο ίδιος έγραψε. Κι εδώ υπάρχει μια σύγκρουση. Διότι οι ρόλοι του νομοθέτη και του δικαστή πρέπει πάντα να είναι διακριτοί».

Από το 1889, το Συμβούλιο του Κράτους έχει την έδρα του σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά μπαρόκ κτήρια της Ρώμης. Το Παλάτσο Σπάντα. Στην αυλή του, η βεβιασμένη προοπτική δίνει την εντύπωση ότι το άγαλμα στο τέρμα της στοάς του Φραντσέσκο Μπορομίνι είναι κατασκευασμένο σε φυσικό μέγεθος. Όμως το ύψος του δεν ξεπερνά τα εξήντα εκατοστά.

Κάτι παρόμοιο προσπαθεί να κάνει και η κυβέρνηση Ρέντζι. Να αφαιρέσει κλιμακωτά από τον γραφειοκρατικό μηχανισμό τη δύναμη που έχει συγκεντρώσει εδώ και χρόνια. Σύμφωνα με τον κ. Ροντοτά, «ο νέος υπουργός μπορεί να αλλάξει την κεφαλή του υπουργείου του, τους γενικούς διευθυντές. Έχει τρεις μήνες για να το κάνει. Επομένως, η δήλωση πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα λόγω της κατάστασης που παρέλαβε από τον προκάτοχό του, δεν είναι εντελώς αληθής. Δεύτερον: έχει πλήρη ελευθερία ως προς την επιλογή του επιτελάρχη του, του επικεφαλής του γραφείου του».

Η υπερβολική γραφειοκρατία και η πολυνομία φρενάρουν συνεχώς τις μεταρρυθμίσεις. Όμως το πρόβλημα στην Ιταλία είναι ακόμη βαθύτερο. Οι κανόνες που λείπουν είναι εκείνοι με την πιο βαρύνουσα σημασία. Αυτοί που θα διαχωρίσουν την πολιτική δραστηριότητα από τα ιδιωτικά συμφέροντα.

«Όταν ένας βουλευτής δεν επανεκλεγεί, μπορεί να γίνει λομπίστας. Δηλαδή, μπορεί να εργάζεται παρασκηνιακά προωθώντας συμφέροντα στους πρώην συναδέλφους του. Αυτό συμβαίνει συχνά στην Ιταλία, αφού οι πρώην βουλευτές έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο Κοινοβούλιο. Επιτρέπεται, δεν απαγορεύεται. Σίγουρα, όμως, αποτελεί ανωμαλία του συστήματος», μας λέει ο Πιερ Λουίτζι Πετρίλο, καθηγητής Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Ουνιτέλμα Σαπιέντσα της Ρώμης.

Σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στις περισσότερες Ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες, στην Ιταλία δεν υπάρχει ένας κατάλογος όσων εκπροσωπούν ομάδες συμφερόντων. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη αδιαφάνεια και έκθεση του συστήματος στη διαφθορά.

Ο λομπίστας του Open Gate Italia Φράνκο Σπιτσαριέλο επιρρίπτει ευθύνες στο πολιτικό σύστημα για αυτήν την κατάσταση. Όπως λέει, «η απουσία κανόνων στην Ιταλία για την εκπροσώπηση ομάδων συμφερόντων αποτελεί πολιτική επιλογή. Τα τελευταία σαράντα χρόνια έχουν παρουσιαστεί στη Βουλή και τη Γερουσία πάνω από πενήντα νομοσχέδια. Δεν έχει συζητηθεί ούτε ένα! Η επιλογή των πολιτικών υπήρξε πάντα σαφής. Έγιναν και δύο προσπάθειες σε κυβερνητικό επίπεδο. Πρώτα επί Πρόντι και έπειτα επί Λέτα. Και εκεί, καμία επιτυχία».

Ο πρώην πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα είχε αναθέσει σε μια ομάδα ειδικών τη θέσπιση νέων κανόνων διαφάνειας. Ο κ. Πετρίλο ήταν μέλος της ομάδας και μας εξηγεί γιατί οι προτάσεις τους απερρίφθησαν: «Το να κάνουμε έναν υπουργό ή έναν βουλευτή να κρατά ημερολόγιο με λεπτομέρειες για τις συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους συμφερόντων, με οικονομικά ή τραπεζικά λόμπι, με επαγγελματικές ενώσεις, ενώσεις πολιτών, θρησκευτικές ενώσεις, με πολυεθνικές εταιρείες… όλες αυτές οι υποχρεώσεις κρίθηκαν υπερβολικές».

Στην τελευταία της έκθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει λόγο για εκτεταμένη διαφθορά στην Ιταλία. Τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Αυτό το σύστημα ευνοεί τα κατεστημένα συμφέροντα και απειλεί τη χώρα με παραλυσία. Η θεραπεία είναι γνωστή. Και το μόνο που χρειάζεται για να υπάρξει θεραπεία είναι πολιτική βούληση.