Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Κύπρος: Δέκα χρόνια από την ένταξη στην ΕΕ

Κύπρος: Δέκα χρόνια από την ένταξη στην ΕΕ
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Δέκα χρόνια μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, οι Υπουργοί Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας συνομιλούν με το ΚΥΠΕ και προβαίνουν σε μια αξιολόγηση της συμμετοχής μας στην ΕΕ. Αναφέρονται στα όσα θετικά ή αρνητικά έφερε μαζί της η ένταξη της Κύπρου στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια και μοιράζονται μαζί μας κάποια περιστατικά από την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, τα οποία έχουν χαραχθεί έντονα στη μνήμη τους.

Το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων συνομίλησε με τον Υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Κασουλίδη (2013-σήμερα και 1997-2003), την τέως Υπουργό Εξωτερικών Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή (2011-2013 και 2007-2008), τους πρώην Υπουργούς Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού (2008-2011), Γιώργο Λιλλήκα (2006-2007), Γιώργο Ιακώβου (2003-2006 και 1983-1993) και Νίκο Ρολάνδη (1978-1983) καθώς και με τον Υφυπουργό Ευρωπαϊκών Θεμάτων, Ανδρέα Μαυρογιάννη (2011-2012).

Ακολουθούν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις των Υπουργών Εξωτερικών.

Πώς αξιολογείτε τα δέκα χρόνια από την ένταξή μας στην ΕΕ;

Ιωάννης Κασουλίδης: Η απόφαση για κούρεμα καταθέσεων που επιβλήθηκε τον περασμένο Μάρτιο έχει επισκιάσει σε μεγάλο βαθμό πολλά από τα θετικά στοιχεία που επέφερε η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Ο σκληρός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η οικονομία μας αποτελεί δείγμα μιας άδικης και πρωτοφανούς πειραματικής πρακτικής. Γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες λήφθηκε η εν λόγω απόφαση, όπως επίσης γνωρίζουμε ότι μπορούσαμε να δράσουμε προληπτικά προ πολλού, αποτρέποντας την επιβολή τόσο επίπονων και σκληρών μέτρων.
Παρόλα αυτά, είμαι της άποψης ότι η ένταξη στην ΕΕ πρέπει να εξυπηρετεί πρώτιστα τα δικαιώματα των πολιτών. Και αυτό, αν εξαιρέσουμε το ζήτημα του κουρέματος, έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό. Η ΕΕ επέτρεψε στον Κύπριο πολίτη να αξιοποιήσει σημαντικά ευρωπαϊκά οφέλη, συμπεριλαμβανομένης της απρόσκοπτης διακίνησης, το δικαίωμα απασχόλησης σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και το προτιμησιακό καθεστώς για τους φοιτητές. Όσον αφορά την Κύπρο ως κράτος, και εδώ τα οφέλη είναι αδιαμφισβήτητα. Η δυνατότητα που μας δίνεται ως μικρό κράτος να συμμετέχουμε στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών αναβαθμίζει το ρόλο και την υπόστασή μας. Εάν θα αναφερόμουν σε κάτι που χρήζει βελτίωσης, είναι στην αναγκαιότητα να εκμεταλλευτούμε με περισσότερη αποτελεσματικότητα τα ευρωπαϊκά προγράμματα και δυνατότητες που μας παρέχονται. Και προς αυτό, όμως, γίνονται πρακτικά βήματα βελτίωσης.

Ερατώ Κοζάκου – Μαρκουλλή: Το γεγονός ότι μια μικρή χώρα με ένα μακρόχρονο πολιτικό πρόβλημα διαίρεσης και κατοχής από μια προς ένταξη χώρα, την Τουρκία, κατόρθωσε να ενταχθεί στην ΕΕ, από μόνο του αποτελεί μια δικαίωση του γεγονότος ότι η πατρίδα μας όλα αυτά τα χρόνια κατέβαλλε προσπάθειες για επίλυση του προβλήματος, αλλά ήταν η τουρκική πλευρά που παρεμπόδιζε τη λύση. Από την άλλη η ένταξή μας στη μεγάλη οικογένεια των κρατών της ΕΕ αποτελεί δίκτυο ασφάλειας έναντι των οποιωνδήποτε νέων επιβουλών και ευελπιστούμε ότι θα μπορέσει να συμβάλει αποτελεσματικά στην επίλυση του προβλήματος στη βάση του κοινοτικού κεκτημένου και των αρχών πάνω στις οποίες εδράζεται η ΕΕ. Η ένταξη μας στην Ευρωζώνη το 2008 έδωσε μια νέα ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη και ευρωστία του κράτους με όλους τους τομείς να παρουσιάζουν μια ανοδική πορεία, η οποία όμως έμελλε να ανακοπεί και να ανατραπεί μετά το 2010 με την οικονομική και τραπεζική κρίση που έπληξε τον τόπο. Δυστυχώς, παρ` όλες τις δικές μας ευθύνες ως κράτος, η ΕΕ δεν αντέδρασε με πνεύμα αλληλεγγύης σε ένα κράτος μέλος της και μας αντιμετώπισε με σκληρή και ψυχρή προσέγγιση στις λύσεις που αποφάσισε μαζί με τους άλλους εταίρους της στην Τρόικα.

Μάρκος Κυπριανού: Βέβαια είναι δύσκολο να είναι κανείς αντικειμενικός έχοντας διατελέσει ο πρώτος Κύπριος Επίτροπος στην Ε.Ε. Η γενική αποτίμηση πιστεύω είναι θετική. Ίσως να περιμέναμε περισσότερα. Μια ρεαλιστική όμως προσέγγιση δείχνει ότι αποκομίσαμε πολλά οφέλη. Ακόμα και αυτήν τη δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης και παρ` όλη την αντιπάθεια προς την Τρόικα στην οποία επιρρίπτουμε τις αρνητικές εξελίξεις, η πραγματικότητα είναι ότι η ΕΕ βοήθησε σε πολλούς τομείς την Κύπρο. Και ιδιαίτερα με τη χορήγηση των δανείων που εμπόδισαν την άτακτη πτώχευσή μας. Οι εναλλακτικές επιλογές θα ήταν πολύ χειρότερες για τους Κύπριους πολίτες. Στο δε πολιτικό ζήτημα και αν ακόμα δεν βοήθησε στη σωστή λύση του Κυπριακού πιστεύω μας δίνει τη δυνατότητα να αποτρέψουμε κακές και επικίνδυνες λύσεις.
Γιώργος Λιλλήκας: Στα 10 χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία αποκόμισε σημαντικά οφέλη αλλά βίωσε και τραυματικές εμπειρίες που προκάλεσαν μεγάλο οικονομικό κόστος και κοινωνική δυσπραγία. Με την ένταξή μας, ενισχύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία και η διεθνής της οντότητα. Ταυτόχρονα, κατοχυρώσαμε την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας σε όλο το νησί συμπεριλαμβανομένων και των κατεχόμενων εδαφών μας. Επιπρόσθετα επωφεληθήκαμε από ευρωπαϊκά κονδύλια. Παράλληλα η Κύπρος κέρδισε τη δυνατότητα να συμμετέχει στη διαμόρφωση πολιτικών που επηρεάζουν τη ζωή και το μέλλον όχι μόνο των Κυπρίων αλλά και των υπολοίπων Ευρωπαίων πολιτών. Στα αρνητικά της ένταξής μας, σημειώνουμε ασφαλώς την απόφαση του Γιούρογκρουπ, η οποία κατέστρεψε το μοντέλο ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας, οδήγησε σε δυσλειτουργία το όλο τραπεζικό σύστημα και μπλόκαρε τις προοπτικές ανάπτυξης της Κύπρου.

Γιώργος Ιακώβου: Ήμουν ανέκαθεν θερμός υποστηρικτής της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχα την τιμή να υποβάλω την αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για ένταξη στην ΕΕ το 1990. Η αίτησή μας φέρει την υπογραφή μου. Συνυπέγραψα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ δεκατρία χρόνια μετά. Αυτό το χρονικό διάστημα δείχνει το δύσκολο του εγχειρήματος. Οι ενστάσεις των σημερινών εταίρων μας στην ένταξη μας ήταν πολιτικής φύσεως σχετικές με το άλυτο Κυπριακό. Η Κύπρος ως πετυχημένη οικονομία τότε δεν έλαβε βοήθεια στη μεταβατική περίοδο και μετά την ένταξη ήταν καθαρός συνεισφορέας στα ταμεία της Ένωσης. Πιστεύω ότι η Ένωση επέδειξε όχι θετική στάση στις διεργασίες επίλυσης του Κυπριακού. Επίσης η συμπεριφορά των εταίρων μας από το 2011 ήταν πολύ στενόκαρδη, και δεν βασίστηκε σε μια βασική Ευρωπαϊκή αρχή, την αρχή της Αλληλεγγύης.

Νίκος Ρολάνδης: Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την βοήθησε σε όλους τους τομείς. Αποτέλεσε καταφύγιο για μια μικρή χώρα, που είναι εκτεθειμένη στους επικίνδυνους ανέμους της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Πολιτικά, κοινωνικά, και οικονομικά η παρουσία μας στη Λέσχη των πιο προνομιούχων χωρών της υφηλίου προσφέρει σταθερότητα και δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας και εσωτερικά άλλα και για τους ξένους εταίρους μας.

Ανδρέας Μαυρογιάννης: Η ένταξη της Κύπρου στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια υπήρξε κομβικό σημείο στην ιστορία του τόπου. Έγινε κατορθωτή με τιτάνια προσπάθεια και θυσίες, την καθοριστική και αμέριστη στήριξη της Ελλάδος, και την κατανόηση των εταίρων μας. Ως πλήρες μέλος της ΕΕ, η Κύπρος είναι πλέον πιο ασφαλής, ζει και ανταγωνίζεται σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον. Ως μέρος του λίκνου του ευρωπαϊκού πολιτισμού έχει ιδιαίτερη ευθύνη και φιλοδοξεί να συμβάλει στο κοινό όραμα. Έχει ανοικτούς ορίζοντες και τη δυνατότητα να δημιουργήσει συνθήκες ευημερίας και ασφάλειας. Εκσυγχρονίζεται και έχει αυξανόμενο ειδικό βάρος. Εξ αντικειμένου η ένταξη λειτουργεί καταλυτικά για τον τερματισμό της κατοχής και της διαίρεσης του τόπου μας και η διαχωριστική γραμμή, παρά την απογοήτευση που έχει κλονίσει την πίστη και την ελπίδα μας, δεν θα μπορέσει να αντισταθεί επί μακρόν της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας.

Θεωρείτε ότι η ΕΕ έκανε όσα έπρεπε για την Κύπρο, ως κράτος-μέλος της, και κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία αξιοποίησε τα οφέλη από την ένταξή της;

Ιωάννης Κασουλίδης: Τόσο όσον αφορά στο Κυπριακό όσο και στην τρέχουσα οικονομική κρίση, η ΕΕ θα μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, ένεκα της περιορισμένης συστημικότητάς της, η Κύπρος αντιμετωπίστηκε με ασύμμετρη αυστηρότητα, παρά τα συσσωρευμένα δημοσιονομικά προβλήματα που είχαμε καθήκον να διαχειριστούμε εδώ και καιρό. Όσον αφορά στο Κυπριακό, η ΕΕ θα μπορούσε να έχει ένα πιο ενεργό ρόλο, τον οποίο αυτή η κυβέρνηση προσπαθεί να επιτύχει. Φυσικά ο ευρωσκεπτικισμός δεν αποτελεί την απάντηση στους πιο πάνω προβληματισμούς. Η κυβέρνηση λειτουργεί πάντοτε στο πλαίσιο της ΕΕ για αξιοποίηση όλων των ευκαιριών που μας παρέχονται. Ιδιαίτερα όσον αφορά την οικονομική κρίση, είμαστε αποφασισμένοι να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσης, ως καταγράφεται στο Μνημόνιο Συναντίληψης, αφού μόνο έτσι θα ξεπεράσουμε την κρίση.

Ερατώ Κοζάκου – Μαρκουλλή: Στο θέμα της οικονομίας η ΕΕ θα έπρεπε να έκανε περισσότερα έναντι των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ένα κράτος μέλος της με μέτρα που να είχαν ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο και να λάμβαναν υπόψη την κοινωνική συνοχή του κράτους. Το γεγονός ότι πειραματίστηκαν με το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο, κάτι που δεν έκαναν σε καμία από τις άλλες χώρες που αντιμετώπισαν οικονομική και τραπεζική κρίση, αποδεικνύει ότι το μέγεθος της Κύπρου και η μη δυνατότητά της να αντιδράσει άφησαν τη χώρα μας ευάλωτη σε αποφάσεις που έπληξαν τους απλούς πολίτες. Στο θέμα του Κυπριακού πιστεύω ότι η ΕΕ θα μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα προς την κατεύθυνση της Τουρκίας. Παρόλα αυτά συνεχίζει να θωπεύει ακόμα την Τουρκία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα και να πιέζει εμάς να αλλάξουμε την στάση μας έναντι των κεφαλαίων που έχουμε μονομερώς μπλοκάρει λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής και της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία. Όσο αφορά το αν η Κυπριακή Δημοκρατία αξιοποίησε τα οφέλη από την ένταξη της πιστεύω ότι τα αξιοποίησε σε μεγάλο βαθμό, όμως υπάρχουν πάντοτε πολλά περιθώρια βελτίωσης.

Μάρκος Κυπριανού: Πάντα υπάρχει περιθώριο για περισσότερα και από την ΕΕ αλλά και από εμάς. Μπορούμε να πετύχουμε και να κερδίσουμε πολύ περισσότερα. Και η ΕΕ πρέπει να εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης με πιο ανιδιοτελή και δίκαιο τρόπο. Η πραγματικότητα είναι ότι κάθε μέλος της ΕΕ και ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα διατηρούν και προωθούν τα δικά τους συμφέροντα. Σίγουρα δεν συμπεριφέρονται πάντα όπως θα αναμέναμε αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για την Κύπρο. Η πρόκληση είναι να πετύχουμε ταύτιση συμφερόντων.

Γιώργος Λιλλήκας: Δεν μπορώ να πω ότι η Ε.Ε έκανε όσα μπορούσε να κάνει για την Κύπρο. Ιδιαίτερα απέναντι στην Τουρκία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να επιδείξει κοινοτική αλληλεγγύη και αντί να παραμείνει πιστή στις αρχές και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, επέδειξε μια ανοχή η οποία αποθράσυνε την Τουρκία. Η Ε.Ε. ανέχεται μια υποψήφια χώρα, όπως είναι η Τουρκία, να κατέχει με στρατεύματα ευρωπαϊκό έδαφος. Ως Κυπριακή Δημοκρατία δεν αξιοποιήσαμε όλα τα οφέλη που πηγάζουν από την ένταξή μας. Θεωρώ ότι δεν καταφέραμε ακόμα να αξιοποιήσουμε την ιδιότητα του μέλους για να καταστούμε η γέφυρα μεταξύ Ε.Ε. και Ανατολικής Μεσογείου αλλά και Ε.Ε. και Ρωσίας. Όπως επίσης δεν αξιοποιήθηκε τα τελευταία τουλάχιστον έξι χρόνια στο βαθμό που έπρεπε, η ιδιότητα μας ως κράτος μέλος απέναντι στην Τουρκία που επιδιώκει να γίνει μέλος.

Γιώργος Ιακώβου: Η ένταξη στην ΕΕ ασφαλώς δημιούργησε νέες προοπτικές και ευκαιρίες που άλλες εκμεταλλευτήκαμε περισσότερο και άλλες λιγότερο. Από τη μια είχαμε τους πόρους που διατέθηκαν μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων που μπορώ να πω ότι αξιοποιήθηκαν σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό με την εκτέλεση έργων υποδομής, υποστήριξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων κ.ά. Από την άλλη αξιοποιήσαμε και τα ανταγωνιστικά Προγράμματα από τα οποία αντλήθηκαν σημαντικές χρηματοδοτήσεις. Χαρακτηριστική είναι η πετυχημένη παρουσία της Κύπρου στα ερευνητικά προγράμματα της ΕΕ.

Νίκος Ρολάνδης: Η Ευρώπη δεν έκανε όσα μπορούσε και όσα έπρεπε σε σχέση με την τουρκική κατοχή, κυρίως λόγω συμφερόντων που απορρέουν από τη σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη. Δεν βοήθησε όσο έπρεπε στην οικονομική κρίση των ετών 2012-2013. Υπήρξε πολύ σκληρή με την Κύπρο. Φυσικά και στις δυο πιο πάνω περιπτώσεις τα δικά μας σφάλματα και αμαρτίες συνέτειναν στην επιδείνωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε.

Ανδρέας Μαυρογιάννης: Η ΕΕ διέρχεται μια δύσκολη περίοδο. Η μοναδικότητα της ως πολιτικός σχεδιασμός αμφισβητείται ή δεν γίνεται επαρκώς κατανοητή. Η Κύπρος έχει επωφεληθεί πολύ από τη συμμετοχή της στην ΕΕ, έχει όμως καταβάλει και υψηλό τίμημα σε όρους προσπαθειών και θυσιών τόσο για την ένταξη όσο και σ΄ότι αφορά τη διαχείριση των προβλημάτων της κυπριακής οικονομίας. Κατέστη αντικείμενο αυτοσχεδιασμού και θύμα της συνεχιζόμενης ανεπάρκειας της ΕΕ να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις. Έτσι τα πολλαπλά οφέλη που αποκομίζουμε συνυπάρχουν με αίσθημα πικρίας και μια αντίληψη για έλλειψη επαρκούς κατανόησης και αλληλεγγύης. Η ΕΕ είναι οι άνθρωποι και οι θεσμοί και είμαστε μέρος τους. Είναι μια ένωση εν τω γίγνεσθαι και εξαρτάται και από εμάς να την αναδείξουμε ως μέρος ενός ευοίωνου μέλλοντος.

Διατελέσατε Υπουργός Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) σε μια σημαντική περίοδο για την ευρωπαϊκή ιστορία της Κύπρου. Έχει χαραχθεί στη μνήμη σας κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό από εκείνη την περίοδο το οποίο ζήσατε και θα θέλατε να το μοιραστείτε μαζί μας;

Ιωάννης Κασουλίδης: Για μένα θα μείνει αξέχαστη η τιτάνια μάχη που δώσαμε με την ελληνική κυβέρνηση για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, παρά τα εμπόδια που έθεταν κάποιοι λόγω της μη επίλυσης του Κυπριακού, κάτι για το οποίο ευθυνόταν βέβαια η Άγκυρα. Συγκεκριμένα, κατά τη θητεία μου ως Υπουργός Εξωτερικών πετύχαμε το 1999 μαζί με την Ελλάδα την καθοριστική απόφαση της Συνόδου Κορυφής στο Ελσίνκι, η οποία αποσύνδεσε την ένταξή μας στην ΕΕ από τη λύση του Κυπριακού.

Ερατώ Κοζάκου – Μαρκουλλή: Η περίοδος της Προεδρίας εκ μέρους της Κύπρου του Συμβουλίου της ΕΕ αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες περιόδους της δεκαετούς ένταξης μας στην ΕΕ. Για μένα ως Υπουργού Εξωτερικών που προήδρευα της Υπουργικής Επιτροπής για την προετοιμασία της Προεδρίας μας, αλλά και με καθήκον να εκπροσωπώ κατά τη διάρκεια του εξαμήνου την Ύπατη Εκπρόσωπο σε διάφορες αποστολές αλλά και παρουσιάσεις ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου, πέραν των καθηκόντων διοργάνωσης σημαντικών συναντήσεων στην Κύπρο και στις Βρυξέλλες, ήταν μια ιδιαίτερη πρόκληση που πιστεύω ότι εκτελέστηκε με μεγάλη επιτυχία. Η φιλοξενία του άτυπου Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών στην Κύπρο, του λεγόμενου Gimnich, στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία και η Κύπρος πήρε πραγματικά τα εύσημα από όλους τους Υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ και τη Βαρώνη Άστον τόσο για τη διοργάνωση και φιλοξενία, όσο και για τη θεματολογία της συνάντησης και τα αποτελέσματα. Ένοιωσα πραγματικά περήφανη για το κράτος μας και ιδίως για το Υπουργείο Εξωτερικών που παρόλο το μικρό του μέγεθος σε προσωπικό κατάφερε να αναδειχθεί και να στέψει με επιτυχία μια πολύ σημαντική συνάντηση.

Μάρκος Κυπριανού: Σημαντικοί σταθμοί ήταν βέβαια η υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας που άλλαξε σημαντικά τη μορφή και λειτουργία της ΕΕ. Αλλά και η κρίση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας το 2008 μας έφερε σε δύσκολη διπλωματική θέση, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με την περίπτωση της Κριμαίας. Τέλος, ήταν πολύ δύσκολες οι διαπραγματεύσεις για τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου για την Τουρκία το Δεκέμβριο 2009, όμως το κείμενο που τελικά πετύχαμε αποτέλεσε τη βάση για το μέλλον. Ακόμα το «πάγωμα» των 6 ενταξιακών κεφαλαίων από την Κυπριακή Δημοκρατία με την ανοχή και χωρίς την αντίδραση των εταίρων μας έστειλε σαφή μηνύματα προς την Τουρκία για τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κύπρο και την ΕΕ.

Γιώργος Λιλλήκας: Στη μνήμη μου έχουν χαραχθεί δύο γεγονότα από την ένταξη μας στην Ε.Ε. Το πρώτο ως Υπουργός Εμπορίου, το Μάιο του 2004, λίγες μέρες μετά την ένταξη μας και λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα εκπροσώπησα την Κύπρο στο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας. Εκεί η Κύπρος έτυχε μιας πολύ ψυχρής έως παγωμένης αντιμετώπισης. Αυτό είχε να κάνει με την προσπάθεια τότε της Μ. Βρετανίας και όχι μόνο να μας επιρρίψουν ευθύνη για την απόρριψη του καταστροφικού Σχεδίου Ανάν, ήθελαν να μας τιμωρήσουν γιατί ο λαός μας απέρριψε με την ψήφο του ένα σχέδιο που επιχείρησαν ξένα κέντρα να μας επιβάλουν. Στη μνήμη μου έχει επίσης χαραχθεί, ως Υπουργός Εξωτερικών, η 11η Δεκεμβρίου του 2006 όταν στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών μετά από δέκα ώρες διαπραγμάτευσης πετύχαμε την ομόφωνη απόφαση για το πάγωμα των οκτώ ενταξιακών κεφαλαίων της Τουρκίας. Σε εκείνη τη συνεδρία, βίωσα τον πολιτικό κυνισμό κάποιων εταίρων μας οι οποίοι παραγνωρίζοντας και αδιαφορώντας πλήρως για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου, τη στρατιωτική εισβολή και κατοχή έδωσαν μάχη για να μην υπάρξει καμία κύρωση κατά της Τουρκίας, προάγοντας και θέτοντας υπεράνω όλων τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα με την Τουρκία αντί τις αρχές που πρεσβεύει η Ε.Ε. και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Γιώργος Ιακώβου: Η πιο πικρή εμπειρία μου στην ΕΕ ήταν το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων που πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 2004, δύο μέρες μετά το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν. Να θυμίσω ότι η Κύπρος εντάχθηκε στην Ένωση λίγες μέρες μετά, συγκεκριμένα την 1η Μαϊου 2004. Έτσι δεν είχε ακόμα δικαίωμα ψήφου ή βέτο. Προληπτικά, είχα συναντηθεί πριν από τη σύνοδο με τον Προεδρεύοντα του Συμβουλίου Υπουργό Εξωτερικών της Ιρλανδίας και συμφωνήσαμε σε ένα αποδεκτό κείμενο. Την επαύριον κατά τη διάρκεια της συνόδου δέχτηκα ανοίκειες επιθέσεις στρεφόμενες κυρίως κατά του Πρόεδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Πρωτεργάτες στην επίθεση ο Jack Straw, Υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι είχαν δοθεί σαφείς υποσχέσεις από την ελληνοκυπριακή ηγεσία για αποδοχή του σχεδίου του ΓΓ του ΟΗΕ (άμεση αντίδραση μου ότι ο ισχυρισμός ήταν ανυπόστατος ), ο Επiτροπος Gunther Verheugen, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση της Κύπρου τον φίμωσε αφού δεν του επέτρεψε να μιλήσει στη τηλεόραση του ΡΙΚ υπέρ του σχεδίου (άμεση αντίδρασή μου ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός αφού όταν είδε κατ` ιδίαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και εμένα δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα). Ο Miguel Angel Moratinos ΥΠΕΞ της Ισπανίας, και ο Έλληνας ΥΠΕΞ Πέτρος Μολυβιάτης μας υποστήριξαν, οι υπόλοιποι όμως ήταν έντονα επικριτικοί. Απάντησα σε όλες τις επικρίσεις σθεναρά, απορρίπτοντας τις επικρίσεις. Διαπραγματεύτηκα ένα καλό κοινό ανακοινωθέν και έτσι απέτυχε η προσπάθεια Straw για καταδικαστικό ανακοινωθέν.

Νίκος Ρολάνδης: Το 1977 έληξε η πρώτη πενταετής περίοδος της Συμφωνίας Σύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, που είχε υπογραφεί επί Μακαρίου το 1972. Λόγω της εισβολής και κατοχής του 1974, οι Ευρωπαίοι ήσαν πολύ διστακτικοί να δώσουν συνέχεια στη Συμφωνία. Πίστευαν πως οι νέες συνθήκες δεν επέτρεπαν την ομαλή σύνδεση της Κύπρου με την Ευρώπη. Το 1978 διορίστηκα Υπουργός των Εξωτερικών. Αρχίσαμε λοιπόν τότε ένα τιτάνιο αγώνα για να μην αποκοπούμε από τον ευρωπαϊκό κορμό, πράγμα που πετύχαμε το 1981. Σε μια πανηγυρική συνεδρία που διήρκεσε μέχρι τις πρωινές ώρες, στην οποία ήταν μαζί μου ο τότε Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας Ντίνος Κιττής και ο Πρέσβης μας στις Βρυξέλλες Νίκος Αγαθοκλέους, ελήφθη η απόφαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έναρξη της δεύτερης πενταετούς περιόδου της Συμφωνίας Σύνδεσης, που τελικά οδήγησε στην Τελωνειακή Ένωση το 1987 και στην ένταξή μας το 2004. Στην όλη προσπάθεια μας είχαμε τη σταθερή στήριξη του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου Peter Carrington, με τον οποίο είχα αναπτύξει στενή συνεργασία και φιλία από τον καιρό της Συνόδου Κορυφής της Κοινοπολιτείας στη Λουσάκα της Ζαμβίας τον Ιούλιο του 1979.

Ανδρέας Μαυρογιάννης: Θυμάστε την αμφισβήτηση της ιδέας της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Κύπρο, τη δυσπιστία και την έκφραση αμφιβολιών για την ικανότητα μας να αντεπεξέλθουμε. Σ΄ αυτό το σκηνικό ήταν ιδιαίτερα ευτυχή τα βιώματα, από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες της Προεδρίας, όταν σιγά -σιγά όλοι άρχισαν, όχι μόνο να πείθονται για την επάρκεια και την ικανότητά μας να διεκπεραιώσουμε μια επιτυχή Προεδρία, αλλά ήδη από τα τέλη Ιουλίου του 2012, άρχισαν να εναποθέτουν αυξημένες προσδοκίες στην Προεδρία μας και να θεωρούν ότι έχει ένα δροσερό καινούργιο λόγο και τρόπο που ήταν μια όαση στην ξηρασία ιδεών και στη στείρα αντιπαράθεση που επικρατούσε. Η προσπάθεια μας για μια καλύτερη Ευρώπη που να σημαίνει περισσότερα για τους πολίτες της και στον κόσμο και να είναι πιο φιλόξενος τόπος αγκαλιάστηκε με θέρμη από όλους. Η Κύπρος πέτυχε την αποστολή της και καταξιώθηκε αποδεικνύοντας ότι μπορεί να είναι σοβαρός και απόλυτα αξιόπιστος εταίρος και να προσφέρει στην Ευρώπη.

Πηγή: ΚΥΠΕ