Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Τα υψηλά ποσοστά αυτοκτονίας κτηνοτρόφων και οι ευρωπαϊκές λύσεις

euronews_icons_loading
Τα υψηλά ποσοστά αυτοκτονίας κτηνοτρόφων και οι ευρωπαϊκές λύσεις
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Πέρυσι το Γαλλικό Ινστιτούτο Υγείας δημοσιοποίησε μια μελέτη. Εκεί αναφέρεται ότι κάθε μέρα στην χώρα αυτοκτονεί ένας αγρότης ή κτηνοτρόφος.

Ο Ζακ Ζεφρεντό υποστηρίζει ότι ο αριθμός είναι πολύ υψηλότερος επειδή αποτελεί θέμα ταμπού που λίγοι συζητούν. Εκτιμά ότι αγγίζει τους 600 θανάτους ετησίως.

Για αυτό και τοποθετεί 600 μεγάλους λευκούς σταυρούς μπροστά από μία εκκλησία στην Βρετάνη, προκειμένου να αποδώσει τιμές σε αυτούς τους συναδέλφους του.

«Εχω πολλούς συναδέλφους που άφησαν αυτόν τον μάταιο κόσμο. Και τότε αντιλήφθηκα ότι δεν είχαμε ποτέ μια μέρα για να τους τιμήσουμε. Και αυτό πάντα με λυπούσε. Ένιωθα ότι δεν είναι δίκαιο το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξε η αναγνώριση για αυτούς τους ανθρώπους που αυτοκτόνησαν ενώσω εργάζονταν, κάνοντας μια δουλειά για να ταΐσουν όλους εμάς», σχολιάζει ο Ζακ Ζεφρεντό.

Ελπίζει με αυτήν την κίνηση να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου ότι τα ποσοστά αυτοκτονίας στους παραγωγούς της Γαλλίας είναι υψηλότερα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα.

Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Γαλλία. Ο ίδιος τονίζει: «Είναι ένα φαινόμενο που συναντάμε ακριβώς το ίδιο και σε άλλες χώρες. Μπορώ να σας αναφέρω την Γερμανία όπου έχουμε έναν αριθμό μίνιμουμ 500 θανάτων, το Βέλγιο που υπολογίζονται σε 400 αλλά και στην Ιταλία, όπου υπάρχουν επίσης πολλές αυτοκτονίες. Δεν έχω ψάξει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά μου έχουν πει ότι και στην Ρουμανία είναι επίσης πολλές οι απώλειες. Επομένως δεν είναι μόνο ένα γαλλικό πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό».

Αν και ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν είναι όλες οι αυτοκτονίες εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων, το ερώτημα που εγείρεται είναι ένα: πως έφτασαν σε αυτό το σημείο οι ευρωπαίοι παραγωγοί;

Το φετινό καλοκαίρι γέμισαν τους δρόμους κάνοντας πορεία μέχρι τις Βρυξέλλες για να διαμαρτυρηθούν για την πτώση των τιμών του γάλακτος και του κρέατος. Επιθυμούν ένα τέλος στις ποσοστώσεις στο γάλα που υπάρχουν για πάνω από 30 χρόνια και στραγγαλίζει τους παραγωγούς, σε συνδυασμό με την μείωση της παγκόσμιας ζήτησης αλλά και το ρωσικό εμπάργκο στα ευρωπαϊκά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.

Τον Σεπτέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απελευθέρωσε 500 εκατομμύρια ευρώ για να βοηθήσει τους παραγωγούς. Όμως αυτοί απαντούν ότι η λύση είναι να υπάρξουν νέοι κανονισμοί και όχι επιδοτήσεις.

Η Οντρέ Λε Μπιβίκ έχει στην Βρετάνη ένα αγρόκτημα όπου μαζί με τους γονείς της εκτρέφει 75 αγελάδες. Πήρε τα ηνία στην οικογενειακή επιχείρηση πριν από δέκα χρόνια. Σήμερα όμως υποστηρίζει ότι παράγει με ζημία. Με την τιμή του γάλακτος σε ελεύθερη πτώση, λαμβάνει πλέον 300 ευρώ για κάθε 1.000 λίτρα αν και το κόστος παραγωγής φτάνει τα 345 ευρώ.

Με το τέλος του συστήματος των ποσοστώσεων, επιχειρήσεις σαν και αυτήν θα κληθούν να παράξουν ακόμα περισσότερο για να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Η Οντρέ Λε Μπιβίκ αναφέρει: «Εχουν θέσει στόχο την παραγωγή 800,000 λίτρων το άτομο για να βρει κέρδος. Εδώ όμως είμαστε μόνο τρεις για να φτάσουμε αυτό το όριο. Δεν θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε έτσι για το τίποτα. Οι νέοι δεν θέλουν να έρθουν και να εργαστούν πλέον, με τέτοιες συνθήκες. Δεν έχουμε ένα ελεύθερο σαββατοκύριακο, δεν πάμε διακοπές, δουλεύουμε μίνιμουμ 70 ώρες την εβδομάδα και πάνω από όλα, δεν υπάρχει μισθός. Είμαστε οι μόνοι που είμαστε τόσο τρελοί και συνεχίζουμε να εργαζόμαστε υπό αυτές τις συνθήκες. Και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με εμάς. Ήμασταν στις Βρυξέλλες και διαδηλώναμε δίπλα σε γερμανούς συναδέλφους που πεθαίνουν, όπως και εμείς. Και αυτοί ζητούν να υπάρξουν κανόνες στην αγορά. Αλλά οι πολιτικοί δεν ακούν».

Ο Τιερί, πατέρας της Οντρέ, ξεκίνησε αυτήν την επιχείρηση μαζί με την σύζυγό του στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πριν επιβάλει η Ευρώπη το 1984 ποσοστώσεις στο γάλα για να ρυθμίσει την αγορά.

Ωστόσο τον περασμένο Απρίλιο, τα μέλη της ΕΕ συμφώνησαν να σταματήσουν τις ποσοστώσεις. Ο λόγος; Περισσότερο γάλα χρειάζονταν για την συνεχώς αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση. Μια ζήτηση που όμως στο τελικά συρρικνώθηκε και δεν αυξήθηκε.

Ο Τιερί ανησυχεί για το μέλλον της κόρης του μετά την συνταξιοδότηση του ιδίου και της συζύγου του. «Έχουμε μόνο πέντε χρόνια μέχρι τότε, αλλά εκείνη μετά είτε θα πρέπει να πουλά τα πάντα είτε να βρει κάποιους να συνεταιριστεί. Αλλά αν δεν αξίζει; Τι θα συμβεί αν δεν αξίζει να επενδύσεις πλέον, αν δεν αξίζει να βρεις κάποιον να εξαγοράσει τα μερίδιά μας; Πάντα χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις, πάντα χρειάζεται κάτι για να διορθώσεις. Επομένως σήμερα αναρωτιόμαστε τι θα συμβεί αν σε πέντε χρόνια δεν αξίζει αυτή η δουλειά».

Το να επενδύσεις σε ένα επάγγελμα που δεν έχει μέλλον, είναι η ανησυχία όχι μόνο για τους παραγωγούς γαλακτοκομικών προϊόντων αλλά και για τους κτηνοτρόφους χοιροειδών και βοοειδών.

Ο Υβ Εβρέ Μινγκάμ εκτρέφει γουρούνια στην Βρετάνη. Υποστηρίζει ότι η βιομηχανία χοιρινού κρέατος πληγώθηκε σοβαρά από το ρωσικό εμπάργκο. Αλλά έχει πληγωθεί και από τους κανόνες, που διαφέρουν από χώρα σε χώρα στην Ευρώπη.

Ο ίδιος χρειάζεται να πουλά από 200 ως και 500 γουρούνια κάθε εβδομάδα. Αν δεν συμβεί αυτό, οι δαπάνες αρχίζουν να συσσωρεύονται. Ο ίδιος εξηγεί: «Εάν δεν πουληθούν τα γουρούνια, κινδυνεύω να μην έχω χώρο για τα μικρά γουρουνάκια. Πάντα όμως χρειάζεται να έχω ελεύθερο χώρο. Κατά κανόνα τα κτήρια είναι γεμάτα όλη την ώρα και έτσι έχω πολύ μικρά περιθώρια χειρισμών αν δεν έχουν πωληθεί τα ζώα (για να σταλούν στο σφαγείο)».

Όπως και οι παραγωγοί γαλακτοκομικών, ο Υβ Εβρέ πιστεύει ότι η αγορά χοιροειδών χρειάζεται ρύθμιση και νέους κανόνες. Αλλά προσθέτει ότι αυτοί θα πρέπει να είναι οι ίδιοι σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.

Υποστηρίζει ότι με την τελευταία κρίση στην γεωργία και την κτηνοτροφία, περίπου το 20% των χοιροτρόφων βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης εξαιτίας των αυξανόμενων χρεών. Και προσθέτει ότι η κλεψύδρα αδειάζει τόσο για τις εθνικές κυβερνήσεις όσο και για τις Βρυξέλλες, ώστε να δημιουργηθεί ένα δίκαιο πεδίο σε όλες τις ευρωπαϊκές αγορές.

«Σήμερα είναι η νέα γενιά, όπως εγώ, που θυσιάζεται. Δεν πάει άλλο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μειώσουμε την ένταση της παραγωγής. Δεν έχουμε βοήθεια. Το μόνο που λαμβάνουμε είναι υποσχέσεις από την κυβέρνηση. Και δεν γίνεται τίποτα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επομένως, θυσιάζουμε μια ολόκληρη γενιά αγροτών αλλά οι συνέπειες όλων αυτών θα γίνουν αισθητές σε δέκα ή είκοσι χρόνια», υποστηρίζει ο Υβ Εβρέ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γεωργικό τοπίο στην Ευρώπη έχει αλλάξει ριζικά άλλαξε τα τελευταία 50 χρόνια. Το 1960, μόνο στην Γαλλία, περίπου τέσσερα εκατ. άνθρωποι εργάζονταν στην αγροτική βιομηχανία. Σήμερα ο αριθμός αυτός έχει συρρικνωθεί περισσότερο από ένα τέταρτο.

Ο Κριστιάν Χασκέ έχει ένα αγρόκτημα όπου εκτρέφει 120 αγελάδες, επίσης στην Βρετάνη. Έχει καταφέρει να ξεπεράσει την τρέχουσα γεωργική καταιγίδα, αλλά ανησυχεί ότι η τρέχουσα πορεία της Ευρώπης προς μια πιο φιλελεύθερη, αυτορυθμιζόμενη αγορά, θα μπορούσε να σημάνει τον οικονομικό θάνατο σε περισσότερο από το ένα τρίτο των μικρότερων γεωργικών και κτηνοτροφικών επιχειρήσεων της Ευρώπης.

Και αυτός διαδήλωσε στις Βρυξέλλες. Λέει στην κάμερα του euronews: «Πρέπει να διαδηλώνεις για να πετύχεις κάτι. Δεν μπορείς απλά να διαδηλώνεις ενάντια σε κάτι, αλλά να είσαι και υπέρ του να γίνουν κάποια πράγματα, όχι μόνο για να αποτρέψουμε αυτά που σχεδιάζουν. Η μόνη δομή που υπάρχει σε επίπεδο ευρωπαϊκό είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Γάλακτος. Αφορά όλους τους ευρωπαίους παραγωγούς γάλακτος. Είναι μια ένωση όπου μετέχουν οι παραγωγοί από όλη την Ευρώπη. Αυτό που θα θέλαμε να δούμε είναι μια Ευρώπη συνεργασίας. Όμως οι βιομηχανίες, οι οικονομικές αγορές, θέλουν να επιβάλουν μια Ευρώπη του ανταγωνισμού. Όμως αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί που τα δημιουργούν, τα καθορίζουν και τα διευθύνουν αυτά, δεν υποφέρουν από τις συνέπειες αυτού του ανταγωνισμού. Μεταφέρουν την πίεση αυτή στους παραγωγούς».

Είναι μια πίεση που πολλοί μικροπαραγωγοί έχουν ολοένα και πιο λίγο χρόνο για να ασχοληθούν. Και ενώ ο Κριστιάν υποστηρίζει ότι ακόμα αγαπά την δουλειά του και στιγμές όπως αυτές της γέννησης μικρών μοσχαριών, κατανοεί ότι για ορισμένους μαζεύτηκαν πολλά. «Είναι μια πραγματικότητα που σκοτώνει. Και αμφισβητώ τα στατιστικά που ανακοινώνουν. Στην Γαλλία λένε για έναν παραγωγό που αυτοκτονεί κάθε μέρα, αλλά νομίζω ότι οι αριθμοί είναι υψηλότεροι, για λόγους όμως που δεν θέλω να εισέλθω αυτήν την στιγμή. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί που υποφέρουν οικονομικά, που υποφέρουν από κοινωνικής απόψεως και έτσι ορισμένοι δεν μπορούν να αντέξουν άλλο».

Η Οντρέ Λε Μπιβίκ συμπληρώνει: «Εχω συναδέλφους που έχουν αυτοκτονήσει και κατηγορώ για αυτό την Ευρώπη, αναφορικά με το θέμα των συνεταιρισμών. Με άλλα λόγια, πεθαίνουμε σήμερα. Ακόμα και όταν βρίσκουμε κάποια λύση, την απορρίπτουν. Επειδή για αυτούς η μόνη λύση είναι να συνενωθούν οι γεωργικές και κτηνοτροφικές μονάδες. Είναι άδικο. Μας πήρε δέκα χρόνια, στους γονείς μου και σε εμένα, για να δημιουργήσουμε το δικό μας σύστημα ώστε να λειτουργεί σωστά. Όταν ξεκίνησα να εργάζομαι και εγώ, υπήρχαν πολλά προβλήματα υγιεινής. Μας κόστισε πολλά χρήματα να τα διορθώσουμε. Σήμερα, τα πάντα είναι πλέον μια χαρά και όλα αυτά τα κάναμε μόνο και μόνο για να τα πουλήσουμε; Όχι, λυπάμαι. Δεν συμφωνώ. Θα συνεχίσω να διεκδικώ τα δικαιώματά μου…».