Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα: Πιο ορατή από όσο νομίζουμε - Ζοφερές οι προβλέψεις για το μέλλον

Access to the comments Σχόλια
Από Πάνος Κιτσικόπουλος
Κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα: Πιο ορατή από όσο νομίζουμε - Ζοφερές οι προβλέψεις για το μέλλον

Ίσως πολλές φορές θα έχετε ακούσει την έκφραση «ευλογημένη χώρα η Ελλάδα, έχουμε καλοκαίρι μέχρι τον Οκτώβριο».

Η φράση αυτή είναι αληθής μόνο κατά το ήμισυ. Στην Ελλάδα έχουμε όντως καλοκαιρινές συνθήκες μέχρι αργά το φθινόπωρο. Πόσο όμως αποτελεί αυτό ευλογία; Είναι λόγος για να χαμογελούμε ή μήπως θα έπρεπε μάλλον να ανησυχούμε;

Το καλοκαίρι του 2015 αργήσαμε να δούμε καλοκαιρινό καιρό. Όμως οι θερμοκρασίες που βιώσαμε από τον Ιούλιο και μετά υπήρξαν εξαιρετικά υψηλές. Αν και δεν είχαμε φαινόμενα καύσωνα, οι υψηλές θερμοκρασίες επικράτησαν για πολλές διαδοχικές ημέρες, χωρίς παράλληλα να έχουμε τη γνωστή καλοκαιρινή αύρα που σημειώνεται στην Αθήνα ή σε άλλες περιοχές με παραλιακό μέτωπο.

Η ιαπωνική μετεωρολογική υπηρεσία κατέταξε τον Μάρτιο του 2015 ως τον πιο θερμό των μετρήσεών της. Η αμερικανική Διοίκηση Ωκεανών και Ατμόσφαιρας συμφωνεί, χαρακτηρίζοντάς τον τον πιο θερμό των τελευταίων 136 ετών. Σύμφωνα με την ΝΟΑΑ, ο Μάρτιος του 2015 η μέση παγκόσμια θερμοκρασία του περασμένου Μαρτίου ήταν ακόμα υψηλότερη από το μέσο όρο του 20ού αιώνα. Για τη NASA, ήταν ο τρίτος θερμότερος Μάρτιος μετά το 2010 και το 2002.

Όλα δείχνουν πως το 2015 θα είναι το πιο ζεστό έτος στην ιστορία, διεκδικώντας τα πρωτεία από το 2014. Σύμφωνα με τον διευθυντή ερευνών του Αστεροσκοπείου Αθηνών Μιχάλη Πετράκη, το κλίμα της χώρας έχει αλλάξει προς το τροπικότερο, ξεφεύγοντας από το εύκρατο της Ευρώπης και στρεφόμενο περισσότερο προς το τροπικό της Λατινικής Αμερικής. Όπως λέει στα «Νέα» ο κ. Πετράκης, «η θάλασσα έχει αρχίσει να ζεσταίνεται περισσότερο από τη στεριά με συνέπεια να έχουμε εξάτμιση που έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη υγρασία», γεγονός που προφανώς εντείνει το αίσθημα δυσφορίας που ούτως ή άλλως προκαλούν οι υψηλές θερμοκρασίες.

Στην τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για την Κλιματική Αλλαγή IPCC (κλικ εδώ για την Ευρώπη) αναφέρεται με βάση το σενάριο Α1Β πως η θερμοκρασία στην επιφάνεια του Αιγαίου θα αυξηθεί μεταξύ 1,2 και 2,5 βαθμών Κελσίου, σύμφωνα με την προσομοίωση του κλίματος (2080-2100).

Άρα, λοιπόν, η καλοκαιρία στα τέλη Οκτωβρίου δεν είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να νιώθουμε υπερήφανοι. Μάλλον προβληματισμένοι θα έπρεπε να είμαστε, καθώς οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται αισθητές.

Έρευνα του WWF Ελλάς σε συνεργασία με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών σχετικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα την περίοδο 2021-2050 κάνει λόγο για ένα ζοφερό μέλλον («Το αύριο της Ελλάδας: επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα κατά το άμεσο μέλλον»).

Συγκεκριμένα, αν δεν επιτευχθεί ο στόχος της συγκράτησης της αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές και πολύπλευρες.

Όπως αναφέρεται, ο βαθμός δυσφορίας σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Λαμία, η Λαμία και η Λάρισα θα αυξηθεί, αφού οι πόλεις αυτές θα βιώνουν επιπλέον 20 ημέρες καύσωνα ετησίως. Πέραν αυτού, Λαμία, Βόλος, Θεσσαλονίκη και Αθήνα θα έχουν μεν μειωμένη βροχόπτωση στο σύνολο, όμως θα αυξηθούν κατά 10% τουλάχιστον οι ακραίες βροχοπτώσεις. Συνεπεία αυτού, αυξάνεται ο κίνδυνος τόσο για πλημμυρικά φαινόμενα, αλλά και για πυρκαγιές σε περιαστικά δάση.

Η κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα θα επηρεάσει ζωτικά και την οικονομία της χώρας. Με δεδομένο το ζεστό κλίμα της χώρας το καλοκαίρι, είναι δεδομένο πως ο τουρισμός αποτελεί κεντρικό πυλώνα για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, ο πολλαπλασιαστής της τουριστικής δραστηριότητας είναι 2,2, δηλαδή κάθε 1 ευρώ που δημιουργεί η τουριστική δραστηριότητα προξενεί έμμεση και προκαλούμενη δραστηριότητα 1,2 ευρώ, δηλαδή δημιουργεί 2,2 ευρώ που προστίθενται στο ΑΕΠ.

Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών υπολογίζει με δεδομένα του 2014 αυτόν τον πολλαπλασιαστή στο 2,65. Με βάση τα στοιχεία αυτά, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων σε έρευνά του από το Φεβρουάριο του 2015 υπολογίζει τη συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ της χώρας σε τουλάχιστον 20% και σε απόλυτους αριθμούς μεταξύ 37 και 45 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Τι επιπτώσεις θα έχει, λοιπόν, η κλιματική αλλαγή στον τουρισμό; Σύμφωνα με το WWF, οι μέρες με καύσωνα στους τουριστικούς προορισμούς θα αυξηθούν κατά 5 με 15, ενώ θα αυξηθούν και οι νύχτες με θερμοκρασία υψηλότερη των 20 βαθμών Κελσίου, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές. Σε μια χώρα όπου ο παρεχόμενος τουρισμός περιορίζεται κυρίως στο δίπτυχο «Ήλιος & Θάλασσα» αυτό μπορεί σε μια πρώτη θεώρηση να φαντάζει θετικό, αφού η τουριστική περίοδος, θεωρητικά τουλάχιστον, θα διευρυνθεί. Όμως δεν είναι. Διότι τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν αύξηση του αισθήματος δυσφορίας. Κι αυτό, όταν το μεγαλύτερο κύμα τουρισμού προέρχεται από χώρες με πολύ ψυχρότερο κλίμα, μπορεί να εξελιχθεί σε ανασταλτικό παράγοντα. Αν δε προσθέσουμε και τον παράγοντα των δασικών πυρκαγιών που ενδέχεται να ενταθούν λόγω της κλιματικής αλλαγής στις τουριστικές περιοχές, τότε μιλάμε για ένα μείγμα που θα πλήξει καίρια την οικονομία της χώρας.

Συνέπειες, όμως, θα υπάρξουν και στο αγροτικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Η έρευνα της WWF και του Αστεροσκοπείου τονίζει πως η μείωση των χειμερινών βροχοπτώσεων θα αυξήσει τις ημέρες ξηρασίας, απειλώντας εκτάσεις κρίσιμες για τη γεωργία με ερημοποίηση, σε συνδυασμό με την ενδεχόμενη μείωση της διαθεσιμότητας νερού.

Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας θα επηρεάσει και την αλιεία. Ο μαθηματικός και ωκεανογράφος Γιώργος Τριανταφύλλου, διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας – Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών, δηλώνει στο econews πως οι υψηλότερες θερμοκρασίες στη θάλασσα προκαλούν αύξηση της στρωμάτωσης στην ανώτερη ζώνη, εκεί όπου συγκεντρώνονται τα πιο θερμά νερά, με συνέπεια να μην μπορούν οι θρεπτικές ουσίες να θρέψουν το φυτοπλαγκτόν, επηρεάζοντας συνολικά την τροφική αλυσίδα. Με βάση το σενάριο αυτό, η παραγωγή ψαριών μπορεί να γνωρίσει πτώση από 3% έως και 10%, αν συνυπολογιστεί και η αύξηση της αλατότητας στις παραποτάμιες περιοχές.

Σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, αν η κλιματική αλλαγή εξελιχθεί με την ένταση που αναμένεται έως το 2050 και το 2100 χωρίς παγκόσμια προσπάθεια μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τότε μπορεί να προκαλέσει σωρευτική ζημιά στην ελληνική οικονομία μέχρι το 2100 που να ανέρχεται στο αστρονομικό ποσό των 701 δισ. ευρώ! Είναι εμφανές ότι απαιτούνται μέτρα είτε σε ελληνικό είτε σε ευρωπαϊκό και πολύ περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ειδικά για την Ελλάδα, όμως, μια χώρα που δεν έχει μεγάλη βιομηχανική παραγωγή, άρα δεν επιβαρύνει το περιβάλλον σε τόσο μεγάλο βαθμό, οι συνέπειες θα είναι, όπως γίνεται αντιληπτό, εξαιρετικά δυσανάλογες σε σχέση με τη συμβολή της.

Η ΤτΕ υπολογίζει το κόστος των μέτρων που απαιτούνται σωρευτικά μέχρι το 2100 σε 142 δισ. ευρώ. Το ποσό δεν είναι ευκαταφρόνητο, όμως είναι και πολύ μικρό σε σχέση με τη ζημία που θα κληθεί η χώρα να διαχειριστεί. Αν, όμως, η Ελλάδα συνδράμει στο βαθμό που μπορεί σε μια διακρατική κίνηση μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, τότε θα είναι και λιγότερες οι συνέπειες για τη χώρα.