Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

«Opus»: Όταν ο Μπαχ γίνεται ένα απολαυστικό screensaver

Access to the comments Σχόλια
Από Γιώργος Μητρόπουλος
«Opus»: Όταν ο Μπαχ γίνεται ένα απολαυστικό screensaver

Δεν είχε ποτέ σχέση με την κλασική μουσική, παρόλο που πάντα τον γοήτευε. Η ζωή του ήταν, όπως λέει ο ίδιος, «τρύγος, τρακτέρ, η σχέση με τη γη». Πάταγε πεντάλ και όχι πλήκτρα. Ήταν λογικό: ο Χρήστος Παπαδόπουλος μεγάλωσε στη Νεμέα, αλλά τελείωσε το σχολείο στην Αθήνα. Μετά βρέθηκε στην Ολλανδία για σπουδές χορού. Εκεί πειραματίστηκε για πρώτη φορά πάνω στη χορογραφική φόρμα που θα τον οδηγήσει χρόνια μετά, στη φετινή του δουλειά. Χρειάστηκε μάλιστα να διαβάσει πολύ για την φούγκα και τον Μπαχ, που πρωταγωνιστούν στο «Οpus», το καινούργιο του έργο, που παρουσιάζει στο θέατρο Πόρτα.

Αυτό που τον μάγεψε είναι η άρτια δομή του μουσικού έργου, η τελειότητά του. Η δική του ιδέα, το δικό του στοίχημα ήταν η οπτικοποίηση της παρτιτούρας μέσω του χορού. Ο χορευτής γίνεται λοιπόν το όργανο για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, μεταφράζει την μουσική σε κίνηση και αποτυπώνει τα όρια που μπορεί να φτάσει το σώμα. Για άλλη μια φορά, όπως και στο «Elvedon», την καλύτερη παράσταση χορού στη χώρα μας το 2015, όλα ξεκίνησαν από έναν περιορισμό, από ένα καινούργιο αλφάβητο που τίθεται ως κανόνας αποκρυπτογράφησης του πολύπλοκου μουσικού έργου. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο επί σκηνής ένα ηχητικό και κινητικό καλειδοσκόπιο του ανθρώπινου μόχθου που προτείνει ένα νέο κώδικα ανάγνωσης του μουσικού έργου, μια χορευτική παρτιτούρα.

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα του Opus και τι σε ενδιέφερε αυτή τη φορά;

Όλα ξεκίνησαν από την αγάπη που έχω για την κλασική μουσική. Με ενδιέφερε να ερευνήσω, πώς θα μπορούσα να μεταφέρω με έναν άλλο τρόπο τη μουσική αυτή στον κόσμο του χορού. Η πρώτη σκέψη που είχα λοιπόν ήταν να οπτικοποιήσω την παρτιτούρα, δηλαδή τα μάτια να βοηθήσουν τα αυτιά να ακούσουν καλύτερα, να δεις δηλαδή τη μουσική που ακούς. Η πρώτη μου φανταστική εικόνα λοιπόν δεν ήταν να βλέπω τον άνθρωπο να χορεύει, γιατί αυτό έχει να κάνει σε ένα βαθμό με την ερμηνεία, αλλά να βλέπω τη μουσική, ως ένα πολύπλοκο σύστημα ήχων, τη μία νότα δίπλα στην άλλη, όπως ακούμε τις φωνές που μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη στη φούγκα. Να τις βλέπεις μπροστά σου. Σαν ένα screensaver.

-Γιατί Μπαχ και όχι κάτι άλλο;

Είναι ένα έργο τόσο ολοκληρωμένο και πολύπλοκο όσον αφορά τη δομή του, που είναι πραγματική πρόκληση να προσπαθήσεις να το αποκρυπτογραφήσεις. Να υπάρξεις εντός του και να δεις όλους τους άξονες και τα κουμπιά λειτουργίας του. Είναι σαν να αποσυναρμολογείς ένα τέλειο μηχάνημα. Αυτό ήταν που μου άρεσε. Επίσης οφείλεται στο γεγονός ότι η φούγκα είναι κάτι πολύ σύντομο. Όταν ξεκίνησα, ήθελα να βάλω και λίγο Μπετόβεν και Μότσαρτ. Σύντομα κατάλαβα ότι θα χρειάζονταν τρία χρόνια πρόβας για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό κατέληξα στο συγκεκριμένο έργο: έχει ισχυρή δομή, είναι τέλειο, είναι ολοκληρωμένο και σύντομο.

-Πώς δουλέψατε λοιπόν; Ποιος ήταν ο κώδικας που μετέφρασε τον ήχο σε κίνηση;

Το ντο είναι ένας ήχος. Το ρε είναι ένας ήχος δίπλα στο ντο, αλλά είναι ένας άλλος κόσμος. Το ένα δεν έχει καμιά σχέση με το άλλο. Η μελωδική γραμμή δηλαδή απαρτίζεται από άσχετα μεταξύ τους παραταγμένα τμήματα, που δίνουν όμως, όταν συνδυάζονται, αυτή την ακουστική αντιστοιχία. Μοιάζει δηλαδή με άσκηση συλλαβισμού. Οπότε δώσαμε σε κάθε νότα του μουσικού έργου του Μπαχ μια συγκεκριμένη κίνηση. Αφήσαμε λοιπόν στη συνέχεια τον Μπαχ να κάνει ο ίδιος τη χορογραφία του έργου, με χιλιάδες παραπλήσιους συνδυασμούς, μέσα από αυτές τις κινήσεις. Η παρτιτούρα χρησιμοποιεί σχεδόν τρεις οκτάβες. Έβαλα λοιπόν όλες τις νότες ανάλογα με το σώμα, το οποίο ξεκινάει από το πάτωμα, να ανεβαίνουν μαζί με αυτό. Από εκεί μετά αντιμετωπίσαμε την αδιανόητη δυσκολία να μετακινείσαι, μέσα στις κινήσεις με όλους τους συνδυασμούς, προσπαθώντας να καταφέρεις να υλοποιήσεις αυτό το συνδυαστικό πέρασμα. Το σώμα είχε δηλαδή να αντιμετωπίσει πολύ δύσκολους συνδυασμούς κίνησης, που ποίκιλαν, ανάλογα με τον συνδυασμό που είχαν οι νότες του Μπαχ στην παρτιτούρα. Υπήρχαν δηλαδή πράγματα που δεν έβγαιναν οργανικά. Μπορούσες να περάσεις εύκολα για παράδειγμα από το ντο στο ρε, αλλά από εκεί στο σι ήταν πολύ δύσκολο. Σε αυτό το σημείο άρχισε να δημιουργείται η ομορφιά του δικού μας εγχειρήματος.

-Το σώμα υπάκουε σ’ αυτό το μουσικό-κινητικό λεξιλόγιο;

Πολύ δύσκολα θα έλεγα. Γιατί έπρεπε να αποτυπώσει, να κάνει δικό του το χορογραφικό συνδυασμό ήχων. Έπρεπε δηλαδή σε κάθε στιγμή να είναι έτοιμο, να γνωρίσει την νότα-κίνηση που ήταν η επόμενη στο μουσικό έργο. Αυτό έχει να κάνει τόσο με την ετοιμότητα του σώματος να περάσει στην επόμενη κινητική συλλαβή, αλλά και με τη διάρκεια που κρατά την κάθε νότα, πριν μεταβεί στην επόμενη. Άρχισε λοιπόν να βγαίνει μια νευρωτική μπρεϊκντανίστικη διάθεση, που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ο κάθε χορευτής λοιπόν ακούει το δικό του όργανο στο έργο και χορεύει σύμφωνα με αυτό. Στην αρχή ο καθένας δούλεψε ξεχωριστά με το όργανο που του είχε δοθεί. Τώρα είναι όλοι πάνω στη σκηνή. Αρκεί να παρακολουθήσεις κάποιον από τους χορευτές και απομονώνοντας τον από τους υπόλοιπους θα καταλάβεις ποιο όργανο είναι, γιατί η κίνησή του είναι απόλυτα αντίστοιχη με τη μουσική που βγάζει εκείνη τη στιγμή το όργανο. Αν θέλεις, επιλέγεις τι θα ακούσεις, διαλέγοντας κάποιον από τους χορευτές. Το μοτίβο είναι πολύ καθαρό.

-Πώς «αντέδρασαν» οι χορευτές σ’ αυτό το νέο αλφάβητο;

Κινητικά, η δυσκολία είναι τεράστια για τους χορευτές. Είναι μάλιστα κάτι που δεν φαίνεται στο κοινό. Δεν λες θεούλη μου πώς το κάνουν αυτό. Ο εγκέφαλός τους έχει ενστερνιστεί πλέον ένα μοτίβο που είναι δεδομένο γι’ αυτούς. Το θέμα ήταν μέχρι να το κάνουν δικό τους. Ο χορευτής πρέπει μέσα στη ρυθμική αξία να τραγουδάει την μελωδική γραμμή, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να βγάλει άκρη, όταν μπουν όλα τα όργανα. Πρέπει δηλαδή να τραγουδούν από μέσα τους την κανονική μελωδία για να μην χάνουν την μπάλα. Η ακρίβεια δεν πρέπει να χάνεται ούτε δευτερόλεπτο. Επίσης πρέπει να έχουν στο μυαλό τους τη διάρκεια, την ποιότητα της κίνησης, την ποιότητα της εξωστρέφειας. Γιατί αλλιώς η κίνηση γίνεται αυτοσκοπός κι όλη η χορογραφία μετατρέπεται σε ένα εσωστρεφές κατασκεύασμα που δεν σε αφορά.

-Ποιος είναι ο στόχος σου;

Ιδανικά ο στόχος για μας θα ήταν, η κάθε κίνηση να είναι ένα snapshot από μια κατάσταση. Σχεδόν μοιάζει σαν να ξεφυλλίζεις ένα κόμικ και κάθε φορά το ντο είναι το ντο. Δηλαδή οτιδήποτε και να γίνεται, ο πρωταγωνιστής περνά από μια κατάσταση, μια θέση που να είναι αναγνωρίσιμη. Πρόκειται λοιπόν για ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Το θέμα μου είναι η ανθρώπινη δυνατότητα, η ανθρώπινη προσπάθεια για να επιτευχθεί κάτι. Οι χορευτές περνούν από διαφορετικές θέσεις-καταστάσεις σε κάτι που έχει το νόημα της διαρκούς κίνησης προς τα εμπρός, μια εξωστρέφειας. Το ιδανικό για μένα είναι να έρθουν κάποια στιγμή και να μου πουν: «είναι δύσκολο, αλλά ταξιδεύουμε, προχωράμε». Αυτό είναι το αίσθημα που θέλω να έχει και ο θεατής. Να συντρέξουμε όλοι μαζί. Όχι προς κάπου συγκεκριμένα. Απλά να είμαστε καλά μαζί, τώρα. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι μετά θάνατον. Το σημαντικό λοιπόν είναι το παρόν. Όταν ήμουν έφηβος, μου ήταν πολύ παρήγορο ότι θα σβήσουμε σαν τα χορτάρια. Είναι τόσο ωραίο να ξεχαστείς. Να μην αφήσεις κανένα αποτύπωμα σ’ αυτόν τον κόσμο. Να φύγεις και να μην σε θυμάται κανείς.

-Τώρα που έχεις μεγαλώσει, αισθάνεσαι το ίδιο;

Αισθάνομαι, το ομολογώ, μεγαλύτερη ανασφάλεια γι’ αυτό το ζήτημα, έχω μεγαλύτερη αγωνία. Γι’ αυτό θεωρώ το κοινό «τρέξιμο», ως την μόνη πραγματική ουσία και ομορφιά που μπορούμε να βασιστούμε. Είναι η συνύπαρξη, το μόνο για το οποίο μπορούμε να αγωνιστούμε, να προσπαθήσουμε να πετύχουμε. Η βασική μου φιλοσοφική πίστη είναι να είμαστε ωραία σ’ αυτή τη διαδρομή, σ’ αυτό το ταξίδι, που δεν έχει προορισμό. Μου αρέσει λοιπόν να τοποθετώ τον άνθρωπο ανίσχυρο, μέσα σ’ αυτό το τεράστιο σύμπαν, στον κόσμο. Αυτή είναι ούτως ή άλλως η ουσία της ύπαρξής μας: είμαστε πολύ μικροί απέναντι στη φύση που μας περιβάλλει. Είμαστε μια μικρή κουκίδα που είναι ανίσχυρη. Είμαστε ένα πολύ ωραίο τίποτα. Αυτό σου δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας. Είναι σαν να λέω στον εαυτό μου και στους γύρω μου: «ρε παιδί μου χαλάρωσε λίγο με την πάρτη σου. Κάνε λίγο zoom out στη ζωή σου και στον πλανήτη και δες τα όλα από απόσταση. Μεθαύριο πεθαίνεις».

-Πολλοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρονται να μαθηματικοποιήσουν τη μουσική. Να δημιουργήσουν ένα είδος αλγόριθμου που να αποτυπώνει τη σχέση της με την κίνηση. Που οφείλεται αυτό κατά τη γνώμη σου;

Για μένα είναι ένα είδος αντίδρασης. Έχουμε δει και έχουμε «φάει» τόσο πολύ συναίσθημα και τόση πολλή ερμηνεία. Εμένα με γοητεύει το συγκεκριμένο μουσικό κατασκεύασμα, η δομή αυτή καθαυτή, χάρις στην πολυπλοκότητά της. Μοιάζει λίγο εύκολο να ερμηνεύσεις τον συναισθηματικό του κόσμο: υπάρχει μια αίσθηση μελαγχολίας, νοσταλγίας, που οφείλεται στα μουσικά διαστήματα, αλλά και στην αναγωγή που κάνουμε εμείς. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου ένα πολύ εύκολο συναίσθημα. Για μένα, αντιθέτως, η φούγκα είναι μια μαθηματική, σούπερ άσκηση. Και αυτό που προκαλεί, προκαλείται εκ των υστέρων, γιατί αντικειμενικά δεν υπάρχει ένα συναίσθημα που να έχει σχέση με αυτήν ή τη δομή της. Είναι ήχοι, ο ένας πίσω από τον άλλο. Εμείς τους ερμηνεύουμε με αυτόν τον τρόπο. Εμένα δεν με γοητεύει να πάω λοιπόν σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Με γοητεύει πώς μπορεί ο ίδιος κανόνας σύνθεσης να ισχύσει στο χορό. Δηλαδή να ξεκινήσω από έναν πολύ ισχυρό περιορισμό, μια άσκηση στα πράγματα και να δεις πώς η ίδια αυτή άσκηση κάνει τη δουλειά της.

-Δεν σε φοβίζει ότι αυτή η άσκηση μπορεί να πέσει «θύμα», της αιτίας που τη δημιούργησε; Δηλαδή η κίνηση να είναι «υποδεέστερη» του μουσικού έργου, που είναι αριστούργημα;

Καθόλου. Εμείς δεν πάμε να χορέψουμε αναλυτικά τη φούγκα. Η δομική, η αρχική μου ιδέα είναι πάμε να κάνουμε μια παράσταση αφιερωμένη στη μουσική και όχι στο χορό. Δεν με νοιάζει να φτιάξω μια παράσταση χορού. Με νοιάζει ο θεατής να ακούσει καλύτερα τη μουσική. Να τον βοηθήσω σ’ αυτό. Είναι σαν να βλέπει ένα γράφημα. Έτσι θέλω να δει τη μουσική του Μπαχ. Να καταλάβει ότι είναι ένα πολύπλοκο σύστημα και να πει γουάου, είναι αριστούργημα. Είναι σαν να βλέπει μια υπέροχη θέα να ανοίγεται μπροστά του.

-Τι ήταν το πιο γοητευτικό για σένα στη διαδικασία της προετοιμασίας αυτού του έργου;

Η μάχη των χορευτών μου με τη φούγκα. Η προσπάθεια του ανθρώπου να αποδώσει αυτή τη μουσική, σύμφωνα με τον κώδικα, το λεξιλόγιο που είχαμε ορίσει. Ήταν μια φαντασία πολύ γοητευτική για μένα. Η γοητεία είναι ότι ο άνθρωπος, ένα έμβιο ον προσπαθεί να δώσει ζωή, να κινήσει κάτι που δεν είναι φτιαγμένο για να κινηθεί. Αυτή η προσπάθεια για μένα, μοιάζει αρκετά με την προσπάθεια που κάνει ο Μπαχ σε σχέση με τη μουσική: έχει να κάνει με την ανέλιξη προς τα πάνω, με μια θρησκευτικότητα, με την αναζήτηση του θείου. Είναι αυτή η ανθρώπινη υπερπροσπάθεια να πετύχεις τους στόχους σου και στην οποία αποτυπώνεται ο κόπος, ο μόχθος της. Για μένα, φιλοσοφικά, όλο αυτό ταυτίζεται ακόμη περισσότερο με τη φούγκα: οι χορευτές μου προσπαθούν, προσπαθούν, προσπαθούν για κάτι που ποτέ δεν θα φτάσουν. Το αντικείμενο της φούγκας γίνεται αυτό που είναι για τη φούγκα το θείο. Είναι δηλαδή η προσπάθεια του ανθρώπου να ανέβει, να…

-Τι ανακάλυψες εσύ για τη δουλειά σου;

Επιβεβαίωσα ότι μου αρέσει πολύ να ξεκινάω από έναν πολύ συγκεκριμένο περιορισμό για να αφήσω τα πράγματα να ανθίσουν σταδιακά μέσα από αυτόν τον περιορισμό. Θέλει πολλή πίστη και δουλειά για να πετύχεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Αν λιγοψυχήσεις, έχασες το στοίχημα. Ο στόχος αναβάλλεται για κάποια χρόνια. Μου αρέσει λοιπόν να βάζω μια τεχνική αρχή, εξαρχής. Το ίδιο έκανα και στην προηγούμενη δουλειά μου, το «Elvedon». Αντιλαμβάνομαι πλέον ότι μου αρέσει να βλέπω να ξεδιπλώνεται ο ανθρώπινος μόχθος επί σκηνής. Αισθάνομαι ότι θα μου άρεσε πολύ περισσότερο πλέον, αν το «Elvedon» ήταν ένα τρίωρο. Μου αρέσει η πρόκληση του να δω πώς μπορώ να χρησιμοποιήσω δηλαδή στη δουλειά μου τα ανθρώπινα όρια και τι μπορεί να προκύψει μέσα από αυτόν τον τρόπο εργασίας. Με γοητεύει ο κόσμος των ορίων. Καταλαβαίνω ότι σχεδόν μου αρέσει να κάνω τον θεατή παθητικό στο να καταλάβει αυτό που γίνεται και ενεργητικό στο να μπορεί να φανταστεί διάφορα πράγματα, να δει αλλιώς.

-Τι επιφυλάσσει λοιπόν το «Opus» για τον θεατή;

Δεν χρειάζεται να είναι αφοσιωμένος σε αυτό που βλέπει. Δεν χρειάζεται μόνο να τριπάρει. Δεν χρειάζεται μόνο να καταλάβει. Θα μπει σε κάτι, που υπάρχει χώρος για τα πάντα. Είναι ο μαλακός χώρος μέσα στον εγκέφαλο, όπου όλα μπορούν να έχουν τη θέση τους. Αυτή είναι η επιθυμία μου. Μακάρι να αισθανθεί κάτι τέτοιο.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σύλληψη-Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος

Μουσική: Johann Sebastian Bach

Μουσική επεξεργασία: Κορνήλιος Σελαμσής

Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος

Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ

Φωνή 1. Ηλίας Χατζηγεωργίου κίνηση – Ναυσικά Τσάρα, φλάουτο

Φωνή 2. Γιώργος Κοτσιφάκης κίνηση – Φαίδων Μηλιάδης, βιολί

Φωνή 3. Αμαλία Κοσμά κίνηση – Κώστας Τζέκος, μπάσο κλαρινέτο

Φωνή 4. Ερμής Μαλκότσης κίνηση – Αλέξης Καραϊσκάκης, βιολοντσέλο

INFO

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΤΑ

Μεσογείων 59, τηλ.: 210 77 11 333, porta-theater.gr

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: Από 8 Φεβρουαρίου μέχρι 7 Μαρτίου

ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ: Δευτέρα 21.15

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: Κανονικό 10€, Ανέργων 8€

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: 60 λεπτά

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

viva.gr τηλ. 11876, Public, Seven Spots, Ιανός, Reload, Media Markt

Ακολουθήστε το euronews στα Ελληνικά στο Facebook και στο Twitter