Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

«Ο αδαής και ο παράφρων»: Μια ανελέητη κωμωδία για τον κόσμο του θεάτρου

«Ο αδαής και ο παράφρων»: Μια ανελέητη κωμωδία για τον κόσμο του θεάτρου
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο Γιάννος Περλέγκας λατρεύει τον Τόμας Μπέρνχαρντ από την εφηβική του ηλικία. Ο αυστριακός συγγραφέας τον συνοδεύει όλα αυτά τα χρόνια. Του ασκεί βαθιά έλξη. Υπάρχουν ιδέες και πράγματα στο έργο του που τον αφορούν, που τον εκφράζουν βαθύτατα. Αισθάνεται ότι μέσα από τα κείμενά του ανατρεπτικού συγγραφέα αυτοβιογραφείται και ο ίδιος.

Μετά λοιπόν τον περσινό «Ιμμάνουελ Καντ», στο Θέατρο Τέχνης, σειρά παίρνουν φέτος άλλα δύο θεατρικά του έργα. Την αρχή κάνει «Ο αδαής και ο παράφρων» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Για τον σκηνοθέτη της παράστασης, το ανέβασμα αυτών των έργων είναι κάτι αυτονόητο: τα κείμενα αυτά μιλούν για τα προβλήματά του, για τα θέματα που τον απασχολούν. Πάσχει από τα θέματα αυτά, ταυτίζεται με ιδέες και καταστάσεις. Ο Μπέρνχαντ λειτουργεί ταυτόχρονα για τον ίδιο ως μια λύτρωση από εμμονές και πρέπει. Είναι μια άσκηση ελευθερίας. Μια υπενθύμιση ότι θέατρο κάνεις με το αίμα και την αναπνοή σου.

-Γιατί αυτή η εμμονή με τον Μπέρνχαρντ;
Η γνωριμία μου με τον Μπέρνχαρντ συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που είδα παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή. Ήμουν 10 χρονών, όταν είδα το «Ρίττερ, Ντένε Φος». Αρχικά μαγεύτηκα από τον Βογιατζή, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτε από το έργο, στην ηλικία που ήμουν. Συνέχισα να πηγαίνω και να βλέπω τις παραστάσεις του Λευτέρη, με αφορμή τη συγκεκριμένη παράσταση. Την εποχή που έχασα τον πατέρα μου, άρχισαν να κυκλοφορούν για πρώτη φορά τα μυθιστορήματά του στην Ελλάδα. Στην δύσκολη εφηβεία που περνούσα τότε, ως φρέσκο ορφανό παιδί, που έμενα με την μητέρα μου, χωρίς αδέλφια, ήταν ταμάμ για να κλειστώ στον εαυτό μου. Τα βιβλία του κολάκευαν τον ναρκισσισμό της μελαγχολίας και της κατάθλιψής μου.

-Είναι, νομίζω απόλυτα λογικό. Ο Μπέρνχαρντ είναι στην ουσία ένας μοντέρνος ρομαντικός. Αντλεί πολλά στοιχεία από το ρομαντικό κίνημα.
Έτσι είναι. Οι αναφορές του είναι ούτως ή άλλως ο Νοβάλις, ο Πασκάλ, ο Σοπενχάουερ. Εκφράζει έναν μηδενιστικό ρομαντισμό.

-Δεν φτάνει όμως πολλές φορές στον μισανθρωπισμό;
Αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορεί κάποιος να παρεξηγήσει τον συγγραφέα. Δεν πρέπει να μείνουμε σ’ αυτό το επίπεδο, γιατί τον αδικούμε. Αυτό είναι κάτι που ανακάλυψα, όταν μεγάλωσα και τον ξαναδιάβασα. Κατάλαβα ότι όλο αυτό το προσωπείο του αρνητή και του μισάνθρωπου κρύβει από πίσω του έναν πολύ τρυφερό ανθρωπισμό. Είναι τέτοια η άρνηση για τα κακά στοιχεία του ανθρώπου, που αν τόσο εμμονικά μιλάς γι’ αυτά, είναι γιατί στην ουσία θέλεις να αφυπνίσεις το αντίθετο. Ήταν σαρκαστικός απέναντι στην πραγματικότητα που αντιμετώπιζε. Δεν κάγχαζε από θέση ισχύος. Προσπαθούσε να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση. Είχε τεράστια μεγαλομανία, όπως έχω κι εγώ και πιστεύω ότι έχουμε όλοι μας. Από την άλλη πλευρά ήταν ένας εστέτ που ασχολιόταν με τον Μότσαρτ και τους μεγάλους διανοητές και είχε 60 πανάκριβα ζευγάρια εγγλέζικα παπούτσια. Έκανε όμως παρέα μόνο με εργάτες και τους αγρότες της περιοχής που έμενε. Αυτός ο τύπος ήταν ένας περίεργος συνδυασμός.

-Η δική μου αίσθηση είναι ότι ήταν επίσης ένας άνθρωπος που είχε τραυματιστεί πολύ από ό,τι συνέβαινε στον κοινωνικό και πολιτικό του περίγυρο. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και χολερικά στιγμάτιζε αυτό που τον πλήγωνε βαθιά.
Τα κείμενά του είναι μια κραυγή αγάπης απέναντι σε μια χώρα που τον πλήγωσε, αλλά την αγαπά βαθύτατα. Οι ήρωές του στα θεατρικά έργα και στα μυθιστορήματά του γαντζώνονται κάθε φορά από διάφορα αντικείμενα. Συνήθως, είναι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, αρχιτέκτονες. Γαντζώνονται από το αντικείμενό τους για να αντέξουν την περιρρέουσα αντιπνευματικότητα και τον περιρρέοντα φασισμό. Αντί όμως να γλιτώσουν το φυσικό και πνευματικό θάνατο, που προσπαθούν να αποφύγουν μέσα από την επικέντρωση στο αντικείμενό τους, τελικά βυθίζονται εξαιτίας αυτού πιο γρήγορα στον θάνατο. Και αυτό γίνεται γιατί αποφυσικοποιούνται. Κυνηγώντας την τελειότητα μέσω του αντικειμένου, γίνονται τελικά ρομπότ, κλείνονται σε μια πραγματικότητα που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει και πεθαίνουν. Παρόλο που ανακαλύπτουν τη ματαιότητα των πραγμάτων, δεν αποφασίζουν να γυρίσουν στον κόσμο για να πεθάνουν. Αντίθετα πεθαίνουν με το αντικείμενό τους, την αιτία που τους οδήγησε στον θάνατο. Πεθαίνουν ηρωικά, εμμένοντας σ’ αυτό. Όταν ήμουν στην εφηβεία μου, μέσα στη μελαγχολία δεν έβλεπα την άλλη πλευρά του νομίσματος, που αντιλήφθηκα όταν μεγάλωσα και είναι αυτό που ομολογεί και ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ: «Δεν καταλαβαίνουν ότι είμαι κωμικός συγγραφέας. Και όλο αυτό που κάνω είναι μια παρωδία του εαυτού μου». Αυτό το συνειδητοποίησα πριν από 2-3 χρόνια, όταν αποφάσισα να ξεπεράσω τον τρόπο που υπήρχα μέχρι τότε μέσα στη δουλειά. Αυτή η αλλαγή με οδήγησε να ασχοληθώ ξανά μαζί του.

-Τι είναι αυτό που συνειδητοποίησες;
Αντιλήφθηκα ότι όλα αυτά τα θέματα που μας κατατρέχουν στη ζωή και είναι πολύ σοβαρά και πολύ δραματικά, είναι ταυτόχρονα πολύ κωμικά και πολύ γελοία, αν σκεφτεί κανείς ότι θα πεθάνουμε πολύ γρήγορα. Όλο αυτό με έκανε να παίρνω και τον εαυτό μου και τη δουλειά μου πολύ λιγότερο σοβαρά, αλλά και πολύ πιο σοβαρά, γιατί ο τρόπος που υπήρχα στο θέατρο τα προηγούμενα δεκαπέντε χρόνια δεν μου αρκούσε πλέον και με έκανε δυστυχισμένο.

-Κι εσύ είσαι όμως με τη σειρά σου ένας περίεργος συνδυασμός. Από την μία συνεργάζεσαι με τους σημαντικότερους έλληνες σκηνοθέτες και από την άλλη έχεις το συγκρότημα με το οποίο παίζεις ρεμπέτικα και λαϊκά.
Ναι έχω κι εγώ αρκετές εμμονές και είμαι και με τα δύο πόδια σε αρκετά πράγματα. Δηλαδή παίζω μπουζούκια. Είμαι στις ταβέρνες. Είμαι καλά με ανθρώπους κυρίως που δεν έχουν καμιά σχέση με το θέατρο. Είμαι καλά κοντά σε πολύ λαϊκό κόσμο. Αυτή τη μουσική ακούω και παίζω. Εκεί θέλω να βρίσκομαι. Όταν βαραίνω πολύ από τον κόσμο του θεάτρου, φεύγω και πάω εκεί. Τα καλοκαίρια παλιότερα, επιδίωκα να μην παίζω στο θέατρο για να παίζω μουσική σε πανηγύρια. Μου άρεσε να ζω έτσι.

-Και γιατί λοιπόν επιστρέφεις στη φιλοσοφία, στο θέατρο και σ’ αυτά τα κείμενα;
Ίσως από έπαρση. Ίσως θέλω να πετύχω κάτι υψηλό. Ίσως θέλω να σκέφτομαι κάποιου είδους αθανασία μου. Με τρέφουν τα σπουδαία κείμενα, οι μεγάλες ιδέες. Μικρός, ασχολιόμουν με το πιάνο. Όλοι, θεωρούσαν ότι θα γίνω καλός, αλλά εγώ τα παράτησα, γιατί αισθανόμουν τεράστια καταπίεση. Με είχαν ταΐσει από παιδί ότι ήμουν κάτι ξεχωριστό, ενώ δεν είμαι. Είχα όμως πιστέψει ότι είμαι. Όλο αυτό το κυνήγι της τελειότητας μου είχε περάσει και από την οικογένειά μου και από τον Βογιατζή, που ήταν η επόμενη οικογένειά μου, ο επόμενος πνευματικός πατέρας μου. Κατάλαβα λοιπόν ότι είχα βασανιστεί πολύ από όλα αυτά. Ξανασυνάντησα τον Μπέρνχαρντ για να πω ότι δεν θέλω να βασανίζομαι άλλο από αυτά τα πράγματα. Τα αναγνωρίζω σε μένα και στους ανθρώπους που συνεργάζομαι. Δεν πρέπει να βασανιζόμαστε. Είναι μια άσκηση ελεύθερης αναπνοής για μένα ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Το αστείο είναι ότι ήταν πνευμονοπαθής. Έγραφε και μιλούσε έτσι, μήπως και αναπνεύσει. Και από αυτό πέθανε: από την έλλειψη ανάσας. Μίλαγε καταρχάς για να διαπιστώνει ανά δευτερόλεπτο ότι αναπνέει και κατ’ επέκταση ότι το μυαλό του ήταν ελεύθερο.

-Πώς βρήκες το συγκεκριμένο έργο;
Να σου πω την αλήθεια μέχρι πριν από τρία χρόνια δεν ήξερα τα θεατρικά του έργα, με εξαίρεση το «Ρίττερ,Ντένε, Φος» και το «Πριν την αποχώρηση». «Ο αδαής και ο παράφρων» είναι ένα διάσημο έργο σε όλη την Ευρώπη, μία εξαιρετική κωμωδία. Είναι απορίας άξιο πώς δεν έχει ανέβει μέχρι σήμερα. Όλα αυτά τα ανακάλυψα λοιπόν σιγά-σιγά πριν από δυόμιση χρόνια, όταν αποφάσισα να κάνω μια αλλαγή στη ζωή μου. Μέχρι τότε δούλευα με συγκεκριμένους σκηνοθέτες και έκανα αρκετά πράγματα. Αισθανόμουν όμως ότι αυτό δεν μου έφτανε πλέον, ότι είχα βαλτώσει. Θέλησα λοιπόν να κάνω ένα διάλειμμα από όλο αυτό για να μπορέσω να αντιληφθώ με άλλη γλώσσα τον εαυτό μου, από αυτήν που είχα συνηθίσει. Να σταματήσουν να με βλέπουν έτσι και οι άνθρωποι με τους οποίους δούλευα, γιατί δεν μου άρεσα πλέον. Υπέφερα. Δεν πέρναγα καλά. Έτσι έπεσα ξανά πάνω του. Τον είχα παρατήσει χρόνια γιατί με μαύριζε. «Ο αδαής» ήταν το πρώτο έργο που έπεσε λοιπόν στα χέρια μου. Απλά για διάφορους λόγους, προηγήθηκε ο Καντ στο θέατρο Τέχνης.

-Η επιλογή των ηθοποιών;
Ο Μπέρνχαρντ έγραφε τα έργα του, έχοντας στο μυαλό του ποιος ηθοποιός θα τα παίξει. Έλεγε ότι το κοινό της παράστασης ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε. Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ γράφω μια παρτιτούρα, που ο ηθοποιός καλείται να γεμίσει». Αυτό είναι κάτι επιπλέον που μου αρέσει στον συγγραφέα: εμπεριέχεται το προσωπικό στοιχείο του ηθοποιού. Και εκεί είναι το δικό μου στοίχημα κάθε φορά: πόσο θα μπορέσουν προσωπικά στοιχεία του ηθοποιού που διαλέγω να ταιριάξουν με τα στοιχεία που έχει ο ρόλος.

-Είναι ένα έργο που σε αφορά, αφορά τους καλλιτέχνες, την τελειομανία τους, την συγκέντρωσή τους στο αντικείμενό τους, το χάσιμο της επαφής με το τι γίνεται στον έξω κόσμο.
Έτσι ακριβώς. Ταυτίστηκα με την κοπέλα, με την ντίβα της όπερας που θα τραγουδήσει για 222η φορά τη Βασίλισσα της Νύχτας στον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ. Και δεν αντέχει άλλο. Ο πατέρας της είναι τυφλωμένος. Ζει αποκλειστικά για το παιδί του. Το βλέπει να κατακτά τον κόσμο, αλλά δεν βλέπει ότι είναι απόλυτα δυστυχισμένο, εξαιτίας της δικής του εμμονής. Είναι και οι δύο εγκλωβισμένοι στους ρόλους που έχουν προδιαγράψει να υπηρετούν. Είναι λοιπόν και οι δύο τυφλοί, όπως και ο ιατροδικαστής. Αυτός είναι τυφλωμένος μόνο με την επιστήμη του. Όλοι τους λαχταρούν κάτι άλλο, από αυτό που εκπροσωπούν. Η κόρη κάνει λοιπόν μια προσπάθεια να σταματήσει αυτή την επανάληψη, γιατί δεν είναι πλέον άνθρωπος.

-Ποια είναι τα ζητήματα που θέτει;
Είναι πολλά: η σχέση γονιού-παιδιού, η σχέση καλλιτέχνη-σκηνής, η αφοσίωση του καλλιτέχνη στην τέχνη του, οι εμμονές του, η τελειομανία του και από πού αυτή πηγάζει, η σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και θεατών. Ο ιατροδικαστής είναι εκεί και ανατέμνει αυτά τα θέματα. Όλες αυτές οι εξαρτήσεις, όπως καταλαβαίνεις, είναι πάρα πολύ μέσα στη ζωή μου. Πλέον μπορώ να τις δω πιο μαλακά, πιο σφαιρικά και πιο αστεία. Μπορώ πλέον να αναλύσω καλύτερα την αρρώστια που κρύβουν, τα ψέματα που υπάρχουν σ’ αυτές τις σχέσεις, με την πρόφαση της αγάπης ή της αφοσίωσης. Παρόλο ότι αισθάνομαι αιχμάλωτος όλων αυτών των πραγμάτων, ξέρω ότι δεν μπορώ να τα αποφύγω, γι’ αυτό τα κοροϊδεύω, τα ονοματίζω και τα αντέχω. Είναι ο δικός μου τρόπος ψυχανάλυσης, αλλά και των ηθοποιών που υποδύονται τους συγκεκριμένους ρόλους. Όλοι μας έχουμε συναισθηματικές «τρύπες», που πρέπει να διαχειριστούμε.

-Το έργο αφορά μόνο τους ηθοποιούς;
Αφορά πολύ κόσμο, καθώς μιλάει για την αρρώστια της εποχής μας. Ο Μπέρνχαρντ είναι κατά τη γνώμη μου μια νεότερη εκδοχή του Τσέχωφ, πιο νευρωτική. Έχουμε ανθρώπους που δεν μπορούν να δραπετεύσουν από την κατάστασή τους. Την αναγνωρίζουν και μιλούν για αυτήν, αλλά δεν μπορούν να βγουν έξω από αυτήν. Όπως δηλαδή είμαστε όλοι μας σήμερα, που αναγνωρίζουμε τι μας συμβαίνει, αλλά δεν διαθέτουμε το φάρμακο που θα μας γλιτώσει. Υπάρχει δηλαδή και στον Μπέρνχαρντ αυτός ο συνεχής μετεωρισμός των χαρακτήρων ανάμεσα σε κάτι που καταλαβαίνουν και κάτι που δεν καταλαβαίνουν. Γι’ αυτό δεν ξέρεις αν πρέπει να χαρακτηρίσεις τα έργα του τραγωδίες ή κωμωδίες. Όλα αυτά τα συναντώ και στην καθημερινή μου ζωή, σε αυτό που γίνεται σήμερα.

-Ποιος είναι ο αδαής και ποιος ο παράφρων στο έργο;
Είναι μεγάλο αίνιγμα ποιον εννοεί ο συγγραφέας. Αδαής είναι καταρχάς ο πατέρας γιατί δεν έχει ιδέα τι έχει προκαλέσει στο παιδί του. Είναι παράφρονας γιατί είναι χαμένος στη συναισθηματική του κατάσταση. Αδαής είναι και η κόρη, γιατί δεν καταλαβαίνει τι προκαλεί στον εαυτό της, δεν έχει καμιά επαφή με την συναισθηματική της ευφυΐα. Είναι σαν ένα ρομπότ του Μότσαρτ. Είναι παράφρων γιατί δεν έχει καμιά ερωτική ζωή και είναι αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην τέχνη. Αδαής είναι και ο γιατρός σε σχέση με το συναίσθημα. Υποστηρίζει ότι η ιατρική δεν έχει καμιά σχέση με τον άνθρωπο. Τη θεωρεί την επιστήμη των οργάνων. Παράφρονες είναι όλοι τελικά, γιατί η παραφροσύνη είναι το επακόλουθο της άγνοιας. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε και να πράξουμε λογικά αν δεν έχουμε γνώση. Όλα δουλεύουν για να είμαστε αδαείς: η οικογένεια, τα σχολεία, οι θρησκείες, η κοινωνία. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει παράλληλα τι κρύβεται πίσω από την τέχνη, από το θέατρο. Δείχνει ότι τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται. Κάτω από τη σαγήνη του, το θέατρο κρύβει σκατό και θάνατο και κατάρρευση της σωματικής και ψυχικής υγείας των ηθοποιών.

-Τι θέλεις να αναδείξεις με τη δική σου προσέγγιση;
Ήθελα να υπογραμμίσω τα κωμικά στοιχεία του. Αυτό που προσπαθώ, το υπογραμμίζει τέλεια ο Μπότο Στράους στο δοκίμιο του για τον Μπέρνχαρντ: στον αντίποδα του πράγματος που περιγράφει ο συγγραφέας και είναι ο θάνατος, ο Μπέρνχαρντ δεν μιλάει με τον θάνατο θανατερά. Μιλάει με το θάνατο, ασκώντας αναψυκτική επίδραση, σαν ένα ποτήρι σαμπάνια. Το στοίχημά μου λοιπόν είναι να μπορέσει όλο αυτό το πράγμα να είναι ελαφρύ και να γίνει βαρύ εκεί που πρέπει να γίνει.

-Ήξερες τι δρόμο έπρεπε να ακολουθήσεις προς αυτή την κατεύθυνση;
Ναι νομίζω ότι τον βρήκα με την προηγούμενη παράσταση. Άρχισα να επιβεβαιώνομαι ακόμη περισσότερο, όταν είδα την παράσταση του Β. Παπαβασιλείου. Οι δύο παραστάσεις έχουν πολλά κοινά. Ασχολούνται με το ίδιο θέμα. Τι έκανε ο Βασίλης, κατά τη γνώμη μου; Πήγε στον κόσμο των νεκρών, γύρισε και μας έδωσε μια κωμική ανταπόκριση από εκείνο τον κόσμο, για να μας πει πώς να αντέχουμε περισσότερο τη ζωή. Ο Βασίλης το έκανε ως επιθεωρησιακός ηθοποιός, παίζοντας τη δική του φιλοσοφική κωμωδία. Πήγε και ήλθε κυριολεκτικά και μπόρεσε αυτήν την εμπειρία που τον οδήγησε στα τάρταρα, να την μεταφέρει με κωμικούς όρους. Αυτό νομίζω ότι κάνει και ο Μπέρνχαρντ. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα έργα του τα έγραφε για έναν ηθοποιό με το όνομα Μπέρνχαρντ Μινέτι, ο οποίος αν τον δεις είναι ένας Σταυρίδης. Ψυχανεμιζόμουν τι έπρεπε να κάνω με τον Μπέρνχαρντ και το είδα μπροστά μου στον Παπαβασιλείου. Δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτή την εμπειρία με καμιά δύναμη! Ένα χιλιοστό να πετύχω από αυτό που έκανε, θα είμαι ευτυχισμένος.

Την άνοιξη, ο Γιάννος Περλέγκας θα σκηνοθετήσει στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου Κεφαλληνίας, ένα ακόμη έργο του Τ. Μπέρνχαρντ, «Τα φαινόμενα απατούν» με πρωταγωνιστές τον Θάνο Τοκάκη και τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο.

Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία Γιάννος Περλέγκας
Σκηνικά – Κοστούμια Λουκία Χουλιάρα
Κίνηση Δήμητρα Ευθυμιοπούλου
Φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνογράφου Γεωργία Μπούρα
Σχεδιασμός μακιγιάζ Εύη Ζαφειροπούλου
Σχεδιασμός κομμώσεων Χρόνης Τζήμος

Διανομή
Βασίλισσα της Νύχτας Ανθή Ευστρατιάδου
Κυρία Φάργκο / Σερβιτόρος Βίντερ Γιάννης Καπελέρης
Πατέρας Χρήστος Μαλάκης
Δόκτωρ Γιάννος Περλέγκας

INFO
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Πανεπιστημίου 48, τηλ. 2103305074, 210 7234567 (μέσω πιστωτικής κάρτας) και στο www.n-t.gr
Ημέρες και ώρες Παραστάσεων: Πέμπτη-Σάββατο 21.00, Κυριακή 18.00
Γενική Είσοδος: 10 Ευρώ