Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

23 χρόνια ομάδα Νάμα: Από τη «Νύχτα με τις Μάσκες» στη «Βασίλισσα της Ομορφιάς»

23 χρόνια ομάδα Νάμα: Από τη «Νύχτα με τις Μάσκες» στη «Βασίλισσα της Ομορφιάς»
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η Ελένη Σκότη και ο Γιώργος Χατζηνικολάου, η ομάδα Νάμα δηλαδή, έχουν διανύσει μια μεγάλη πορεία στο ελληνικά θεατρικά πράγματα. Ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, για να βρουν σύντομα το 2000, τη μόνιμη στέγη τους στο Επί Κολωνώ, ένα θέατρο που έφτιαξαν από το μηδέν στις παρυφές της πόλης. Το στέκι αυτό φιλοξένησε πολύ σημαντικές παραστάσεις στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, κερδίζοντας πολύ γρήγορα την αγάπη του θεατρόφιλου κοινού. Έχοντας ένα ξεκάθαρο στίγμα στο ρεπερτόριο που παρουσίαζαν, οι δύο συνεργάτες εστίασαν εξαρχής στο ψυχολογικό ρεαλιστικό θέατρο, πολύ πριν αυτό γίνει δημοφιλές και σε άλλες θεατρικές σκηνές. Το ίδιο ξεκάθαρος είναι και ο ρόλος του καθενός: Η Ελένη Σκότη αναλαμβάνει την σκηνοθεσία των παραστάσεων, ενώ ο Γιώργος Χατζηνικολάου τα σκηνικά, τα κοστούμια, τη μετάφραση των έργων και την παραγωγή των παραστάσεων.

Η συνάντησή μας αυτή έμελε να γίνει στη δεύτερη πλέον θεατρική τους στέγη: από πέρσι, το Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας προστέθηκε στη «φαρέτρα» τους, σε συνεργασία με την εταιρία «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Μιλήσαμε για την πορεία της ομάδας, για τον τρόπο επιλογής του ρεπερτορίου, για τις μεγάλες επιτυχίες που έχουν στο ενεργητικό τους, αλλά και τις φετινές καινούργιες παραγωγές που παρουσιάζουν. Δίπλα στον «Άγριο Σπόρο» του Γιάννη Τσίρου που συνεχίζεται για πέμπτη χρονιά και το «Με λένε Έμμα» του Ντάνκαν ΜακΜίλαν που παίζεται για δεύτερη χρονιά, προστέθηκαν «Οι Λαντζέρηδες» του Μόρις Πάνιτς και σύντομα έρχεται και «Η βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτιν ΜακΝτόνα.

Ελένη Σκότη - Γιώργος Χατζηνικολάουstudio stoupakis

-Έχετε μια μακρά και επιτυχημένη πορεία στα ελληνικά θεατρικά πράγματα. Πότε ξεκίνησε η ομάδα Νάμα;

Γιώργος Χατζηνικολάου: Νομίζω συμπληρώνουμε φέτος 23 χρόνια. Ξεκινήσαμε το 1996, αλλά δεν είναι σαφές (γέλια). Δεν ξέρω τι μπορούμε να θέσουμε ως χρονολογία έναρξης.

Ελένη Σκότη: Πήραμε το Επί Κολωνώ το 2000. Ήμασταν όμως και πριν μαζί. Επίσημα όμως η διαδρομή ξεκίνησε το 2000 με την «Αγαπητή Ελένα».

Γιώργος Χατζηνικολάου: Πριν είχαμε φιλοξενηθεί δύο φορές στον Φούρνο και πιο παλιά στο θέατρο Πολιτεία.

-Τι σκεφτόσασταν τότε; Ποιος ήταν ο λόγος που έγινε αυτή η ομάδα;

Γ.Χ.: Αυτό είναι ένα θέμα. Υπάρχει μια τρέλα που την υπογράφει η Ελένη Σκότη και μια λογική που την υπογράφω εγώ (γέλια). Το λέω για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους. Εγώ είμαι αρχιτέκτονας. Η οικογένεια Σκότη ήταν πελάτες μου. Έτσι γνωριστήκαμε. Στην αρχή λοιπόν, εγώ ήμουν αυτός που έκανε την παραγωγή και και τα σκηνικά, γιατί ήμουν αρχιτέκτονας. Έτσι ξεκινήσαμε. Ο άνθρωπος λοιπόν που έσπρωχνε για να γίνουν όλα αυτά ήταν η Ελένη.

Ε.Σ.: Ήμασταν νέοι τότε. Είχα μόλις έρθει στην Ελλάδα και ήθελα πολύ να κάνω κάτι εδώ. Μιλούσαμε πολύ με τον Γιώργο. Είχαμε εξαιρετική καλλιτεχνική χημεία από την αρχή. Από την πρώτη μέρα. Ήταν καταπληκτικό. Συμφωνούμε ακόμη στα πάντα. Είμαστε μαζί 32 χρόνια. Αυτό που μας έχει κρατήσει ενωμένους όλα αυτά τα χρόνια είναι η κοινή γλώσσα που μιλάμε. Συμπληρώνουμε κυριολεκτικά ο ένας τον άλλο. Είναι αλήθεια πώς έχω μια τρέλα. Είμαι πιο παρορμητική. Έχω πολλές ιδέες ταυτόχρονα. Ο Γιώργος είναι πάντα δίπλα μου. Είναι αυτός που τακτοποιεί τα πάντα και βοηθά στην υλοποίηση όλων των ιδεών.

«Οι Λαντζέρηδες»

-Τι πιστεύει η «γείωση» των πραγμάτων; (γέλια)

Γ.Χ.: Πλέον ο ένας μπαίνει στα χωράφια του αλλουνού. Έχω αρχίσει να αποκτάω κι εγώ τρέλα. Έχει γίνει μια όσμωση!

Ε.Σ.: Κι εγώ γίνομαι πλέον πιο λογική.

Γ.Χ.: Με επηρεάζει σε ο,τι ασχολούμαι μέσα στην παραγωγή και την επηρεάζω κι εγώ στο κομμάτι της σκηνοθεσίας. Η ομάδα Νάμα λοιπόν έχει γίνει πλέον κάτι πιο ομαδικό.

«Οι Λαντζέρηδες»

-Όσον αφορά στο περιεχόμενο των έργων που ανεβάζετε, υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς; Τι είναι αυτό που κάνετε και πώς ξεχωρίζετε από τα υπόλοιπα θέατρα;

Γ.Χ.: Υπάρχει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση στα έργα που επιλέγουμε και στο θέατρο που κάνουμε, η οποία με τα χρόνια νομίζω ότι έχει γίνει πιο ξεκάθαρη: δεν είναι δήθεν. Υπάρχει μια γνησιότητα, μια ποιότητα, μια ειλικρίνεια. Μας αρέσει η αφήγηση. Θέλουμε να κινητοποιούμε πράγματα μέσα στην κοινωνία, να συνδιαλεγόμαστε μαζί της. Όταν με «τσίμπησε» η Ελένη και με έβαλε στον χώρο, ήμουν πολύ κινηματογραφόφιλος. Με μάγευε πολύ ο ρεαλισμός του κινηματογράφου. Γι’ αυτό μου αρέσει και το θέατρο που κάνουμε. Δεν μπορώ την αφαίρεση στο θέατρο. Αυτό που μου αρέσει είναι να δημιουργείται μια πραγματικότητα πάνω στην σκηνή. Ακόμη και με την αφαίρεση, θέλω να υπάρχει μια πραγματικότητα. Η Ελένη το ονομάζει «αλήθεια του ηθοποιού». Εγώ το λέω πραγματικότητα του χώρου. Θέλω να το βιώνει ο θεατής, να μπαίνει μέσα σ’ αυτή την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η Ελένη με παρότρυνε να ασχοληθώ με την μετάφραση, ώστε το κείμενο να μην είναι «θεατρικό». Να είναι ένα κείμενο που ενώ έχει μια βαρύτητα λεγομένων, δεν είναι καθημερινός λόγος, παρόλα αυτά έχει τις ιδιότητες του καθημερινού λόγου. Αυτή η μίξη με ενδιαφέρει πολύ. Επειδή η Ελένη δεν έχει μεγάλη άνεση με την ελληνική γλώσσα, αναγκάστηκα να εμπλακώ ο ίδιος. Έτσι λοιπόν την περικύκλωσα: είναι στο κέντρο η Ελένη ως σκηνοθέτις και εγώ γύρω-γύρω κάνω όλα τα υπόλοιπα.

«Οι Λαντζέρηδες»

Ε.Σ.: Αυτό που μας ενώνει με τον Γιώργο είναι η κοινή αισθητική και το κριτήριο. Όλο αυτή η πορεία ξεκίνησε από κάτι που με απασχολούσε από πολύ νεαρή ηλικία, την υποκριτική. Διδάσκω υποκριτική πολλά χρόνια στο Επί Κολωνώ. Έχω συνεργαστεί με σπουδαίους ηθοποιούς και σκηνοθέτες όλα αυτά τα χρόνια: τον Δημήτρη Λάλο, τον Στάθη Σταμουλακάτο, τον Γιώργο Παλούμπη. Όλοι τους έχουν μια εξαιρετική διαδρομή στο θέατρο. Τι έμαθαν δίπλα μου; Να δουλεύουν το ψυχολογικό ρεαλιστικό θέατρο σε βάθος. Είναι μια τεχνική που την ξέρουν πολύ καλά. Χαίρομαι γιατί πλέον κάνουν τη δική τους διαδρομή στο χώρο, διδάσκοντας αυτήν την τεχνική σε άλλους. Ο ρεαλισμός ήταν για πολλά χρόνια παρεξηγημένη έννοια στην Ελλάδα, γιατί τον συνέχεαν με την νατούρα. Και το έλεγαν με απαξιωτικό τρόπο. Ο ρεαλισμός δεν είναι νατούρα. Είναι κάτι πολύ παραπάνω και είναι πολύ πιο έντονο. Τώρα αυτή η αίσθηση του κόσμου αλλάζει. Το να παίζει κάποιος ψυχολογικό ρεαλιστικό θέατρο είναι πάρα πολύ δύσκολο. Στην ερώτησή σας λοιπόν θα απαντούσα ότι αυτό που μας διακρίνει είναι η μεγάλη σημασία που δίνουμε στην υποκριτική. Αναλύουμε και δουλεύουμε κάθε λεπτομέρεια της υποκριτικής στον σκηνικό χώρο. Δημιουργούμε έναν ενιαίο κόσμο, όπου κάθε υποκριτική ή σκηνική πληροφορία έχει σημασία.

«Άγριος Σπόρος»

-Το Επί Κολωνώ έχει γνωρίσει όλα αυτά τα χρόνια πολλές επιτυχίες. Πέρσι μάλιστα επεκταθήκατε και στο Σύγχρονο Θέατρο. Είστε ικανοποιημένοι με την πορεία σας στον χρόνο; Έχετε δημιουργήσει ένα πετυχημένο μοντέλο θεάτρου;

Γ.Χ.: Έτσι φαίνεται για τα ελληνικά δεδομένα. Αλλά και στο εξωτερικό κάτι αντίστοιχο συμβαίνει. Στον αγγλοσαξωνικό χώρο, αυτό το είδος θεάτρου είναι διαδεδομένο και «κυρίαρχο». Η διεθνής αυτή εμπειρία μας βοήθησε πολύ στο να χαράξουμε και τη δική μας πορεία στην Ελλάδα και να καθορίσουμε τις επιλογές μας. Επιβεβαίωσε το ένστικτό μας ότι βαδίζουμε σε έναν δρόμο που διεθνώς επικροτείται.

-Πλέον τα πράγματα και οι επιλογές είναι πιο εύκολες;

Γ.Χ.: Κάθε καινούργιο έργο μας βασανίζει! Τίποτε δεν είναι εύκολο. Υπάρχουν πάντα αϋπνίες, καβγάδες. Θέλουμε ψυχοθεραπεία για να συνέλθουμε. Περνάμε το δράμα πριν το δείτε εσείς επί σκηνής (γέλια). Τον ψυχολογικό ρεαλισμό τον βιώνουμε πρώτα εμείς στο πετσί μας.

Σταύρος Χαμπάκης
«Με λένε Έμμα»Σταύρος Χαμπάκης

-Υπάρχει κρίση ταυτότητας;

-Γ.Χ.: Κρίση όχι. Αλλά η ταυτότητά μας εξελίσσεται. Αλλάζει. Γι’ αυτό ζει και αναπνέει ακόμη. Αλλιώς δεν θα υπήρχαμε, αν ήμασταν εκεί που ξεκινήσαμε. Έχουμε τις κεραίες μας ανοικτές σε ο,τι συμβαίνει γύρω μας. Και μπορώ να ομολογήσω ότι παρακολουθούμε από κοντά το μη ρεαλιστικό θέατρο για να δούμε τι κάνει και να πάρουμε ιδέες. Μας γεννά ιδέες. Το λέω γιατί το θέατρο που εμείς υπηρετούμε, ρέπει πολλές φορές προς τον νατουραλισμό. Εμείς δεν θέλουμε να το κάνουμε. Δεν θέλουμε να γίνουμε νατουραλιστές. Δεν θέλουμε να αντιγράψουμε την πραγματικότητα. Δεν κάνουμε απεικόνιση της πραγματικότητας.

-«Παρεκκλίνατε» πότε από αυτή την πορεία;

Ε.Σ.: Υπάρχει μια συνέπεια, όσον αφορά στο ρεπερτόριό μας. Μόνο με ένα έργο σε όλη αυτήν την πορεία, πειραματιστήκαμε και δουλέψαμε κάπως αλλιώς. Κινηθήκαμε προς μια άλλη κατεύθυνση. Ήταν «Η δύναμη του σκότους» του Λ. Τολστόι. Εκεί όντως «πεταχτήκαμε» λίγο εκτός. Περάσαμε και οι δύο πολύ ωραία. Ήταν μια εμπειρία που συνδύαζε τον ρεαλισμό που χρησιμοποιούμε συνήθως με πινελιές από πιο αφηγηματικό θέατρο. Το σκηνικό άλλαζε διαρκώς, υπήρχε μουσική και τραγούδι. Ήταν πολύ ενδιαφέρον για μας αυτό που έγινε και μας βγήκε απόλυτα φυσικά.

Γ.Χ.: Επειδή ανεβάζαμε Τολστόι, έπρεπε να αποφύγουμε τις παγίδες του νατουραλισμού. Δεν θέλαμε να κάνουμε ένα βουκολικό δράμα. Ήμασταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε τεράστια αφαίρεση. Δεν γινόταν να κάνουμε αλλιώς, λαμβάνοντας υπόψη το είδος που εμείς υπηρετούμε. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τις «Αλεπούδες».

«Οι Λαντζέρηδες»

-Ποιος παίρνει τις αποφάσεις για τα έργα;

Γ.Χ.: Από κοινού! Η Ελένη κάνει τη μεγάλη ανάγνωση στα έργα. Και στη συνέχεια μου τα δίνει.

Ε.Σ.: Συμφωνούμε σε όλα συνήθως. Το θέμα μας τις περισσότερες φορές είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να ανεβεί ένα έργο. Εγώ θέλω να δουλεύω πολύ με την υποκριτική. Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσω, γιατί πρέπει να το ανεβάσουμε. Μου λείπει πολύ αυτός ο χρόνος δουλειάς με το έργο. Κάποτε κάναμε πρόβες έξι μήνες και τώρα ανεβάζουμε ένα έργο σε λιγότερο από δύο μήνες. Το αποτέλεσμα είναι καλό, αλλά υπάρχει ακόμη χώρος βελτίωσης κατά τη γνώμη μου. Αυτό γίνεται τελικά μέσα στις παραστάσεις. Η ειδοποιός διαφορά μας είναι ότι δουλεύουμε πολύ με τους ηθοποιούς το κομμάτι της υποκριτικής.

-Φέτος επιλέξατε να ανεβάσετε τους «Λαντζέρηδες» του Μόρις Πάνιτς. Γιατί σας κίνησε το ενδιαφέρον;

Γ.Χ.: Είναι ένας ιδιαίτερος συνδυασμός ανάμεσα στο θέατρο του παραλόγου και το θέατρο του ρεαλισμού. Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας του, πρέπει να αποδοθεί με ρεαλισμό, που να εκφράζει όμως και το παράλογο των καταστάσεων. Έχει αγγλοσαξονικό, λίγο φλεγματικό χιούμορ, που δεν είναι πολύ οικείο στην Ελλάδα. Είναι ένα ευφυές έργο. Κάνοντας τη μετάφραση, θέλαμε όλα αυτά τα στοιχεία να κρατηθούν στην ελληνική γλώσσα. Στη συνέχεια, έπρεπε να πείσουμε και τους ηθοποιούς να υπηρετήσουν αυτό το είδος. Ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση για αυτούς. Υπάρχουν μέσα σε λίγες γραμμές, πολύ διαφορετικά νοήματα, που πρέπει να τα υπηρετήσει ο ηθοποιός.

«Οι Λαντζέρηδες»

Ε.Σ.: Έχει και ένα σημαντικό κοινωνικό περιεχόμενο. Έχει να κάνει με τους κάτω, τους λαντζέρηδες που δουλεύουν στο υπόγειο ενός εστιατορίου και τους πάνω, τον κόσμο που έρχεται να φάει και τους στέλνει αδιάκοπα τα άπλυτά του. Δεν είναι καθόλου διδακτικό. Αυτό είναι που το κάνει σημαντικό έργο. Όταν μιλάμε για το θέατρο του παραλόγου, ή για ένα έργο που έχει αρκετά τέτοια στοιχεία, ο κίνδυνος είναι να γίνει διδακτικό.Το συγκεκριμένο δεν είναι καθόλου. Δεν παίρνει θέση σε ο,τι συμβαίνει. Αποτυπώνει ένα φαινόμενο, μια κατάσταση.

Γ.Χ.: Η πλάκα είναι ότι στο Σύγχρονο Θέατρο παίζονται αυτή τη στιγμή δύο έργα: «Το Δείπνο» που έχει να κάνει με τους πάνω, κάποιους ευκατάστατους ανθρώπους που έρχονται να φάνε σε ένα πολυτελές εστιατόριο και τους συμβαίνουν πολλά και οι «Λαντζέρηδες» που έχει να κάνει με τους κάτω και τις στοίβες των πιάτων που πρέπει να πλύνουν. Νομίζω ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ενώσουμε τα δύο αυτά έργα, γιατί συνδέονται άψογα μεταξύ τους.

Ε.Σ.: Ταυτόχρονα οι «Λαντζέρηδες» είναι και ένα βαθιά υπαρξιακό έργο, με πολλά μπεκετικά στοιχεία. Αυτοί οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν μια δράση, χωρίς να έχουν διέξοδο. Επίσης είναι ένα έργο χωρίς κορυφώσεις. Δεν το ήθελε δραματουργικά ο συγγραφέας. Δεν λύνεται κάτι. Δεν υπάρχει κάθαρση στο τέλος. Είναι μια συνεχής επανάληψη. Μια λούπα.

«Οι Λαντζέρηδες»

-Ο υπότιτλος του έργου είναι η αόρατη υπευθυνότητα. Τι σημαίνει αυτό;

Ε.Σ.: Αφορά στη δουλειά που γίνεται στα υπόγεια. Είναι αόρατη αυτή δουλειά. Είναι αόρατοι αυτοί οι άνθρωποι στην υπόλοιπη κοινωνία. Είναι όμως υπεύθυνοι να κάνουν αυτό που κάνουν για να μπορεί να λειτουργεί η κοινωνία. Είναι σαν το γρανάζι που πρέπει να κάνει τη δουλειά του.

Γ.Χ.: Οι λαντζέρηδες είναι τα θεμέλια αυτού εστιατορίου. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει εστιατόριο. Είναι η αόρατη υπευθυνότητα. Είναι ο μηχανισμός που λειτουργεί χωρίς να το ξέρουμε, χωρίς να τον βλέπουμε.

-Ποιο είναι το επίκεντρο αυτού του έργου; Η σχέση των πάνω με τους κάτω;

Ε.Σ.: Και αυτό. Αυτό όμως που κάνει το έργο είναι να καλεί τον θεατή να σκεφτεί την ίδια του τη ζωή. Σε κάνει να αναρωτηθείς αν έχεις βρει νόημα σ’ αυτό που κάνεις. Αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Έχουν και οι δύο πρωταγωνιστές το δίκιο και το άδικό τους. Δεν τους κατακρίνεις. Τους καταλαβαίνεις. Είναι πώς αποφασίζει ο καθένας τους να ζήσει τη ζωή του και να πορευτεί. Απλά, βλέπεις δύο διαφορετικούς χαρακτήρες με διαφορετικά μυαλά.

Γ.Χ.: Είναι σίγουρα μια κριτική στον αριβισμό και στην ανθρώπινη φιλοδοξία. Ο ένας χαρακτήρας αρκείται στα λίγα, ενώ ο άλλος κυνηγά τα πολλά. Ο πρώτος έχει μια αξιοκρατία που έρχεται από το παρελθόν και αναμετράται με το σήμερα, με ένα διαφορετικό κώδικα αξιών, με μια διαφορετική ταχύτητα των πραγμάτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο έγκειται η σύγκρουση των δύο χαρακτήρων.

«Η βασίλισσα της ομορφιάς»

-Τον Δεκέμβριο έρχεται και η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» στο Επί Κολωνώ.

Ε.Σ.: Το συζητάμε πάρα πολλά χρόνια να ανεβάσουμε αυτό το έργο. Θέλαμε πάρα πολύ να ανεβάσουμε ένα έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα. Μας ταιριάζει πολύ. Αυτό που μας αρέσει πολύ στον Ιρλανδό συγγραφέα είναι ότι καταπιάνεται με πολύ δυσάρεστα θέματα, χρησιμοποιώντας ένα πολύ ωραίο, πολύ τρελό χιούμορ. Έχει τρομερό βάθος. Έχει κάνει τρομερή δουλειά με τους χαρακτήρες στα έργα του. Είναι σπουδαίος. Στη συγκεκριμένη παράσταση, έχουμε την τύχη να έχουμε πρωταγωνίστρια την Αγορίτσα Οικονόμου. Η Αγορίτσα μπορεί να παίξει τα πάντα. Αλλά είναι σαφώς και χαρακτήρας του ΜακΝτόνα. Σαν φιγούρα, σαν δύναμη, σαν τσαγανό. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε πολύ στο έργο είναι την αγριότητα των σχέσεων στο χωριό αυτό, την ωμότητα των πραγμάτων και το χιούμορ που «κόβει». Είναι μια κατάσταση που θα μπορούσε να συμβαίνει και στην ελληνική επαρχία.

Γ.Χ.: Η Ιρλανδία έχει πολλά κοινά στοιχεία με την Ελλάδα. Είναι αυτό το βαλκανικό στοιχείο. Μια σκληρότητα και μια ωμότητα. Θυμίζει πολύ Κουστουρίτσα.

studio stoupakis

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «ΟΙ ΛΑΝΤΖΕΡΗΔΕΣ»

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά, Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Πρωτότυπη μουσική & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Κούρα

Οργάνωση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου

Πρωταγωνιστούν: Τάσος Κωστής, Γιάννης Σαρακατσάνης, Κώστας Λάσκος, Αλέξανδρος Μανωλίδης

Διάρκεια παραστάσεων: Έως Κυριακή 19 Ιανουαρίου

Προπώληση εισιτηρίων

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ

Ευμολπιδών 45, Τηλέφωνο: 210 3464380

Μέρες & ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 21:15, Πέμπτη 21:00, Σάββατο 18:15, Κυριακή 18:00

Τιμές εισιτηρίων: Καθημερινές:(Α΄ Ζώνη) Κανονικό 15€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 13€ | (Β’ Ζώνη) Κανονικό 13€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 10€ | Σάββατο/Κυριακή/αργίες: (Α΄ Ζώνη) Κανονικό 17€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 14€ | (Β’ Ζώνη) Κανονικό 15€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 12€

Διάρκεια: 100’

Σταύρος Χαμπάκης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «ΜΕ ΛΕΝΕ ΕΜΜΑ»

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνογραφία - Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική Σύνθεση: Στέλιος Γιαννουλάκης

Video trailer: Σταύρος Συμεωνίδης

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Σιαμάτρα, Αφροδίτη Σπυροπούλου

Οργάνωση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Υπεύθυνη Επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα - Λυκόφως Ι.Κ.Ε.

Πρωταγωνιστούν: Μαίρη Μηνά, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Κώστας Ξυκομηνός, Χάρης Τζωρτζάκης, Γιώργος Κατσής, Ανδρέας Κοντόπουλος, Γιάννης Λεάκος, Ιωάννα Τζίκα, Μαρίτα Τζατζαδάκη, Έλενα Βακάλη, Λένα Μποζάκη

Μέρες & ώρα παραστάσεων: Δευτέρα & Τρίτη στις 21.00 ▪ Εως 19 Νοεμβρίου

Τιμές εισιτηρίων: Α Ζώνη Κανονικό 15€, Φοιτητικό, Ανέργων, +65 13€ | Β Ζώνη: 13€, Φοιτητικό, Ανέργων, +65 10€

Διάρκεια: 110 λεπτά

Χώρος: Σύγχρονο Θέατρο

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ»

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά, Κοστούμια, Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική σύνθεση & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Άννα Κούρα, Φένια Λαμπροπούλου

Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Παίζουν: Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Γιώργος Κατσής

Επί Κολωνώ

Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός, Τηλ: 210 5138067

Πρεμιέρα: Μέσα Δεκεμβρίου 2019