Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Η Μαριάννα Κάλμπαρη, ο «Έντμοντ» του Μάμετ και το Θέατρο Τέχνης σήμερα

Η Μαριάννα Κάλμπαρη, ο «Έντμοντ» του Μάμετ και το Θέατρο Τέχνης σήμερα
Πνευματικά Δικαιώματα  Μυρτώ Αποστολίδου
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Τον «Έντμοντ», ένα άγνωστο έργο του Ντέιβιντ Μάμετ, μας συστήνει η Μαριάννα Κάλμπαρη στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης από το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου. Το θεατρικό έκανε παγκόσμια πρεμιέρα το 1982 στο Σικάγο και λίγους μήνες μετά στην Νέα Υόρκη. Έχει ανεβεί μόνο μια φορά στην Ελλάδα, στο ΚΘΒΕ, το 1990.

Πρωταγωνιστής είναι ο Έντμοντ, ένας λευκός, ετεροφυλόφιλος, μεσοαστός, συντηρητικός, λίγο πριν τα σαράντα. Ο μέσος άνδρας της δυτικής κοινωνίας. Αδυνατώντας να βρει νόημα στην ασφυκτικά τακτοποιημένη ζωή του, εγκαταλείπει τη σύζυγό του για να αναζητήσει την ανταμοιβή που θεωρεί ότι του οφείλει η κοινωνία που πιστά έχει υπηρετήσει ως σκληρά εργαζόμενος και υπεύθυνος πολίτης: Ψάχνει την ευτυχία, την ηδονή. Θα την αναζητήσει σε μια σειρά από άγνωστα πρόσωπα, που θα συναντήσει στην σκοτεινή πλευρά της πόλης, εκεί όπου απροκάλυπτα κυριαρχεί το κυνήγι του σεξ και του χρήματος, της αποπλάνησης και της παραπλάνησης. Εκεί όπου η βία είναι ο απόλυτος νόμος. Έτσι ξεκινά για τον ήρωα μια κατάβαση στην κόλαση του υπόκοσμου. Σε αυτή την αστική ζούγκλα, ο Έντμοντ, αφού βιώσει την εξαπάτηση, την ταπείνωση και την απόρριψη, θα απελευθερώσει όλη τη συσσωρευμένη οργή, την αλαζονεία, τα άγρια ένστικτα και τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις του: το μισογυνισμό, το ρατσισμό και την ομοφοβία, που κρύβει μέσα του.

Μαριάννα Κάλμπαρη

Μιλήσαμε με την σκηνοθέτιδα της παράστασης και καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Μαριάννα Κάλμπαρη, για τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, για το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ και την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το θέατρο του Κάρολου Κουν, αλλά και για την ταυτότητά του.

Το έργο και ο στόχος του Μάμετ

«Παρόλο που ο Μάμετ είναι ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα, το συγκεκριμένο έργο δεν έχει ανεβεί ξανά στην Αθήνα, γιατί είναι διαφορετικό από τη γραφή του Μάμετ που γνωρίζουμε. Είναι άμεσο και πολύ αφαιρετικό. Χωρίζεται σε πολλές μικρές σκηνές, που εκτυλίσσονται σε πολύ διαφορετικούς χώρους. 23 σκηνές συνθέτουν στη συγκεκριμένη περίπτωση μια κατεξοχήν κινηματογραφική γραφή και δομή. Είναι ένα επικίνδυνο έργο. Δεν είναι απλό. Θέτει πάρα πολλά ζητήματα. Είναι ένα έργο, που θεωρήθηκε προφητικό όταν ανέβηκε για πρώτη φορά, λόγω του θέματός του. Μιλάει, ανάμεσα σε άλλα για τον ρατσισμό σε μια εποχή, που η Αμερική δεν είχε ακόμη βιώσει τις μεγάλες αναταραχές και τις συμπλοκές που την συγκλόνισαν στα τέλη της δεκαετίας του ’80, λόγω των διαδοχικών περιστατικών βίας και των φυλετικών διακρίσεων. Ο τρόπος που θέτει τα ζητήματα είναι επικίνδυνος, γιατί είναι διαρκώς στην κόψη. Δηλαδή ο ήρωας φαίνεται συμπαθητικός και καλός. Ξαφνικά, κάνει ή λέει κάτι που σε κάνει και αναρωτιέσαι αν είναι όντως καλός. Μπορείς να συμφωνείς μαζί του και στην αμέσως επόμενη σκηνή να σοκάρεσαι από αυτά που υποστηρίζει. Συναντούμε πολλούς Έντμοντ γύρω μας. Ο Μάμετ παίζει πολύ με το μυαλό μας. Είναι κάτι που κάνει άλλωστε σε όλα του τα έργα. Θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο έργο έχει μεγάλη σχέση και πολλά κοινά με το λογοτεχνικό σύμπαν τον Μισέλ Ουελμπέκ. Υπάρχει ένας διάχυτος κυνισμός και μηδενισμός. Δεν συναντάς συχνά τέτοια έργα στο παγκόσμιο θεατρικό ρεπερτόριο».

Μυρτώ Αποστολίδου

Ποιος είναι ο Έντμοντ;

«Ο Έντμοντ είναι ένας άνδρας σε κρίση. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ζει μια ζωή χωρίς σκοπό. Αυτή είναι η αφετηρία της ξέφρενης πορείας του προς τα άκρα. Δεν βλέπουμε τι έχει πυροδοτήσει αυτή την κατάσταση. Γίνεται πολύ ρατσιστής. Αρθρώνει ένα «μισογύνικο» λόγο, γεμάτο ομοφοβία. Δεν μπορεί να δεχτεί το διαφορετικό. Βλέπει τις γυναίκες ως αντικείμενα. Έχει όλες τις στερεοτυπικές προκαταλήψεις και φοβίες του μέσου, λευκού, δυτικού, καθώς πρέπει άνδρα. Ο οποίος όταν βγαίνει από το καθορισμένο καθημερινό του πλαίσιο, απελευθερώνει όλη τη βία που έχει κρυμμένη μέσα του. Γίνεται πολύ επικίνδυνος. Δεν έχει να πιαστεί από κάπου. Με το θράσος του ανώτερου, θα περιδιαβεί την αγορά του σεξ, αισθανόμενος ότι δικαιούται τα πάντα. Επειδή ήταν τυπικός σε όλα στην ζωή του, πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να πάρει πίσω αυτού που του οφείλει η κοινωνία και οι γύρω του. Όταν δει ότι επικρατούν και εκεί οι νόμοι της συναλλαγής, της διαφήμισης και του καταναλωτισμού που καθορίζουν όλες τις σχέσεις, ξεφεύγει από τα όρια. Χάνει τον εαυτό του, αναζητώντας την πραγματική του ταυτότητα. Τιμωρείται. Σ’ αυτό το ταξίδι δεν θέλει να δώσει τίποτε. Θέλει μόνο να πάρει. Το έργο μιλά για την κατάρρευση της δυτικής, καπιταλιστικής κοινωνίας. Σ’ αυτή την πορεία, ο συγγραφέας ενθέτει και πολλά στοιχεία παρωδίας. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση το εσωτερικό δράμα ενός θετικού ήρωα. Όπως λέει και ο Μάμετ είναι μια σύγχρονη μεσοαστική τραγωδία, από την οποία δεν λείπουν τα έντονα στοιχεία παρωδίας. Δεν είναι ένα ρεαλιστικό έργο. Είναι μια σύγχρονη παραβολή».

Μυρτώ Αποστολίδου

Ο Έντμοντ συναντά τον Βόιτσεκ

«Ο Έντμοντ θυμίζει λίγο τον Βόιτσεκ, όσον αφορά στην διαδρομή που κάνει μέχρι το τέλος. Είναι και αυτός πολύ μόνος. Η διαφορά είναι ότι ο Βόιτσεκ είναι ένας απελπισμένος, που κρύβει ποίηση μέσα του. Είναι ένας χαρακτήρας που έρχεται από χαμηλά σε αντίθεση με τον Έντμοντ, που ανήκει στην μεσαία τάξη. Και το έργο, για τον Μάμετ έχει αισιόδοξο τέλος, γιατί με έναν τρόπο, ο βασικός του ήρωας μετατοπίζεται, επανακαθορίζει τη ζωή του, μετά από ένα τραυματικό γεγονός».

Ο Έντμοντ και η ελληνική κοινωνία

«Στο έργο κρατάμε το αμερικανικό πλαίσιο εξέλιξης της ιστορίας. Υπάρχουν πάρα πολλοί ήχοι, που αφορούν και το δικό μας σήμερα. Μπορεί να έχουν αφετηρία στην Αμερική, αλλά κατακλύζουν σήμερα και την ελληνική κοινωνία, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, του επαγγελματικού ανταγωνισμού, αλλά και των στόχων που πρέπει να πετύχει κάποιος. Είναι χαρακτηριστικό όλων των δυτικών κοινωνιών».

Μυρτώ Αποστολίδου

Ο Έντμοντ στο σανίδι

«Είναι ένα έργο με πολλή βία. Είναι δύσκολο να διαχειριστείς επί σκηνής όλη αυτή τη βία. Σίγουρα δεν μπορείς να το κάνεις με ρεαλιστικό τρόπο. Εμένα δεν μου ταιριάζει κάτι τέτοιο. Οπότε χρειάστηκε να βρεθεί ένας άλλος κώδικας από την ομάδα για να ειπωθεί η συγκεκριμένη ιστορία. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλοι παίζουν ρόλους που επανέρχονται. Υπάρχει λόγος που ο κάθε ηθοποιός παίζει τους συγκεκριμένους ρόλους. Είναι σαν να θέλουν να πουν κάτι πολύ συγκεκριμένο στον κεντρικό χαρακτήρα. Αναδεικνύουν τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένος ο κόσμος του. Πολύ σημαντικό ρόλο στο να μεταφέρουμε το σύμπαν του Έντμοντ, του Μάμετ και του αμερικανικού καταναλωτισμού είναι η μουσική που έχει γράψει η Nalyssa Green. Είναι ένα πολύ σύνθετο εγχείρημα, γιατί πέρα των άλλων, πρέπει να καταθέσεις και την άποψή σου για τα ζητήματα που τίθενται, να φανεί η θέση που παίρνεις για όσα συμβαίνουν».

Μυρτώ Αποστολίδου

Μια παράσταση ακατάλληλη για ανηλίκους

«Κάποια πράγματα στο έργο σοκάρουν. Είναι πράγματα σ’ αυτή τη διαδρομή του ήρωα που είναι αληθινά αλλά πολύ σκληρά. Κυρίως είναι οι λέξεις για μένα που είναι σοκαριστικές. Το έργο είναι ακατάλληλο, κυρίως για τον λόγο που χρησιμοποιεί. Ο λόγος είναι κάποιες στιγμές πολύ σοκαριστικός. Πολύ άσχημος. Δεν είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε. Βλέπουμε αυτόν τον λόγο να ακούγεται και σήμερα γύρω μας, εναντίον μεταναστών, εναντίον μειονοτήτων. Είναι ο φασισμός της καθημερινής ζωής, που βγαίνει πολύ και μέσα από τα λόγια και τις πράξεις του Έντμοντ. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες εικόνες στο έργο, που είναι αρκετά δύσκολες».

Μυρτώ Αποστολίδου

Η φετινή θεατρική χρονιά

«Ο προβληματισμός είναι πολύ έντονος για το πού πάνε τα πράγματα. Τα φετινά δείγματα είναι πολύ άσχημα και προοιωνίζουν μια μεγάλη κρίση, που θα έρθει στο θέατρο. Η υπερπαραγωγή είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Παρόλο, που η φετινή χρονιά είναι κακή για το ελληνικό θέατρο, πρέπει να ομολογήσω ότι για μας είναι μια καλή χρονιά. Δεν μπορώ όμως να υποστηρίξω γενικά ότι το θέατρο πάει καλά, γιατί είναι μια ρευστή κατάσταση που μπορεί να ανατραπεί πάρα πολύ εύκολα. Κι αυτό το τονίζω γιατί δεν έχουμε κάποιο οικονομικό απόθεμα. Ούτε κάποια πάγια οικονομική επιχορήγηση, στην οποία θα μπορούσαμε να βασιστούμε. Είμαστε στο έλεος της συγκυρίας και της πιθανής επιτυχίας των παραστάσεων. Οι ανάγκες μας είναι μεγάλες, λόγω της παλαιότητας των χώρων και της φροντίδας που χρειάζονται. Υπάρχει το τεράστιο θέμα του αρχείου και των αποθηκών, που δεν λέει να κλείσει. Ευτυχώς δεν έχουμε χρέη. Υπάρχει μια οικονομική ισορροπία. Μια σταθερότητα. Τα πάμε πολύ καλά την τελευταία τριετία. Ζούμε όμως διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να χαράξεις μια πολιτική στο ρεπερτόριο, ούτε να πάρεις ρίσκα. Όταν δεν υπάρχει προϋπολογισμός, δεν μπορείς να έχεις την ελευθερία να διαλέξεις για παράδειγμα, τους συντελεστές που θέλεις. Δεν μπορείς να τους δεσμεύσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πρέπει να κάνεις έξυπνους συνδυασμούς πραγμάτων και προσώπων. Και η αγωνία είναι πάντα στο κόκκινο, ακόμη κι αν οι κινήσεις σου αποδειχτούν σωστές στο ταμείο. Ένας φαύλος κύκλος! Αν είχαμε λεφτά, θα έλεγα σε 15 ηθοποιούς: "Μείνετε εδώ για την επόμενη χρονιά. Μην πάτε αλλού και θα κάνουμε τρία πράγματα". Δεν έχω όμως αυτή τη δυνατότητα να δεσμεύσω κόσμο για την επόμενη χρονιά».

Μυρτώ Αποστολίδου

Το Θέατρο Τέχνης είναι ένα διαφορετικό θέατρο

«Η πάλη πάντως είναι καθημερινή. Δεν μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος μόνιμης επιβίωσης. Για να μπορέσει αυτό το θέατρο να επιβιώσει και να ανθίσει είναι το να στηρίξει πάγια η πολιτεία ή κάποιος ιδιωτικός φορέας. Να του εξασφαλίζει όχι πλήρως, αλλά τη βάση της βιωσιμότητάς του. Μόνο τότε θα μπορέσει να κάνει αυτά που μπορεί να κάνει. Το Θέατρο Τέχνης είναι διαφορετικό από τα άλλα, γιατί διαθέτει αυτή την μεγάλη ιστορία. Η ιστορία αυτή είναι αποτυπωμένη στους χώρους του θεάτρου, όχι με την έννοια του μουσείου, αλλά με την διδασκαλία του Κάρολου Κουν σε όσους πέρασαν από αυτό το θέατρο. Τους έμαθε πώς πρέπει να βλέπουν θέατρο και πώς πρέπει να παίζουν θέατρο. Και σ’ αυτό το πλαίσιο, έφτιαξε και τους χώρους, που είναι φτιαγμένοι για τέτοιου είδους θέατρο. Δεν προορίζονται για θεάματα. Είναι φτιαγμένοι για μια ομάδα ατόμων που βάζει στην πρώτη γραμμή τον άνθρωπο και το κείμενο. Υπάρχει μια φιλοσοφία που επιβάλλει ο χώρος σε όλους όσους έρχονται εδώ να δουλέψουν. Για να μετασχηματιστεί αυτή η φιλοσοφία σε κάτι που θα γεννήσει κάτι καινούργιο, είναι αναγκαίο να φτιαχτεί μια σταθερή ομάδα. Μόνο τότε θα μπορούσαν να γίνουν σημαντικά πράγματα, που θα εξελίξουν την ταυτότητα του Θεάτρου Τέχνης».

Μυρτώ Αποστολίδου

Η ταυτότητα του Θεάτρου Τέχνης

«Στην αρχή μου άρεσε που εφαρμόσαμε μια εξωστρέφεια στο Τέχνης. Ότι ανοιχτήκαμε σε πολλές, διαφορετικές δημιουργικές δυνάμεις και ονόματα, που δεν είχαν σχέση με το συγκεκριμένο θέατρο μέχρι τότε. Υπάρχουν κάποιοι δικοί μας ηθοποιοί που επιστρέφουν σε περιοδική βάση. Θα ήθελα να κρατηθούν εδώ δημιουργώντας έναν σταθερό πυρήνα ηθοποιών μαζί με 3-4 σκηνοθέτες που θα μπορούν να υποστηρίξουν ένα θέατρο ρεπερτορίου. Το Θέατρο Τέχνης δεν μπορεί να επιστρέψει στο παρελθόν, γιατί δεν υπάρχει πλέον ο Κάρολος Κουν. Και ούτε θα υπάρξει κάποιος άλλος Κουν από εδώ και πέρα. Όλα τα μεγάλα θέατρα που ξεκίνησαν από έναν άνθρωπο, στην πορεία έχουν αλλάξει. Δεν κληροδοτείται αυτό που ήταν ο Κουν. Κληροδοτείται μια φιλοσοφία, ένας τρόπος σκέψης. Σε σχέση με αυτό παλεύουμε. Να μετασχηματίσουμε αυτόν τον τρόπο σκέψης σε επαφή με την πραγματικότητα, την κοινωνία γύρω μας, αλλά και το θέατρο όπως είναι σήμερα. Δεν μπορώ να παριστάνω τον Κουν. Δεν είμαι συνεχίστριά του».

Το πρόγραμμα των παραστάσεων

«Σιγά – σιγά το πρόγραμμά μας γίνεται πιο σφιχτό. Του χρόνου θα υπάρχουν ακόμη λιγότερες παραστάσεις. Είναι κάτι που με απασχολεί. Μου αρέσει επίσης ότι επαναλαμβάνουμε επιτυχημένες παραστάσεις. Και πιστεύω πολύ στις συμπαραγωγές. Είναι ένας πρακτικός και ουσιαστικός τρόπος να πορευτείς στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που βιώνουμε. Δεν απειλείται το Θέατρο Τέχνης από το αν συνεργάζεται με ένα άλλο θέατρο. Αυτό είναι ένα μοντέλο που εφαρμόζεται και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Για να γίνει μια καλή παραγωγή συνεργάζονται πολλά θέατρα. Αυτό που θα έπρεπε να βρεθεί είναι μια φόρμουλα για να μην «πεθαίνει» μια παραγωγή, όταν ολοκληρώνει τον καθορισμένο κύκλο παραστάσεών της. Να έχει μια διάρκεια ζωής».

Μυρτώ Αποστολίδου

Οι νέοι ηθοποιοί

«Προ κρίσης, πολλά παιδιά έρχονταν στη σχολή, όχι για το θέατρο, αλλά για την τηλεόραση. Έλπιζαν σε μια καριέρα στην μικρή οθόνη, σε αναγνωρισιμότητα, σε γρήγορα και πολλά χρήματα. Γι’ αυτό τον λόγο άνοιξαν πολλές δραματικές σχολές. Με την κρίση, οι δραματικές σχολές πολλαπλασιάστηκαν. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Γιατί γινόταν; Γιατί όταν υπάρχει κρίση και ο άλλος ξέρει ότι οποιαδήποτε δουλειά κι αν κάνει, δεν θα πάρει λεφτά και δεν θα έχει καμιά εργασιακή ασφάλεια, αποφασίζει τουλάχιστον να κάνει αυτό που του αρέσει. Γιατί επιλέγει το θέατρο; Γιατί το θέατρο έχει την υπόσχεση μιας αναπάντεχης επιτυχίας, που μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου μια και καλή. Αυτό το πράγμα δεν μπορείς να το έχεις εύκολα, σχεδόν σε καμιά άλλη δουλειά. Αυτό είναι ένα στοιχείο που έλκει αρκετούς νέους στο θέατρο. Αφού βγουν όμως από τη σχολή, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για αυτούς, γιατί πλέον υπάρχουν πάρα πολλοί. Οι συνθήκες εργασίας είναι πολύ κακές στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Επειδή δεν πληρώνονται ή υποπληρώνονται, αναγκάζονται να κάνουν 3-4 δουλειές για να επιβιώσουν. Αυτό μπερδεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Όπως έχει διαμορφωθεί πλέον το τοπίο, μπερδεύει πάρα πολύ τον θεατή, ο οποίος δεν ξέρει τι να διαλέξει. Χάνει την όρεξή του, απογοητεύεται. Επίσης στην Ελλάδα γίνονται τα πάντα παντού. Στην Αγγλία, οι χώροι είναι πολύ καθορισμένοι και μοιρασμένοι σε σχέση με τι έργα φιλοξενούν: αλλού θα δεις εμπορικό, αλλού ρεπερτόριο, αλλού fringe. Εδώ σε όλους τους χώρους γίνονται όλα».

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση-σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη

Σκηνικά-κοστούμια: Χριστίνα Κάλμπαρη

Μουσική: Nalyssa Green

Χορογραφία: Βάλια Παπαχρήστου

Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου

Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Μακιγιάζ φωτογράφισης: Αριέτα Θεοδώρου

Παίζουν: Γιάννος Περλέγκας (Έντμοντ), Κωσταντίνα Τάκαλου, Δημήτρης Πασσάς, Σταύρος Καλλιγάς, Βάλια Παπαχρήστου, Δημήτρης Μαγγίνας, Μαριλένα Μόσχου, Παναγιώτης Ρενιέρης.

Η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους

Μυρτώ Αποστολίδου

INFO

Παραστάσεις: 8 Φεβρουαρίου-26 Απριλίου

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή 8.00 μμ, Πέμπτη έως Σάββατο 9.15 μμ.

Τιμές εισιτηρίων

Τετάρτη και Παρασκευή: γενική είσοδος 16, μειωμένο 12, ανεργίας 10

Κάθε Πέμπτη: γενική είσοδος 12

Σάββατο-Κυριακή: γενική είσοδος 18, μειωμένο 14, ανεργίας 12, Ατέλειες: 3 ευρώ